ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Με εκχώρηση ακινήτου στο Δημόσιο η πληρωμή του φόρου κληρονομιάς

me-ekchorisi-akinitoy-sto-dimosio-i-pliromi-toy-foroy-klironomias-2156767

Την εκχώρηση ακινήτων στο Δημόσιο για την αποπληρωμή του φόρου κληρονομιάς, χωρίς ταυτόχρονα να ζημιώνεται ο φορολογούμενος (στην περίπτωση που ο φόρος υπολείπεται της αξίας του ακινήτου), σχεδιάζει το οικονομικό επιτελείο, το οποίο όπως δείχνουν τα πράγματα θα αναβάλει για ακόμα ένα έτος την εφαρμογή του φόρου υπεραξίας στα ακίνητα.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε χθες στη Βουλή ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Τρ. Αλεξιάδης αλλά και με δεδομένες τις διαστάσεις «επιδημίας» που έχει προσλάβει το φαινόμενο των αποποιήσεων κληρονομιάς, λόγω αδυναμίας των κληρονόμων να συντηρήσουν τα ακίνητα αυτά, αναμένεται η έκδοση σχετικής απόφασης που θα παρέχει τη δυνατότητα αποπληρωμής του φόρου κληρονομιάς μέσω της εκχώρησης ακινήτου στην εφορία. Μάλιστα, στην περίπτωση που ο φόρος είναι μικρότερος από την αξία του ακινήτου, το ποσό που απομένει θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση μελλοντικών υποχρεώσεων του φορολογουμένου.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο αναπληρωτής υπουργός, πριν από την έκδοση της απόφασης θα πρέπει να αντιμετωπισθούν ζητήματα που σχετίζονται με την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου. Μάλιστα, ο κ. Αλεξιάδης άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο, στις περιπτώσεις που ο φόρος κληρονομιάς είναι μικρότερος από την αξία του ακινήτου, να γίνονται συμψηφισμοί με μελλοντικές φορολογικές υποχρεώσεις του κληρονόμου. Οπως είπε χαρακτηριστικά, θα υπάρχει πρόβλεψη ώστε αν κάποιος χρωστάει 30.000 ευρώ και το ακίνητο που εκχωρείται έχει αξία 50.000 ευρώ, η διαφορά των 20.000 ευρώ να μη χάνεται, αλλά και ο πολίτης να προστατεύεται και να μη χάνει έσοδα το Δημόσιο.

Σημειώνεται ότι η νομοθεσία σήμερα (4276/2014) προβλέπει ότι «με πράξη της φορολογικής διοίκησης, επιτρέπεται η εξόφληση του συνόλου ή μέρους οφειλόμενου φόρου κληρονομιάς από οφειλέτη που βρίσκεται σε αδυναμία να τον καταβάλει με μετρητά, μετά από αίτησή του, με μεταβίβαση στο ελληνικό Δημόσιο της πλήρους κυριότητας ολόκληρου αξιόλογου κληρονομιαίου ή άλλου ακινήτου, το οποίο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλης και δεν βαρύνεται με οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα, αγωγή ή άλλο βάρος. Σε καμία περίπτωση δεν αποδίδεται στον οφειλέτη η τυχόν διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου που προσφέρεται και του φόρου κληρονομιάς που οφείλεται».

Μιλώντας αργότερα στο συνέδριο για την ακίνητη περιουσία Prodexpo, ο κ. Αλεξιάδης αναφέρθηκε και στις αντικειμενικές αξίες, τονίζοντας ότι έχουν καθυστερήσει οι σχετικές διαδικασίες, κάτι που σημαίνει ότι δεν θα υπάρξει κάποια αναθεώρησή τους πριν από το τέλος του έτους. Η οριστική κατάργηση του αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού των τιμών και η αντικατάστασή του με τις εμπορικές αξίες αναμένεται να συμβεί εντός του 2017. Παράλληλα, ο κ. Αλεξιάδης, ερωτώμενος για τον φόρο υπεραξίας, η αναστολή ισχύος του οποίου λήγει στο τέλος του 2016, τόνισε ότι είναι ανέφικτο να εφαρμοστεί σήμερα, καθώς δεν υπάρχει ο κατάλληλος μηχανισμός επιβολής του.

Υπενθυμίζεται ότι ο φόρος υπεραξίας επιβάλλεται με συντελεστή 15% στο κέρδος που προκύπτει ανάμεσα στην τιμή κτήσης και την τιμή πώλησης κάθε ακινήτου από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά. Επιβαρύνει τον πωλητή ενώ ο αγοραστής οφείλει φόρο μεταβίβασης 3% επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Ο φόρος είχε ανασταλεί εξαιτίας της πολυπλοκότητάς του, με αποτέλεσμα στους μήνες που εφαρμόστηκε να ακυρωθούν εκατοντάδες συμβόλαια.

Πάντως, στο ζήτημα της εκτόξευσης της φορολόγησης των εταιρειών επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία (ΑΕΕΑΠ) κατά 600% και πλέον, ο κ. Αλεξιάδης δεν τοποθετήθηκε επί της ουσίας, παρότι κατά τη σχετική κοινή παρουσίαση που πραγματοποίησαν οι επικεφαλής των δύο μεγαλύτερων ΑΕΕΑΠ της χώρας (Εθνική Πανγαία ΑΕΕΑΠ και Grivalia Properties ΑΕΕΑΠ), προτάθηκαν πιο «έξυπνοι» τρόπο φορολόγησής τους, που επιτυγχάνουν το ίδιο δημοσιονομικό αποτέλεσμα της αύξησης των ετήσιων εσόδων από τον κλάδο κατά 20 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα μάλιστα με τον κ. Γ. Χρυσικό, διευθύνοντα σύμβουλο της Grivalia, αύξηση κατά 100% προέκυψε και μέσω του συμπληρωματικού φόρου επί του ΕΝΦΙΑ, καθιστώντας τις εταιρείες του κλάδου λιγότερο ελκυστικές από μια Α.Ε.