ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Η χαμένη τιμή του… αυτονόητου

apopsi-i-chameni-timi-toy-aytonoitoy-2134769

Δύσκολα μπορεί να απαντηθεί το ερώτημα ως προς τα ποια είναι τα αίτια της παρούσας κρίσης, ποιοί ευθύνονται για αυτήν και γιατί δεν μπορεί να εξαλειφθεί, παρά τις ασύμμετρες θυσίες που υφιστάμεθα.  Η απάντηση είναι ότι η βαθύτερη αιτία της κρίσης είναι τόσο καλά κρυμμένη στην ιδιοσυγκρασία του μέσου Έλληνα, ώστε δύσκολα μπορεί να αποκαλυφθεί, εφόσον πρόκειται για κρίση του «αυτονόητου». Το «αυτονόητο» ορίζεται ως η ορθολογική θεώρηση των πραγμάτων, που διαμορφώνεται με βάση την αντικειμενική και υπεύθυνη ενημέρωση και οδηγεί στην τεκμηριωμένη γνώση και κριτική ικανότητα. Ο ορθολογικά δηλ. σκεπτόμενος πολίτης δεν είναι αυτός που γνωρίζει σε βάθος την επιστήμη του, αλλά αυτός που συμβουλεύεται τους «επαΐοντας», πριν διαμορφώσει τη δική του γνώμη.

Έτσι, αν ο μέσος Έλληνας σκεπτόταν ορθολογικά, θα είχε ήδη εντοπίσει, πολύ πριν από την έκρηξη της κρίσης το 2010, τα αίτια και τους υπευθύνους της και, επομένως, θα την είχε εξαλείψει. Όπως συμβαίνει και με κάθε ασθένεια, αν δεν εξακριβωθεί η πηγή της προέλευσής της, δεν μπορεί να υποδειχθεί και να εφαρμοστεί η κατάλληλη θεραπεία. Ο πυρετός είναι πιθανό να οφείλεται σε κρυολόγημα ή σε βρογχοπνευμονία, οπότε η ασπιρίνη μπορεί και να μην αποτελεί την ενδεικνυόμενη αγωγή.

H έλλειψη ορθολογικής συμπεριφοράς, πριν και μετά την εκδήλωση  της κρίσης, ευθύνεται κατά κύριο λόγο για τη διαιώνισή της. Έτσι, ενώ η μέση διάρκεια μιας οξείας κρίσης χρέους, σύμφωνα με τις μελέτες του ΔΝΤ, είναι τέσσερα χρόνια και οι τρείς άλλες χώρες της ευρωζώνης έχουν ήδη αποδεσμευθεί από τα δικά τους μνημόνια, οι πολίτες αυτής της χώρας ασχολούνται ακόμη με τα «υπαρξιακά» προβλήματα των αιτίων και των υπαιτίων. Εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η ύφεση οφείλεται στα μνημόνια, ενώ γνωρίζουν ότι τα υπέρογκα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού και του εξωτερικού ισοζυγίου του 2009 είχαν ήδη αποκλείσει τη χώρα από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Λογικά λοιπόν, αν δεν παρενέβαιναν οι εταίροι μας για να μας δανείσουν, η χώρα θα έπρεπε να κηρύξει στάση  πληρωμών και να εγκαταλείψει το ευρώ.

Η ανορθολογική μας συμπεριφορά υποδηλώνει ότι, ως λαός, αγνοούμε την έννοια της λέξης «αυτονόητο». Σε ατομικό επίπεδο, οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε ότι δεν πρέπει να δαπανούμε περισσότερα από όσα αντέχει ο οικογενειακός μας προϋπολογισμός. Δανεισμός νοείται για την απόκτηση πρώτης κατοικίας ή για τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων, έτσι ώστε οι μελλοντικές τους αποδόσεις να μπορούν να αποφέρουν πραγματικές ή τεκμαρτές προσόδους, ικανές να εξυπηρετήσουν τα συναφθέντα δάνεια. Σε συλλογικό όμως επίπεδο, αρνούμεθα να αποδεχθούμε ότι το ίδιο ακριβώς πρέπει να ισχύει και για το κράτος. Η στρέβλωση της έννοιας του αυτονόητου μας ωθεί στη διαμόρφωση μιας περίεργης αντίληψης ότι το πολιτικό μας σύστημα διαθέτει απεριόριστες δυνατότητες να δανείζεται (κυρίως) από το εξωτερικό για να ικανοποιεί τις κοινωνικές μας ανάγκες. Και όταν το κράτος, παρά τις επίμονες προειδοποιήσεις των ειδημόνων, φθάνει στο στάδιο της χρεοκοπίας και της αναπότρεπτης λιτότητας-ύφεσης, σπεύδουμε ως άτομα να ενοχοποιήσουμε τους πολιτικούς. 

