ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Συμφωνία παρόχων για κοινή χρήση και ανάπτυξη των δικτύων νέας γενιάς

symfonia-parochon-gia-koini-chrisi-kai-anaptyxi-ton-diktyon-neas-genias-2146550

Με μιαν άτυπη συμφωνία μεταξύ των παρόχων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών ξεκινά η στρατηγική για την ανάπτυξη των δικτύων νέας γενιάς στη χώρα μας. Η συμφωνία αυτή έχει στόχο τη δημιουργία μιας και μόνης υποδομής τηλεπικοινωνιακών δικτύων νέας γενιάς, την οποία θα εκμεταλλεύονται συμμετρικά, όπως συνηθίζεται να λέγεται, όλοι οι ενδιαφερόμενοι πάροχοι.

Με την κίνηση αυτή, οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι προσπαθούν ν’ αποφύγουν τη δημιουργία πολλαπλών υποδομών που κοστίζουν χρόνο και χρήμα. Ουσιαστικά οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών θα επιχειρήσουν ν’ αποφύγουν το λάθος της δεκαετίας του 2000, όταν αναπτύχθηκαν τα πρώτα ευρυζωνικά δίκτυα (ADSL), τα οποία οδήγησαν στη χρεοκοπία σχεδόν μισή ντουζίνα επιχειρήσεων (Altec Telecom, Lantec, Telepassport, On Telecoms κ.ά.). Τότε καθεμιά εταιρεία, χάρις και στην υψηλή ρευστότητα των πιστωτών/επενδυτών, επιχείρησε ν’ αναπτύξει το δικό της δίκτυο, προκαλώντας πληθώρα υποδομών και υπερπροσφορά υπηρεσιών.

Αυτή η τακτική, ενώ βοήθησε τη χώρα να βγει από το ISDN και το dial up internet, ταυτόχρονα καταπόντισε επενδύσεις εκατοντάδων εκατ. ευρώ. Η σπατάλη πόρων είναι ορατή κυρίως στους αστικούς δρόμους, στους οποίους σήμερα διέρχονται δύο, τρία, και πολλές φορές τέσσερα, «λούκια» οπτικών ινών, οι περισσότερες εκ των οποίων τώρα είναι ανενεργές. Μια οπτική ίνα σε κάθε δρόμο, με τον κατάλληλο εξοπλισμό, θα ήταν αρκετή να καλύψει τις ανάγκες όλων των επιχειρήσεων τηλεπικοινωνιών της χώρας.

Περασμένα μεγαλεία

Στη δεκαετία που διανύουμε, η πολυτέλεια αυτή δεν υπάρχει. Χωρίς το φθηνό χρήμα, οι επιχειρήσεις αναγκαστικά είναι φειδωλές στις επενδύσεις τους. Ο ΟΤΕ έχει υποσχεθεί επενδύσεις ύψους 500 εκατ. ευρώ προς την κατεύθυνση αυτή και άλλα τόσα τουλάχιστον έχουν υποσχεθεί οι εταιρείες Vodafone και Wind. Οι δύο τελευταίες μάλιστα έχουν έρθει σε συμφωνία, ώστε τα δίκτυα που αναπτύσσει η πρώτη να τα μισθώνει στη δεύτερη και αντίστροφα. Κάθε εταιρεία θα επενδύσει σε διαφορετικές (γεωγραφικές) περιοχές, έτσι ώστε να μην υπάρχουν διπλές υποδομές, και καθεμιά θα μπορεί να μισθώνει το δίκτυο της άλλης, με συμμετρικά εμπορικούς όρους.

Στη συμφωνία αυτή τώρα επιχειρείται να συμμετάσχει ατύπως και ο ΟΤΕ. O τελευταίος έχει προβάδισμα στην ανάπτυξη των δικτύων νέας γενιάς, επενδύοντας στην τεχνολογία VDSL, τη στιγμή που η υπόλοιπη αγορά έχει μείνει στην προγενέστερη τεχνολογία ADSL. Ωστόσο και η τεχνολογία VDSL θεωρείται ξεπερασμένη, δεδομένου ότι οι ανεπτυγμένες χώρες (Σουηδία, Κορέα, ΗΠΑ κ.λπ.) επενδύουν συστηματικά στις οπτικές ίνες που φθάνουν μέχρι το σπίτι (fiber to the home ή FTTH), προσφέροντας πραγματικά υπερυψηλές ταχύτητες μετάδοσης άνω των 100 Mbps. Η χώρα μας εμφανίζει μηδενική διείσδυση στο FTTH και είναι η τελευταία μεταξύ των 35 χωρών του ΟΟΣΑ.

Επιπλέον, η Ελλάδα υστερεί έναντι του στόχου που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην πρωτοβουλία Ψηφιακή Ατζέντα. Ο στόχος αυτός θέλει, έως το 2020, το 100% των ευρυζωνικών συνδέσεων στην Ε.Ε. να συνδέεται με ταχύτητες άνω των 30 Mbps και το 50% με ταχύτητες άνω των 100 Mbps. Στην Ελλάδα σήμερα, σύμφωνα με την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών & Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), μόλις το 3% των ευρυζωνικών συνδέσεων βρίσκεται εντός του στόχου της Ψηφιακής Ατζέντας, προσφέροντας ταχύτητες μετάδοσης πάνω από 30 Mbps. Και για να αλλάξει αυτή η κατάσταση, απαιτούνται επενδύσεις ύψους δισ. ευρώ, τα οποία οι εταιρείες τώρα δεν διαθέτουν, τουλάχιστον με την ίδια άνεση που είχαν στο παρελθόν. Εξάλλου η αγορά των τηλεπικοινωνιών στην Ελλάδα φέτος διανύει το 8ο κατά σειρά υφεσιακό έτος της, με συρρίκνωση των εσόδων και αρκετές ζημίες.

Η ΕΕΤΤ, έπειτα από μεγάλη καθυστέρηση, επιχειρεί τώρα να θέσει τους όρους ανάπτυξης των δικτύων νέας γενιάς. Η διαβούλευση έως τα μέσα Σεπτεμβρίου αναμένεται να βάλει τους όρους ανάπτυξης του VDSL vectoring, μιας τεχνολογίας που βρίσκεται μεταξύ του VDSL και του FTTH. Θεωρείται ωστόσο κρίσιμης σημασίας η τεχνολογία αυτή, δεδομένου ότι η χώρα αλλά και οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών δεν διαθέτουν 4-5 δισ. ευρώ για να φέρουν τις οπτικές ίνες στα σπίτια των Ελλήνων. Ετσι η αγορά ζητάει έναν ισορροπημένο κανονισμό.