ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Τα δύσκολα έπονται

vouli1--5

Τ​​ο ασφαλιστικό ψηφίστηκε, τα δύσκολα έπονται. Στις μέρες που ακολούθησαν την ψήφιση του σχετικού νόμου, οι υποστηρικτές του, με τις δημόσιες τοποθετήσεις τους, υπερασπίζονται με σχετικό σθένος την απόφασή τους, αποφεύγοντας ωστόσο να αναφερθούν με σαφήνεια στις επερχόμενες επιπτώσεις του νέου ασφαλιστικού καθεστώτος. Οταν όμως δοκιμαστούν και κυρίως αποκαλυφθούν οι πραγματικές συνέπειες του νέου θεσμικού πλαισίου, τότε ίσως διαπιστώσουν ότι διέπραξαν ένα μεγάλο, συλλογικό και ατομικό, λάθος, γιατί εντέλει: • Εγκαθίδρυσαν ένα νέο ασφαλιστικό σύστημα που ωθεί προς τη φτωχοποίηση σχεδόν όλους, με μοναδική εξαίρεση τους σημερινούς και τους αυριανούς δικαιούχους της κατώτερης σύνταξης. Από την τελευταία αυτή κατηγορία, αυτοί που φτωχοποιούνται ακόμα περισσότερο είναι οι περίπου 300.000 δικαιούχοι του ΕΚΑΣ, που, από τον επόμενο μήνα και στα δύο επόμενα χρόνια, η σύνταξή τους θα μειωθεί μηνιαίως από 100 έως 230 ευρώ περίπου.

• Οσοι και όσες προσδοκούσαν μια αξιοπρεπή σύνταξη 1.500 – 2.000 ευρώ, ύστερα από 35 – 40 χρόνια κατοχυρωμένης ασφάλισης, θα λάβουν μειωμένες τις συντάξεις τους στο ύψος των 750 – 1.100 ευρώ. Εξάλλου, από την 1η/1/18 αυτό ακριβώς θα συμβεί με την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς στο σύνολο των σημερινών συνταξιούχων.

• Η νέα γενιά εργαζομένων θα βρεθεί αντιμέτωπη με το δίλημμα: διεκδικώ με σθένος πλήρη ασφάλιση ή τελικά επιλέγω –ή έστω ανέχομαι– καθεστώς «ευέλικτων μορφών» εργασίας με απομείωση των ασφαλιστικών μου δικαιωμάτων, στοχεύοντας εξαρχής στην κατοχύρωση μιας σύνταξης 500 – 600 ευρώ, αντί της σύνταξης των 750 – 1.100 ευρώ που θα κατοχύρωνε ο εργαζόμενος με τη διεκδίκηση πλήρους ασφάλισης;

• Οι δικηγόροι, οι γιατροί, οι μηχανικοί, οι δημοσιογράφοι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επιλέξουν την κατοχύρωση της κατώτερης σύνταξης των 600 – 700 ευρώ, αποφεύγοντας να δηλώσουν ετήσια εισοδήματα πάνω από 22.000 ευρώ, καταβάλλοντας μάλιστα έτσι και μειωμένες εισφορές έναντι των σημερινών.

Οι προαναφερθείσες αδυναμίες του νέου ασφαλιστικού είναι οι βασικότερες και οι πλέον ουσιώδεις. Το ερώτημα βέβαια είναι γιατί η κυβέρνηση επέλεξε αυτές τις αλλαγές και γιατί οι περίφημοι θεσμοί της Ε.Ε. τις υιοθέτησαν σχεδόν αβασάνιστα. Σε ό,τι αφορά την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ο πολιτικός λόγος είναι προφανής: κάθε άλλη μεταρρυθμιστική αλλαγή θα αποτελούσε ιδεολογική εκτροπή. Στο δίλημμα «προσήλωση στην ιδεολογική καθαρότητα της φτωχοποίησης ή μετεξέλιξη της ιδεολογικής βάσης χωρίς ιδεοληψίες και ανώφελες ενοχοποιήσεις της υγιούς επιχειρηματικότητας, του ορθολογικού ενδιαφέροντος του ατόμου για προσωπική αλλά και συλλογική ευημερία», η επιλογή της κυβέρνησης ήταν σαφής: «ιδεολογική καθαρότητα με φτωχοποίηση». Σε ό,τι αφορά τους περίφημους θεσμούς της Ε.Ε. από τη δική τους πλευρά, η μόνη πολιτική πίεση που μας ασκούν αφορά δύο κύριες επιδιώξεις τους: Πρώτον, να διασφαλίσουν την αποπληρωμή των δανείων τους και, δεύτερον, να εξαγοράσουν, με όσο δυνατόν καλύτερους όρους, τη δημόσια αλλά και ιδιωτική μας περιουσία.