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι πολιτικοί μας ταγοί είναι άμοιροι ευθυνών, εφόσον το καθήκον τους είναι να ποδηγετούν τον λαό, και όχι να ικανοποιούν άκριτα τις πλέον ανεύθυνες απαιτήσεις του, πέρα από τα όρια αντοχής της οικονομίας. Μια τέτοια έλλειψη διορατικότητας παραπέμπει σε ‘ένα πολιτικό σύστημα κατώτερο των περιστάσεων και δέσμιο της αδιέξοδης τακτικής αποφυγής ή μετάθεσης του πολιτικού κόστους. Οι δικαιολογίες που επικαλείται ότι ενεργεί μέσα στο πλαίσιο της λαϊκής εντολής  ή ότι αναγκάζεται να υποκύψει στις υπέρμετρες (και ενίοτε θορυβώδεις) διεκδικήσεις της αντιπολίτευσης ή/και των οργανωμένων συντεχνιακών συμφερόντων, προκειμένου να διαφυλαχθεί (βραχυχρόνια)  η κοινωνική γαλήνη, δεν έχουν επαρκή θεμελίωση. Μοιάζουν με το επιχείρημα του κυβερνήτη του πλοίου, που το έριξε στα βράχια, επειδή οι ναύτες ζητούσαν διπλασιασμό των μισθών τους.

Η ανακύκλωση και διάχυση των ευθυνών μεταξύ διοικούντων και διοικουμένων δεν μπορεί, όπως είναι φυσικό, να οδηγήσει σε έξοδο από την κρίση. Έτσι, αναζητήθηκε η ουτοπική και πάλι διαφυγή στον οικείο ¨αποδιοπομπαίο τράγο». Αυτός βρέθηκε στο πρόσωπο των εταίρων-δανειστών. Η κατηγορία που τους απευθύνουμε είναι ότι μας δάνεισαν με επαχθείς όρους περίπου € 240+80 δισεκ., επιβάλλοντας αυστηρούς κανόνες «νοικοκυρέματος¨», προκειμένου να εξασφαλίσουν, για λογαριασμό των δικών τους λαών, την επιστροφή των δανεικών.  Εδώ, η έννοια του αυτονόητου «κακοποιείται» σε τρία σημεία:

1)  Όταν το άτομο προσφεύγει στην Τράπεζα για να ζητήσει στεγαστικό δάνειο, αποδέχεται την υπογραφή ενός «μνημονίου» υποθήκευσης του ακινήτου που θα αγοράσει. Η υποθήκη αποτελεί εγγύηση ότι ο δανειολήπτης θα εξοφλήσει το δάνειο. Διαφορετικά, η Τράπεζα δεν θα μπορέσει να χορηγήσει το ανακυκλούμενο ποσό του δανείου σε άλλο νοικοκυριό, ενώ ταυτόχρονα θα θέσει σε κίνδυνο τις καταθέσεις των πελατών της. Δεν νοείται κρατική παρέμβαση, που να θέτει φραγμό στο δικαίωμα των τραπεζών να διεκδικούν νομίμως την επιστροφή των δανεισθέντων κεφαλαίων. Διαφορετικά, θα πρέπει το κράτος να τις ανακεφαλαιοποιήσει, σε βάρος των καταθετών, των μετόχων-ομολογιούχων και των φορολογουμένων. Το παράλογο σε μια τέτοια περίπτωση, είναι ότι το κράτος χρησιμοποιεί όλα τα ένδικα μέσα, που επιφυλάσσει για τον εαυτό του, προκειμένου να αναγκάσει τους πολίτες να εξυπηρετήσουν τις φορολογικές και λοιπές υποχρεώσεις τους. Αν η κυβέρνηση επιθυμεί να προστατεύσει ευπαθείς ομάδες δανειοληπτών, στο πλαίσιο άσκησης κοινωνικής πολιτικής, θα πρέπει να επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό και όχι τις τράπεζες. Όλη η ανωτέρω διαδικασία άσκησης πίστης γίνεται ευρέως αποδεκτή, αλλά η εφαρμογή της προσκρούει σε σοβαρά εμπόδια, όταν πρόκειται για ελληνικές τράπεζες. Ομοίως απορρίπτεται ως επονείδιστη,  όταν δανειστές είναι οι εταίροι μας. 

