ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: It’s the competitiveness stupid!

apopsi-it-s-the-competitiveness-stupid-2157049

Είναι σίγουρο ότι στο άκουσμα της λέξης «ανταγωνιστικότητα», η πλειονότητα της ελληνικής κοινής γνώμης αντιλαμβάνεται «κούρεμα» μισθών, απολύσεις και μείωση τιμών κινητών και ακίνητων αξιών.

Αλλά η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας δεν συνδέεται αποκλειστικά με τη μείωση του μισθολογικού κόστους. Κι αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ενώ διανύουμε τον όγδοο χρόνο της οικονομικής κρίσης κατά την οποία έχουν «κουρευτεί» μισθοί, συντάξεις, κινητές και ακίνητες αξίες, η πτώση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας συνεχίζεται. Εκ του αποτελέσματος, αποδεικνύεται ότι η αύξηση της παραγωγικότητας ΔΕΝ ταυτίζεται με τη μείωση των τιμών ή/και του μισθολογικού κόστους.

Αντιθέτως, για να επιτευχθεί αύξηση της ανταγωνιστικότητας θα πρέπει να υπάρξει συνδυασμός της προσαρμογής του μισθολογικού κόστους με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Το τελευταίο, πρακτικά, σημαίνει θα πρέπει να υλοποιηθούν επενδύσεις που θα αυξάνουν την παραγωγικότητα και συμπεριλαμβάνουν επενδύσεις στην καινοτομία, στο ανθρώπινο δυναμικό, στις διαδικασίες, στην έρευνα, στην εξωστρέφεια, στην παραγωγή, στην πληροφορία κ.α.

Στο παραπάνω πλαίσιο, η υποβάθμιση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας προσγειώνει στη σκληρή πραγματικότητα εκείνους που θριαμβολογούν περί επανόδου στην ανάπτυξη. Πιο συγκεκριμένα, ανακοινώθηκε η υποχώρηση της ελληνικής οικονομίας κατά 5 θέσεις (86η θέση στις 138 χώρες, από την 81η που είχε πέρυσι) στον Παγκόσμιο Δείκτη Ανταγωνιστικότητας (Global Competitiveness Index) του World Economic Forum. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας επιδεινώνεται συνεχώς από το 2000 (ήταν στην 34η θέση). Η επιδείνωση εντάθηκε μετά την έναρξη της κρίσης το 2008, ενώ είχε ένα διάλειμμα βελτίωσης κατά τη διετία (2012-14), οπότε η ελληνική οικονομία βελτίωσε τη θέση της από την 96η στην 81η θέση. Αυτό σημαίνει ότι φέτος καταγράφεται πισωγύρισμα κι αυτό αποτελεί μια εξαιρετικά ανησυχητική εξέλιξη.

Εκ των πραγμάτων, ο όρος ανταγωνιστικότητα εμπεριέχει τη σύγκριση με άλλες οικονομίες. Η 86η θέση της ελληνικής οικονομίας είναι χαμηλότερη συγκριτικά με όλες τις ανταγωνίστριες χώρες της ΝΑ Ευρώπης, όπως Βουλγαρία (50ή), Τουρκία (55η), Ρουμανία (62η) και Κύπρος (83η). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η Ελλάδα απομακρύνεται από το ραντάρ των ξένων επενδυτών.