Στην παρούσα λοιπόν φάση, η κυβέρνησή μας δείχνει ανακουφισμένη και οι θεσμοί ικανοποιημένοι. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: Υπήρχε άλλος δρόμος από αυτόν; Απαντώ ευθέως, ναι, υπήρχε. Αντί της επιλογής της φτωχοποίησης σχεδόν του συνόλου των συνταξιούχων, η κυβέρνηση, και κυρίως η πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, θα έπρεπε να τολμήσει μια υπεύθυνη και τολμηρή μεταρρυθμιστική προσαρμογή του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στη βάση των παρακάτω κεντρικών επιλογών:

1ον Μετεξέλιξη του αναδιανεμητικού ασφαλιστικού συστήματος σε ένα νέο μεικτό σύστημα, με τη σταδιακή ενίσχυση κανόνων που θα διέπονται από ανταποδοτικές αρχές: εθνική σύνταξη για όλους που κατοχυρώνουν 15 έως 20 έτη ασφάλισης με συνολικό κόστος 5%-6% επί του ΑΕΠ. Σήμερα, η εθνική σύνταξη θα ήταν περίπου 360 ευρώ. Το υπόλοιπο τίμημα της σύνταξης θα πρέπει να διέπεται από κανόνες αναδιανομής (αλληλεγγύης) και ανταπόδοσης στη βάση νοητής κεφαλαιοποίησης των καταβαλλόμενων ασφαλιστικών εισφορών. 2ον Θεσμικά κατοχυρωμένη ανάπτυξη επαγγελματικών ταμείων, τα οποία θα συστήνονται με συλλογικές πρωτοβουλίες εργαζομένων και εργοδοτών. 3ον Αποδοχή του ρόλου που μπορεί, με την απόλυτη ευθύνη του ασφαλισμένου, να διαδραματίσει ο τρίτος πυλώνας (η ιδιωτική ασφάλιση). 4ον Ριζικός οργανωτικός και λειτουργικός ανασχεδιασμός, με στόχο τη δραστική μείωση των λειτουργικών δαπανών όλων των δομών κοινωνικής ασφάλισης και κυρίως εξαφάνιση του φαινομένου εισφοροδιαφυγής και εισφοροαποφυγής. 5ον Δημιουργία αξιόπιστων δημόσιων αρχών για την αναλογιστική εποπτεία όλων των Ταμείων τόσο της δημόσιας ασφάλισης όσο και των επαγγελματικών δομών. 6ον Δημιουργία ισχυρών δομών (funds) αξιοποίησης τόσο των αποθεματικών τους όσο και της ακίνητης περιουσίας τους. 7ον Επίτευξη συμφωνίας με τους θεσμούς της Ε.Ε. για τη συνδυαστική μείωση των ασφαλιστικών εισφορών εντός 10ετίας κατά (30%-40%), με την ταυτόχρονη 10ετή ρύθμιση σταδιακής εξόφλησης όλων των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία, που σήμερα ανέρχονται στα 18 δισ. 8ον Αμεση και εθελοντική μετεξέλιξη των ασφαλιστικών ταμείων των επιστημόνων (δικηγόροι, γιατροί, μηχανικοί) και δημοσιογράφων σε συλλογικά επαγγελματικά ταμεία, με πλήρη κατοχύρωση του αυτοδιοίκητου.

Ενα τέτοιο πλαίσιο διαπραγμάτευσης είναι βέβαιο ότι θα ωθούσε τους θεσμούς της Ε.Ε. προς την επιλογή υιοθέτησής του, δεδομένου ότι διέπεται από αλλαγές και προσαρμογές που ήδη γίνονται στις ευρωπαϊκές χώρες. Ενα τέτοιο σχέδιο θα κρινόταν διαφορετικά από τη Δημοκρατική Συμπαράταξη, το Ποτάμι και την Ενωση Κεντρώων, χωρίς να αφήνει αδιάφορη ακόμα και τη Ν.Δ.

Δυστυχώς όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κάνει τις επιλογές του. Σταθερή συμμαχία με τους ΑΝΕΛ και αριστερή ρητορική προς τους βουλευτές και τα στελέχη του. Αν αυτή η επιλογή οδηγεί στη φτωχοποίηση το σύνολο σχεδόν των ασφαλισμένων, η ελπίδα του είναι μία: να μη γίνει άμεσα αντιληπτό. Οι επιπτώσεις να είναι σταδιακές έως τις 31/12/2017 και ο μεγάλος λογαριασμός να έρθει την 1η/1/2018. Εως τότε έχει ο Θεός ή ο Μαρξ…

* Ο κ. Ροβέρτος Σπυρόπουλος είναι πρώην διοικητής ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.