2) Ο κοινός νους δέχεται τον κανόνα ότι ένα άτομο των 80 κιλών, το οποίο λόγω πολυφαγίας προσέγγισε τα 150 κιλά, θα πρέπει να υποβληθεί σε μια οδυνηρή, αλλά επιβεβλημένη, διαδικασία απίσχνανσης. Ο μέσος Έλληνας όμως δεν δέχεται την ισχύ ενός αντίστοιχου κανόνα στην περίπτωση ενός υπερτροφικού κράτους. Εδώ, η επιστροφή στο φυσιολογικό «οικονομικό βάρος» χαρακτηρίζεται ως αποτρόπαια λιτότητα, οι δε εταίροι που έσπευσαν σε βοήθεια για να αποτρέψουν τη χρεοκοπία κοσμούνται με διάφορα «εύηχα» επίθετα. 

Το τραγικό στην υπόθεση είναι ότι η πλειοψηφία των πολιτών θεωρεί τη λιτότητα ως καταστροφική μόνο στο βαθμό, που θίγει τα συμφέροντα ενός εκάστου. Αν το βάρος της προσαρμογής μετατεθεί, μέσω της διαδικασίας κοινωνικού αυτοματισμού (απεργίες, παρασκήνιο κλπ.), σε τρίτους, τότε η αντίσταση αμβλύνεται. Έτσι, το κέντρο βάρους απομακρύνεται από την αυτονόητη ανάγκη της δίκαιης κατανομής των θυσιών, με αποτέλεσμα να αμφισβητείται η ίδια η αναγκαιότητα της προσαρμογής. Το δε πολιτικό σύστημα, το οποίο κατά κανόνα θέτει το πολιτικό κόστος πάνω από το εθνικό συμφέρον, αποκτά το απαραίτητο για την επιβίωσή του άλλοθι να αγνοεί προκλητικά τους κανόνες της δίκαιης κατανομής των μέτρων λιτότητας. Επιπλέον, μπορεί να αποδίδει την ευθύνη για τα μέτρα αυτά στους δανειστές, αρνούμενο να αναλάβει την πατρότητα ή κυριότητά τους. 

3) Η δίκαιη κατανομή του βάρους προσαρμογής δεν αποτελεί μια αφηρημένη έννοια. Έχει ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο, που είναι σε όλους γνωστό, μέσα από τις κατά καιρούς υποδείξεις και συστάσεις όλων των διεθνών και ελληνικών έγκυρων οργανισμών (ΟΟΣΑ, ΔΝΤ, ΕΚΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Τράπεζα της Ελλάδος κλπ.). Εδώ και 35 χρόνια, όταν τα σημάδια του δημοσιονομικού εκτροχιασμού, είχαν αρχίσει να γίνονται εμφανή, η συνταγή, με διαφορετικούς βαθμούς έντασης, επαναλαμβάνεται μονότονα: Λιτότητα, που να στηρίζεται κατά τα 2/3 στην περικοπή των δημόσιων δαπανών και κατά το 1/3 στην αύξηση των φορολογικών εσόδων, μέσω της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης (περιστολή φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής, φοροκλοπής ). Το πολιτικό μας σύστημα έκανε και εξακολουθεί να κάνει ακριβώς το αντίθετο: Υπέρογκη αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των συνεπών φορολογουμένων και απεμπόληση κάθε σοβαρής μεταρρυθμιστικής προσπάθειας εκσυγχρονισμού των «αρχαϊκών» δομών του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (γραφειοκρατία, διαφθορά, κομματικοποίηση, μετριοκρατία, φορολογικό σύστημα, απονομή δικαιοσύνης, παιδεία, ευέλικτη αγορά εργασίας, ανταγωνιστικό επιχειρηματικό περιβάλλον, ιδιωτικοποιήσεις κοκ.). 