Σε γενικές γραμμές η θέση της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται εξαιρετικά χαμηλά σε τρεις κατηγορίες κριτηρίων που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα α) μακροοικονομικό περιβάλλον (131η θέση στις 138 χώρες), β) λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα (136η) και γ) λειτουργία της αγοράς εργασίας (114η). Οι δύο πρώτες κατηγορίες μπορούν να βελτιωθούν αισθητά εάν προχωρήσει η υλοποίηση των συμφωνηθέντων με τους πιστωτές και η συμφωνία για τα χρέος. Αυτό θα προκαλέσει τη συμμετοχή της Ελλάδος στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία σε συνδυασμό με την ορθολογική διαχείριση των «κόκκινων» δανείων, μπορεί να βελτιώσει αισθητά την ελληνική θέση σε σχέση με τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Τα πράγματα είναι πιο σύνθετα σε σχέση με τη λειτουργία της αγοράς εργασίας. Πιο συγκεκριμένα, η αγορά εργασίας βαθμολογείται στην 107η θέση στη συνεργασία εργοδοτών & εργαζομένων, στην 128η θέση στην επιβάρυνση της φορολογίας στα κίνητρα για την εργασία, στην 131η θέση στην ικανότητα της χώρας να προσελκύει ταλέντα, στην 115η σε σχέση με την ευελιξία/κίνητρα στον προσδιορισμό του μισθού και στην 89η θέση σε σχέση με τη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασία. Και είναι πιο σύνθετο γιατί ακόμα κι αν ξεκινήσει η επανεκκίνηση της οικονομίας, η ελληνική πλευρά θα πρέπει να διαχειριστεί την επανένταξη στην αγορά εργασίας άνω του 1 εκατ. ανέργων, με το μεγαλύτερο ποσοστό να είναι μακροχρόνια άνεργοι (72%).

Επιπλέον, καταγράφεται ότι οι συνεχείς αλλαγές στη νομοθεσία (129η) και οι συνεχείς κυβερνητικές αλλαγές (121η) αποτελούν σημαντικά αίτια μειωμένης ανταγωνιστικότητας. Θα έλεγα μάλιστα ότι αυτό εν μέρει οφείλεται και στην πολιτική αστάθεια που προκαλείται από τις συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις.

Αν και το ύψος της ονομαστικής φορολογίας στα νομικά πρόσωπα είναι περίπου στον μέσο όρο της Ευρωζώνης, η ανάλυση δείχνει ότι η φορολογία στην Ελλάδα αποτελεί σημαντικό ανασταλτικό παράγοντα για την ανταγωνιστικότητα λόγω του μεγάλου αριθμού κρυφών/έμμεσων φόρων (109η) και της έλλειψης προβλεψιμότητας (136η θέση στις 138) ως αποτέλεσμα της αυξημένης πιθανότητας να μεταβληθεί το φορολογικό καθεστώς σε βραχυ/μεσοπρόθεσμο επίπεδο. Αυτό καθιστά ακριβή και εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε αποτίμηση της επένδυσης. Επιπλέον, καταγράφεται σημαντικό πρόβλημα στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης (130η).

Τέλος, η γενική εικόνα επιβαρύνεται από το αρνητικό μακροοικονομικό περιβάλλον της ελληνικής οικονομίας (136η θέση) και το επίπεδο του ελληνικού χρηματοπιστωτικού τομέα (131η θέση στις 138). Τα παραπάνω μας φέρνουν στη χειρότερη θέση παγκοσμίως, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και η αισιόδοξη πλευρά. Κι αυτό, γιατί εάν προχωρήσουν η υλοποίηση των συμφωνηθέντων, η συμφωνία για το χρέος και η διαχείριση των «κόκκινων» δανείων, θα επηρεαστεί θετικά ο γενικός δείκτης ανταγωνιστικότητας ο οποίος θα κάνει άλματα βελτίωσης.

Σε κάθε περίπτωση, σε μια διεθνοποιημένη οικονομία αυτό που μετράει δεν είναι μόνο να είσαι καλύτερος σε σχέση με πέρυσι. Μετράει κυρίως το να είσαι συγκριτικά καλύτερος, άρα ανταγωνιστικός σε σχέση με την ανταγωνίστρια επιχείρηση ή χώρα. Με βάση αυτό, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας προβάλλει ως βασική προϋπόθεση όχι μόνο για τη διεθνή επέκταση αλλά και για την ίδια την επιβίωση μιας εταιρείας ή χώρας.

Με βάση τα παραπάνω, επιβεβαιώνεται ότι στον 21ο αιώνα, η ιστορική ρήση για την οικονομία προσαρμόζεται στο «It’s the competitiveness stupid!».

* Ο κ. Βασίλης Καραγιάννης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων σε θέματα Στρατηγικού Σχεδιασμού και Διεθνών Εργασιών, μέλος της Επιτροπής Απασχόλησης του Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου.