ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επιμένει το ΔΝΤ για μείωση σε συντάξεις και αφορολόγητο – Τι απαντά στην Κομισιόν

epimenei-to-dnt-gia-meiosi-se-syntaxeis-kai-aforologito-amp-8211-ti-apanta-stin-komision-2166842

Με νέα ανάρτησή του στο ιστολόγιό του την Τετάρτη, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δίνει απαντήσεις σε τέσσερα ερωτήματα και επί της ουσίας απαντά στις διαρροές από την πλευρά της Κομισιόν, οι οποίες αμφισβητούσαν τους υπολογισμούς του Ταμείου σχετικά με τις συντάξεις και το φορολογικό.

Συγκεκριμένα, το ΔΝΤ αναφέρει:

  • Οσον αφορά το ερώτημα αν είναι δίκαιος ο ισχυρισμός ότι το 50% των Ελληνών φορολογουμένων εξαιρείται από τη φορολογία εισοδήματος:

«Εν πολλοίς, επειδή ακριβώς τόσο πολλοί εξαιρούνται από τη φορολογία εισοδήματος, οι συνολικοί φορολογικοί συντελεστές στην Ελλάδα είναι τόσο αντιπαραγωγικά υψηλοί. Μιλώντας με αριθμούς, τα δεδομένα που προκύπτουν από τις ελληνικές Αρχές και την Eurostat δείχνουν ότι πάνω από τους μισούς μισθωτούς εξαιρούνται από οποιονδήποτε φόρο ατομικού εισοδήματος, συγκριτικά με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που είναι 8%. Συνέπεια της στενής φορολογικής βάσης στη φορολογία ατομικού εισοδήματος είναι ότι οι φορολογικοί συντελεστές, είναι μη-βιώσιμα υψηλοί σε όλο τους το φάσμα, περιλαμβανομένων, εκτός της φορολογίας εισοδήματος, και των ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και άλλων φορολογικών συντελεστών, όπως ΦΠΑ, Φόρος Εισοδήματος Εταιρειών, κλπ».

  • Για το ότι δεν διεύρυνε σημαντικά τη φορολογική βάση η φετινή μεταρρύθμιση στη φορολογία του εισοδήματος, το ΔΝΤ υποστηρίζει:

Η Ελλάδα παραμένει μια στατιστικά ακραία εκτροπή στην Ευρώπη ακόμη και μετά την πρόσφατη μεταρρύθμιση, η οποία έχει κάνει μόνο μια οριακή διαφορά:

– η μεταρρύθμιση οδήγησε σε μείωση των μισθωτών που βρίσκονται κάτω από το χαμηλότερο όριο του αφορολόγητου μόνο κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες, από 55% σε 52%, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με εξαίρεση την Ελλάδα, που είναι 8%.

– αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης είναι ότι η αναλογία του επιπέδου του κατώτατου ορίου του αφορολόγητου προς τον μέσο μισθό μειώθηκε μόνο κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες, από 54% στο 49%, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με εξαίρεση την Ελλάδα, που είναι 24%.

  • Οσον αφορά τον ισχυρισμό ότι οι συνταξιοδοτικές παροχές στην Ελλάδα είναι χαμηλότερες συγκριτικά με τη Γερμανία:

«Οι αριθμοί δεν δημιουργούν μια ακριβή εικόνα, καθώς, πρώτον, πραγματοποιούν διορθώσεις για τις εισοδηματικές διαφορές μεταξύ των χωρών. Για παρόμοιους εργαζόμενους –για παράδειγμα, με 45 χρόνια ασφαλιστικών εισφορών- οι συντάξεις είναι σχεδόν ταυτόσημες σε ονομαστικούς όρους (1.287 ευρώ στη Γερμανία και 1.152 ευρώ στην Ελλάδα). Ομως, ακόμη πιο σημαντική παράμετρο αποτελεί το ότι για να λάβουν υπόψη τους οι εμπειρογνώμονες τα σχετικά εισοδήματα κατά την αξιολόγηση των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων, πρώτα θα λάβουν υπόψη την αναλογία της μέσης πρώτης σύνταξης προς τον μέσο μισθό κατά τη συνταξιοδότηση (γνωστή επίσης σαν "μικτός δείκτης αντικατάστασης"). Αυτή η αναλογία είναι 81% στην Ελλάδα, σχεδόν διπλάσια απ’ ότι στη Γερμανία (43%), γεγονός που καταδεικνύει ένα πολύ γενναιόδωρο συνταξιοδοτικό σύστημα. Και ενώ οι στοχευμένες κοινωνικές πληρωμές είναι όντως υψηλότερες σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ένα από τα κύρια σημεία των όσων αναφέραμε στο blog μας ήταν ότι η Ελλάδα χρειάζεται απεγνωσμένα να αναδιαρθρώσει τα δημόσια οικονομικά της για να μπορέσει να ενισχύσει τις δαπάνες στις πληρωμές αυτού του είδους».

  • Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι στους πρώτους εννέα μήνες του 2016 τα ποσοστά είσπραξης των τεσσάρων κύριων φόρων αυξήθηκαν σε 81% από το 77% το 2015:

«Πρόκειται για λανθασμένο ισχυρισμό, διότι βασίζεται σε έναν στενό προσδιορισμό και σε δεδομένα μόνο από έναν μικρό αριθμό φόρων. Τα ποσοστό των εισπράξεων με βάση έναν διευρυμένο προσδιορισμό είναι 37% για τους πρώτους εννέα μήνες της φετινής χρονιάς (ίδιο με το ποσοστό του 2015)».