Η διαιωνιζόμενη ανορθολογική κατανομή του βάρους της προσαρμογής κλονίζει με επιταχυνόμενο ρυθμό την εμπιστοσύνη των πολιτών στη θέληση και την ικανότητα του πολιτικού συστήματος να αντιμετωπίσει με επιτυχία την ύφεση. Απομακρύνει επίσης το ενδεχόμενο συνεργασίας μεταξύ τους, ή έστω και ανοχής των μεν προς τους δε, για την εφαρμογή ενός βιώσιμου σχεδίου εξόδου από την κρίση. Το κενό που καταλείπει η έλλειψη ενός τέτοιου μεσο-μακροπρόθεσμου σχεδιασμού πληρούται με αλληλοκατηγορίες και ανέξοδες προσπάθειες μετάθεσης ευθυνών που, αντί να οδηγούν σε λύσεις, ανατροφοδοτούν το κενό και διαιωνίζουν τα αδιέξοδα. 

Εξ αντιδιαστολής προκύπτει ότι η άρση του αδιεξόδου περνάει μέσα από την αποδοχή των κανόνων του αυτονόητου: Συναντίληψη πολιτών και πολιτικών ως προς τις αρχές, που πρέπει να διέπουν τη διαχείριση του (οικογενειακού-κρατικού) προϋπολογισμού, την έκταση της καταναλωτικής δαπάνης (μέσα στα όρια του εισοδηματικού-παραγωγικού περιορισμού) και την άσκηση κοινωνικής πολιτικής (στο πλαίσιο της βελτίωσης της παραγωγικότητας). Οι αρχές αυτές εύκολα γίνονται αποδεκτές, αλλά δύσκολα εφαρμόζονται στην πράξη. Η υλοποίησή τους προϋποθέτει πολίτες με αντικειμενική-πολύπλευρη ενημέρωση και εποικοδομητική κριτική στάση απέναντι στον πολιτικό-κομματικό λόγο. Σε ήκιστα διπλωματική γλώσσα, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παύσουν να σκέπτονται και να ενεργούν ως «κρατικοδίαιτοι ιδιώτες», που εξαργυρώνουν την ψήφο τους με προσωπικά ανταλλάγματα. Προϋποθέτει επίσης πολιτικούς, πρόθυμους να εγκαταλείψουν τον δημαγωγικό λόγο και το σύστημα των πελατειακών σχέσεων. Σε ήκιστα διπλωματική γλώσσα, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αποστασιοποιηθούν από την προσφιλή τους τακτική να προσπαθούν να επιλύσουν το οικονομικό πρόβλημα της χώρας με ιδεολογικά-πολιτικά μέσα. Είναι σαν να προσπαθούν να παίξουν ποδόσφαιρο με βάση τους κανόνες, που ισχύουν για την καλαθοσφαίριση. Το μόνο που καταφέρνουν είναι να κάνουν συνεχώς «φάουλ», χωρίς να βάζουν ποτέ «γκολ». Πρότυπο πολιτικού μπορεί να γίνει ο ηγέτης εκείνος, ο οποίος θα επιτύχει την προώθηση των επώδυνων, αλλά αναγκαίων, δημοσιονομικών και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, περιτυλίγοντας αυτές με μια «παχιά στρώση πολιτικής σοκολάτας», ικανή να παρασύρει τον πολίτη στην ατραπό του δύσβατου ενάρετου κύκλου.

Η απομάκρυνση από τον φαύλο υφεσιακό κύκλο περνάει μέσα από δύο στάδια. Σημειώνεται ότι η χώρα μας δεν έχει ακόμη διανύσει επιτυχώς ούτε ένα από τα δύο αυτά στάδια, λόγω της αποτυχημένης διαχείρισης της κρίσης από το πολιτικό μας σύστημα, παρά την πτώση του ΑΕΠ κατά 30% και την άνοδο της ανεργίας στο 25% την τελευταία επταετία. Το πρώτο στάδιο έχει να κάνει με την σταθεροποίηση της οικονομίας, δηλ. με την αποκατάσταση των μακροοικονομικών ισορροπιών. Αυτή συμπίπτει με την εξάλειψη των ελλειμμάτων στον κρατικό προϋπολογισμό και το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών.

