ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο B. Σόιμπλε απορρίπτει τις προτάσεις ΔΝΤ

lagardeschaubbl
soibledeksia--2

Στα άκρα βρίσκεται η κόντρα Ευρωζώνης – Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) αναφορικά με το θέμα του ελληνικού χρέους. Λίγες ημέρες πριν από τη συνεδρίαση του Eurogroup που θα εξετάσει το ζήτημα προσπαθώντας να προσδιορίσει μία μέση λύση που θα επιτρέψει την εκταμίευση της δόσης προς την Ελλάδα, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε φέρεται να απορρίπτει, με έντονο μάλιστα τρόπο, τις προτάσεις του Ταμείου, ενώ το ΔΝΤ εμφανίζεται ανυποχώρητο από τη θέση της άμεσης λήψης ισχυρών μέτρων ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους. Χθες, πραγματοποιήθηκε Euroworking Group σε τεχνικό επίπεδο –δηλαδή χωρίς τη συνήθη σύνθεσή του με τους αναπληρωτές των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης– σε μια προσπάθεια να γεφυρώσει τις διαφορές, ενόψει και της συνάντησης των υπουργών Οικονομικών της ομάδας G7.

Μία ημέρα μετά το δημοσίευμα της Wall Street Journal που ανέφερε ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προτείνει την επιμήκυνση της αποπληρωμής των ελληνικών ομολόγων έως το 2080, τη χορήγηση περιόδου χάριτος έως το 2040 και το «πάγωμα» των επιτοκίων των δανείων στα σημερινά επίπεδα (1,5%) για τα επόμενα 30 – 40 χρόνια, η γερμανική εφημερίδα Süddeutsche Zeitung (SZ) σημείωνε χθες πως ο κ. Σόιμπλε φέρεται να έχει δηλώσει ότι δεν αποδέχεται «πάγωμα» των επιτοκίων για την Ελλάδα και ότι όσο είναι ο ίδιος υπουργός, «δεν πρόκειται να υπάρξει» μία τέτοια εξέλιξη. Η σκληρή αυτή στάση έχει πολιτικές ρίζες, καθώς ο κ. Σόιμπλε δεν θέλει να ληφθούν τα οποιαδήποτε μέτρα μέχρι τις εκλογές στη Γερμανία, που θα διεξαχθούν το φθινόπωρο του 2017. Μάλιστα, η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt, επικαλούμενη έγγραφο που απέστειλε ο κ. Σόιμπλε στην επιτροπή προϋπολογισμού του γερμανικού κοινοβουλίου, αναφέρει ότι ο υπουργός δέχεται να ληφθούν μέτρα ελάφρυνσης του χρέους σε μία κίνηση συμβιβασμού με το ΔΝΤ, αλλά μόνο όταν θα έχει λήξει το ελληνικό πρόγραμμα (το 2018) και θα έχει εφαρμοστεί πλήρως. Επίσης, στο ίδιο έγγραφο επισημαίνεται ότι η συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα είναι «απαραίτητη».

Την ίδια ώρα, το ΔΝΤ εμφανίζεται ανυποχώρητο από τη θέση του για το θέμα του χρέους. Οπως ανέφερε χθεσινό δημοσίευμα του πρακτορείου ΜΝΙ, το Ταμείο θέλει λύση επί του θέματος «εδώ και τώρα» και υποστήριζε ότι για το ΔΝΤ η πρόταση του Eurogroup για «σπάσιμο» της λύσης σε τρεις φάσεις (βραχυπρόθεσμα μέτρα διαχείρισης του χρέους, μεσοπρόθεσμες παρεμβάσεις μετά το 2018 και δέσμευση για περαιτέρω μέτρα σε βάθος χρόνου αν απαιτηθεί) «απλά δεν είναι αρκετή». Παράλληλα, κατά το ΜΝΙ, το Ταμείο δεν επιμένει να υπάρξει άμεση εφαρμογή όλων των μέτρων σε αυτήν τη φάση, αλλά επιμένει ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένας αυτόματος μηχανισμός μακροπρόθεσμης ελάφρυνσης χρέους και να μην αφεθεί το ζήτημα στα χέρια των υπουργών του Eurogroup για το 2018.

Από την πλευρά του, ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Βλ. Ντομπρόβσκις, δήλωσε χθες ότι «εργαζόμαστε ώστε να διασφαλίσουμε πως το ΔΝΤ θα είναι μέσα». Και σημείωσε πως μία επιλογή για την Ευρώπη είναι να εξαγοράσει τα δάνεια που έχει δώσει το ΔΝΤ στην Ελλάδα και να τα αντικαταστήσει με φθηνότερα ευρωπαϊκά. Πάντως, επισήμως, ο εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών Γ. Βαϊσγκέρμπερ, κληθείς χθες να σχολιάσει τις προτάσεις του ΔΝΤ για το χρέος, ξεκαθάρισε ότι «δεν αλλάζουν κάτι στα δεδομένα που θα συζητηθούν στο Eurogroup» της 24ης Μαΐου και ότι εάν συζητηθεί κάτι τώρα, «αυτό θα είναι τα βραχυπρόθεσμα μέτρα».

Σε ό,τι αφορά το θέμα της εκταμίευσης της δόσης προς την Ελλάδα, ο κ. Βαϊσγκέρμπερ υποστήριξε πως «το θέμα είναι να συμφωνηθεί ένα βιώσιμο συνολικό πακέτο για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης σε συνδυασμό με τις αναλύσεις βιωσιμότητας του χρέους που συζητούνται τώρα, ώστε να εκπληρωθεί η δήλωση του Eurogroup. Αυτός είναι ο στόχος της συγκεκριμένης συνεδρίασης και επόμενος στόχος είναι να μπορέσει να αποδεσμευθεί μια ανάλογη δανειακή δόση». Επίσης, η SZ στο χθεσινό της δημοσίευμα υποστήριζε ότι οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης «θέλουν να δώσουν το “πράσινο φως” για την επόμενη δόση προς την Αθήνα στην προσεχή συνάντησή τους στις 24 Μαΐου», υπό την προϋπόθεση, βέβαια, πως η Αθήνα θα υιοθετήσει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να κλείσει επιτυχώς η αξιολόγηση.