ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πλαφόν στο ύψος των ενισχύσεων

plafon-sto-ypsos-ton-enischyseon-2132701

Αυστηρότερες διαδικασίες για τη χορήγηση των ενισχύσεων, αλλά και νέα είδη ενισχυόμενων δαπανών, όπως για παράδειγμα το μισθολογικό κόστος, εισάγει ο νέος αναπτυξιακός νόμος που από χθες τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση. Στον νέο νόμο αποτυπώνονται επί της ουσίας τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ελληνική οικονομία, μια οικονομία σε κρίση, με ένα τραπεζικό σύστημα εξαιρετικά φειδωλό και ένα Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων αισθητά συρρικνωμένο, καθώς για παράδειγμα απαλείφεται πλέον η διάταξη που όριζε ακόμη και την προκαταβολή του 100% της ενίσχυσης.

Από την άλλη, το υπουργείο Οικονομίας επιχειρεί να «απαντήσει» στο αίτημα του επιχειρηματικού κόσμου για σταθερό φορολογικό σύστημα, παρέχοντας ως κίνητρο στα μεγάλα επενδυτικά σχέδια ύψους άνω των 20 εκατ. ευρώ, τα οποία θα δημιουργούν τουλάχιστον 40 θέσεις εργασίας, σταθερούς φορολογικούς συντελεστές για 12 έτη, αλλά και μείωση της γραφειοκρατίας, αφού δίδεται η δυνατότητα χρήσης της διαδικασίας ταχείας αδειοδότησης (fast track).

Χρηματοδοτικά εργαλεία

Ο νέος αναπτυξιακός νόμος εισάγει και νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως τα Ταμεία Συμμετοχών, ενώ το «αριστερό» πρόσημο στον νέο αναπτυξιακό δίνεται μέσω της μείωσης των κατώτατων ορίων ύψους επένδυσης και της έμφασης στην ενίσχυση κοινωνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων, καθώς και μέσω της χρηματοδότησης επενδυτικών σχεδίων που έχουν ως στόχο τη μείωση του οικολογικού αποτυπώματος. Η διαδικασία της διαβούλευσης θα διαρκέσει έως τη Δευτέρα 16 Μαΐου, ενώ η απόφαση της κυβέρνησης να δημοσιοποιήσει τη δεδομένη χρονική στιγμή τον αναπτυξιακό νόμο –λίγο δηλαδή πριν από την ψήφιση του ασφαλιστικού και φορολογικού νομοσχεδίου– δεν μπορεί να θεωρείται απλή σύμπτωση.

Ειδικότερα, με τον νέο νόμο εισάγονται επιπροσθέτως οι ακόλουθοι κανόνες προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι ενισχύσεις αφενός δεν χορηγούνται στους ίδιους δικαιούχους και αφετέρου δεν θα χορηγηθούν σε δικαιούχους που βαρύνονται με «αμαρτίες» από προηγούμενους αναπτυξιακούς νόμους:

• Τίθεται πλαφόν στο ύψος των ενισχύσεων.

• Δεν μπορούν να υπαχθούν στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου επενδύσεις φορέων για τους οποίους εκκρεμεί εντολή ανάκτησης ενισχύσεων κατόπιν προηγούμενης απόφασης της Κομισιόν, με την οποία οι ενισχύσεις αυτές έχουν κηρυχθεί παράνομες και ασυμβίβαστες προς την εσωτερική αγορά.

• Σε περίπτωση που ένα επενδυτικό σχέδιο λαμβάνει ενίσχυση και από άλλα καθεστώτα πλην του αναπτυξιακού, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό ενισχύσεων προκειμένου να ελεγχθεί περίπτωση τεχνητής κατάτμησής του.

• Δεν μπορούν να ενισχυθούν επενδυτικά σχέδια των οποίων οι εργασίες έχουν ξεκινήσει πριν ο ενδιαφερόμενος υποβάλει τη σχετική αίτηση. Σημειώνεται, πάντως, ότι η αγορά γης, η λήψη αδειών και η εκπόνηση μελετών σκοπιμότητας δεν θεωρούνται έναρξη των εργασιών.

Σε αντίθεση με όσα είχαν θεσμοθετηθεί το 2013 και προέβλεπαν ακόμη και την προκαταβολή του 100% της ενίσχυσης, υπό την προϋπόθεση της προσκόμισης ισόποσης εγγυητικής επιστολής, τώρα προκαταβολές των ενισχύσεων θα χορηγούνται μόνο μετά την ολοκλήρωση του 50% της επένδυσης. Η αλλαγή αυτή κρίθηκε αναγκαία αφενός λόγω των πολύ υψηλότερων απαιτήσεων που θέτουν οι τράπεζες για την έκδοση εγγυητικών επιστολών και αφετέρου λόγω του σκανδάλου των πλαστών εγγυητικών επιστολών το οποίο αποκαλύφθηκε πριν από δύο χρόνια.

Ταμεία Συμμετοχών

Μία άλλη καινοτομία του νέου αναπτυξιακού νόμου είναι η πρόβλεψη για ίδρυση Ταμείων Συμμετοχών τα οποία θα μπορούν να παρέχουν ίδια κεφάλαια, δάνεια για την παροχή επενδύσεων χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου, εγγυήσεις για την κάλυψη ζημιών από επενδύσεις χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου. Στους ιδιώτες επενδυτές, φυσικά πρόσωπα που θα επενδύουν στα ταμεία αυτά θα παρέχονται φορολογικά κίνητρα. Με τη χρηματοδότηση των εν λόγω ταμείων θα επιδιώκεται, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο νομοσχέδιο, η δημιουργία νέων και η μεγέθυνση υφιστάμενων επιχειρήσεων, η αναδιάρθρωση βιώσιμων επιχειρήσεων, η ανάπτυξη της αγοράς κεφαλαίων για μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων και όσων απασχολούν από 250 έως 500 εργαζομένους.