Στον ορισμό των δύο αυτών ελλειμμάτων (δίδυμα ελλείμματα) χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Είναι παραπλανητική η προσκόλληση της πολιτικής ηγεσίας στην έννοια του πρωτογενούς πλεονάσματος, για το οποίο και πανηγυρίζουν, όταν επιτυγχάνεται. Το πρωτογενές πλεόνασμα δεν περιλαμβάνει τους τόκους του δημόσιου χρέους, με αποτέλεσμα ο προϋπολογισμός να μετατρέπεται σε ελλειμματικό, όταν προστεθούν και οι τόκοι. Έτσι, ακόμη και αν επιτευχθεί ο διατυμπανιζόμενος στόχος του 3,5% του ΑΕΠ το 2018, το ποσό που θα εξοικονομηθεί (€ 5-6 δισεκ.) μόλις επαρκεί για να πληρωθούν οι τόκοι του έτους αυτού. Επομένως, στην καλύτερη περίπτωση, ο προϋπολογισμός για το 2018 θα είναι ισοσκελισμένος, πράγμα που δεν λύνει το μακροχρόνιο πρόβλημα της χώρας για δύο λόγους. Πρώτον, διότι δεν αφήνει περιθώρια για την καταβολή των χρεολυσίων, οπότε η πρωτογενής αιτία της κρίσης (δηλ. το υπέρογκο δημόσιο χρέος) δεν εξαλείφεται. Δεύτερον, διότι τα χαμηλά επίπεδα τόκων των € 4-6 δισεκ. έχουν χρόνο λήξης το 2022, όταν λήγει και η περίοδος χάριτος, που μας εξασφάλισαν οι εταίροι μας.

Ομοίως, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών εξακολουθεί να παραμένει ελλειμματικό στη μεγαλύτερη διάρκεια της τελευταίας επταετίας, παρά τη ραγδαία πτώση των εισαγωγών. Ακόμη και όταν, κατ΄εξαίρεση, παρουσιάζει πλεόνασμα, αυτό οφείλεται στην ευνοϊκή συγκυρία ενός αυξημένου τουριστικού ρεύματος ή αυξημένων Κοινοτικών εισροών, δεδομένου ότι οι εισαγωγές (υλικών) αγαθών εξακολουθούν να υπερβαίνουν σημαντικά τις αντίστοιχες εξαγωγές. Ελλειμματικό εμπορικό (ή εμπορευματικό) ισοζύγιο σημαίνει ότι η εγχώρια παραγωγή δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες του πληθυσμού, οπότε οποιαδήποτε ενίσχυση της ζήτησης με δανεικά θα οδηγήσει στην επιδείνωση του φαύλου κύκλου των ελλειμμάτων.

Η σταθεροποίηση της οικονομίας αποτελεί την αναγκαία, αλλά μη επαρκή, συνθήκη για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Αντιπροσωπεύει το στάδιο της θεραπείας και ανάρρωσης ενός ασθενούς. Η πλήρης αποθεραπεία και η επάνοδος στους φυσιολογικούς ρυθμούς δράσης σηματοδοτεί την έναρξη του δεύτερου σταδίου της ανάπτυξης, που οδηγεί στην αύξηση της παραγωγής, της απασχόλησης, του εισοδήματος και της ζήτησης.  

Η ανάπτυξη είναι μια λέξη, που αναμασάται καθημερινά από τους πολιτικούς, αλλά κανείς δεν κάνει κάτι το ουσιαστικό για να την προωθήσει. Η απλή όμως απαρίθμηση των προϋποθέσεων από πλήθος (αν)επίσημων φορέων αποτελεί καθημερινή ρουτίνα: Πολιτική σταθερότητα, εμπιστοσύνη στις μακροπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον, ώστε να προσελκυσθούν επενδυτικά κεφάλαια. Τα δεδομένα όμως πιστοποιούν ότι τίποτε από τα παραπάνω δεν ισχύει. Οι επενδύσεις στην Ελλάδα ανέρχονταν σε € 60 δισεκ. το 2009, για να περιοριστούν στα € 20 δισεκ. το 2015, όταν οι αποσβέσεις για το 2015 αποτιμώνται σε € 33 δισεκ. Η μετάβαση από την αποεπένδυση στην καθαρή επένδυση, που αποτελεί το βασικό μοχλό ανάπτυξης, απαιτεί μια μαζική εισροή τεχνογνωσίας και κεφαλαίων, κυρίως από το εξωτερικό. Τα κεφάλαια από ελληνικές επιχειρήσεις δεν επαρκούν , το ίδιο δε ισχύει και για τα κεφάλαια, που είναι διαθέσιμα για δημόσιες επενδύσεις (μεσω ΕΣΠΑ, ΣΕΣ, πακέτο Γιουνγκερ, Ευρωπαϊκές Επενδυτικές Τράπεζες), συνολικού ετήσιου ύψους γύρω στα €6 δισεκ.

