ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επενδύσεις 201 δισ. ευρώ έως το 2020 χρειάζεται η ελληνική οικονομία

ependyseis-201-dis-eyro-eos-to-2020-chreiazetai-i-elliniki-oikonomia-2141902

Επενδύσεις 201 δισ. ευρώ θα πρέπει να πραγματοποιηθούν κατά την περίοδο 2016-2020, ή περίπου 40 δισ. σε ετήσια βάση, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Τράπεζας Πειραιώς, ώστε να καλυφθεί η απώλεια επενδύσεων που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της κρίσης.

Μελέτη της Μονάδας Οικονομικής Ανάλυσης και Επενδυτικής Στρατηγικής του ομίλου Πειραιώς προτείνει, για να επανέλθει το ποσοστό επενδύσεων σε ισορροπία και αρμονία με τον μακροχρόνιο ρυθμό ανάπτυξης που μπορεί να επιτύχει η ελληνική οικονομία (τον οποίο οι οικονομολόγοι της τράπεζας εκτιμούν στο 2,2%), τα εξής:

• Ο λόγος επενδύσεων προς ΑΕΠ να ανέλθει το 2020 στο 23,4% από 11,6% που ήταν το 2015. Σημειώνεται ότι το ποσοστό επενδύσεων προς ΑΕΠ το 2007 είχε διαμορφωθεί στο 24,6%.

• Να υλοποιηθούν επενδύσεις 201 δισ. ευρώ στο διάστημα 2016-2020, ή 40 δισ. ευρώ ετησίως, έναντι επενδύσεων 30 δισ. ευρώ κατ’ έτος που πραγματοποιούνταν την περίοδο 2009-2015.

Ωστόσο οι οικονομολόγοι της Πειραιώς σημειώνουν ότι, παρά την αύξηση των επενδύσεων τα επόμενα πέντε χρόνια, «αναμένουμε η διαδικασία αποεπένδυσης να συνεχιστεί, καθώς οι αποσβέσεις θα εξακολουθούν να υπερτερούν των νέων επενδύσεων, οδηγώντας την αξία του συσσωρευμένου αποθέματος κεφαλαίου στα 760 δισ. ευρώ το 2020». Τη δεκαετία 2021-2030 η καθαρή αύξηση κεφαλαίου κατά 185 δισ. θα είναι το αποτέλεσμα 528 δισ. ευρώ (ή 53 δισ. ευρώ κάθε έτος) επενδύσεων αλλά και 343 δισ. ευρώ αποσβέσεων.

Σκοπός της μελέτης της Πειραιώς είναι να συνεισφέρει στον δημόσιο διάλογο και στον προβληματισμό που αναπτύσσεται για τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας να οδηγηθεί σε έξοδο από το σημερινό υφεσιακό καθεστώς, μέσω μιας ανάπτυξης βασισμένης στις παραγωγικές, δηλαδή στις μη οικιστικές, επενδύσεις.

«Δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος της δημοσιονομικής προσαρμογής –θέλουμε να πιστεύουμε– έχει συντελεστεί, ο δημόσιος διάλογος είναι πολύ φυσιολογικό να αρχίσει να στρέφεται στον σχεδιασμό της επόμενης μέρας, που δεν μπορεί να είναι άλλος από την εδραίωση της αναπτυξιακής πορείας της χώρας», σημειώνεται στη μελέτη.

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τη μελέτη είναι ότι εάν επιδιώκουμε να πετύχουμε αύξηση των μη οικιστικών επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα κατά 10% (δηλαδή κατά 1,2 δισ. ευρώ, κοντά στον μέσο όρο της περιόδου 1997-2008), απαιτείται:

• Αύξηση της καθαρής ροής χρηματοδότησης κατά 7,7 δισ. ευρώ.
• Αύξηση της υπερβάλλουσας ζήτησης –κατανάλωση και εξαγωγές–- κατά 8,1 δισ. ευρώ.
• Μείωση του πραγματικού επιτοκίου κατά 1,8%.
• Αύξηση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων κατά 2 δισ. ευρώ.
• Μείωση του δείκτη μεταβλητότητας του επιχειρηματικού κλίματος κατά 4,3 μονάδες.