Σημειώνεται ότι οι δημόσιες επενδύσεις, κυρίως σε έργα υποδομής, αυξάνουν μεν τις θέσεις εργασίας και τα εισοδήματα, αλλά δεν παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα, που ενισχύουν τη συναλλαγματική θέση της χώρας. Δημιουργούν μόνο εξωτερικές οικονομίες για τους επιχειρηματίες (υπηρεσίες οδικού-σιδηροδρομικού δικτύου, λιμένων και αεροδρομίων, βιομηχανικές ζώνες κλπ.), που μειώνουν το ιδιωτικό κόστος παραγωγής και τονώνουν την επιχειρηματικότητα.   Βασικό λοιπόν προαπαιτούμενο της ανάπτυξης είναι η προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων για τη δημιουργία ανταγωνιστικών, εξωστρεφών μονάδων παραγωγής καινοτόμων προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας στους τομείς, που η Ελλάδα διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα. Για να συμβεί όμως αυτό, απαιτείται η προώθηση μιας σειράς διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων: Απλό, σταθερό και εκλογικευμένο φορολογικό σύστημα, δραστική περιστολή γραφειοκρατίας και διαφθοράς, ταχεία απονομή δικαιοσύνης, επιτάχυνση αποκρατικοποιήσεων, υγιή χρηματοπιστωτικό τομέα, ευέλικτη αγορά εργασίας, ανταγωνιστική αγορά προϊόντος, αναβάθμιση υπηρεσιών εκπαίδευσης, αποκομματικοποίηση Δημόσιας Διοίκησης. Απαιτείται επίσης επανακαθορισμός του πλαισίου δράσης και παρεμβάσεων του κράτους, με την αναγνώριση του κυρίαρχου ρόλου της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στον τομέα της παραγωγής ιδιωτικών αγαθών, σε συνδυασμό με τον κυρίαρχο ρόλο του κράτους στον τομέα της δίκαιης αναδιανομής του εισοδήματος, χωρίς να θίγονται τα κίνητρα για εργασία, αποταμίευση και επένδυση. Γενικά, απαιτείται η εναρμόνιση του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας του κράτους, της οικονομίας και της κοινωνίας με τα ισχύοντα στις προηγμένες χώρες-μέλη της ΕΕ. 

Από την παράθεση των ανωτέρω προαπαιτούμενων, γίνεται σαφές ότι η βιώσιμη έξοδος από την οικονομική κρίση είναι αμιγώς θέμα συμμόρφωσης κράτους και πολιτών με τους άτεγκτους κανόνες της οικονομικής δεοντολογίας. Η επίκληση αρχών από οποιαδήποτε πολιτικά-ιδεολογικά δόγματα-ρεύματα ή από τις επιστήμες της κοινωνιολογίας, της ηθικής, της νομικής, της θεολογίας, της ψυχολογίας κοκ. ελάχιστη μόνο επιρροή ασκούν στη μακροχρόνια διαμόρφωση του οικονομικού γίγνεσθαι. Επομένως, η ένταξη της χώρας στην κατηγορία των αναπτυγμένων οικονομιών ελάχιστα εξαρτάται από τη βούληση των δανειστών μας. Χρειάζεται κυρίως ταύτιση απόψεων πολιτικής ελίτ και πολιτών ως προς το ότι κινητήρια δύναμη για τη διαρκή βελτίωση του βιοτικού μας επιπέδου είναι η επιτυχής εφαρμογή των προγραμμάτων δημοσιονομικής εξυγίανσης μεσοπρόθεσμα και τολμηρών δομικών μεταρρυθμίσεων μακροπρόθεσμα. Σε τελική ανάλυση, όλα είναι θέμα ατομικής «κουλτούρας» και πολιτικής βούλησης. Οπότε η συζήτηση επανέρχεται στο σημείο, από το οποίο ξεκινήσαμε.

* Ο κ. Βασίλειος Δαλαμάγκας είναι ομ. καθηγητής Οικονομικού Τμήματος Πανεπιστημίου Αθηνών.