ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναποτελεσματική επιδοματική πολιτική

anapotelesmatiki-epidomatiki-politiki-2227892

Στη συζήτηση για το πολυνομοσχέδιο των προαπαιτουμένων, το οικογενειακό επίδομα ήταν ένα από τα κεντρικά σημεία αντιπαράθεσης μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. «Δίνουμε 260 εκατ. ευρώ επιπλέον», λέει η πρώτη. «Μειώνεται ή καταργείται το επίδομα για 50.000 οικογένειες τρίτεκνων και πολύτεκνων», απαντά η δεύτερη, προσθέτοντας στις «τύψεις» και στις «ενοχές» που έτσι κι αλλιώς αισθάνονται οι βουλευτές της συμπολίτευσης για άλλες διατάξεις του πολυνομοσχεδίου.

Η κυβέρνηση κινείται στη λογική τού να μοιράσει το επίδομα σε όσο το δυνατόν περισσότερους, στοχεύοντας στη μεγαλύτερη δεξαμενή ψήφων, στις οικογένειες με ένα ή δύο παιδιά, και η αντιπολίτευση προσπαθεί να εκμεταλλευθεί τη δυσαρέσκεια αυτών –τρίτεκνων και πολύτεκνων– που το χάνουν.

Προφανώς, σε αυτή την αντιπαράθεση με στόχο τη βελτίωση της δημοσκοπικής εικόνας των κομμάτων, δεν υπάρχει χώρος για μια πιο ουσιαστική συζήτηση. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που γερνάει, ο δείκτης γεννητικότητας υποχωρεί και το οικογενειακό επίδομα δεν συνιστά κίνητρο για να αναστραφεί η τάση. Κανένας δεν θα κάνει δεύτερο παιδί επειδή θα πάρει το πολύ 70 ευρώ τον μήνα ή τρίτο επειδή το γενναιόδωρο κράτος θα του δώσει 140 ευρώ.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ερευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, μια οικογένεια με δύο παιδιά έως 16 ετών πλήρωνε το 2016 κατά μέσον όρο κάθε μήνα 125 ευρώ για την κατά τ’ άλλα δωρεάν παιδεία (για φροντιστήρια, ξένες γλώσσες κ.λπ.) και άλλα 109 ευρώ για υγεία και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Αν οι υπηρεσίες του Δημοσίου στους δύο αυτούς τομείς (οι οποίες εξάλλου μαζί με την ασφάλεια αποτελούν τον σκληρό πυρήνα των υπηρεσιών που πρέπει να εξασφαλίζει ένα κράτος στους πολίτες του) ήταν αξιοπρεπείς και αντάξιες μιας ευρωπαϊκής χώρας, όλες οι ελληνικές οικογένειες –και τα 4,5 εκατ. νοικοκυριά– θα είχαν μεγαλύτερο όφελος από αυτό που έχουν από το οικογενειακό επίδομα οι 750.000 εξ αυτών. Μεγαλύτερης διάρκειας άδεια μητρότητας, από τις 17 εβδομάδες που προβλέπει σήμερα ο νόμος, ή επαρκής αριθμός παιδικών σταθμών θα αποτελούσαν πιθανότατα ισχυρότερα κίνητρα για να αποκτήσει μια οικογένεια παιδιά απ’ ό,τι το οικογενειακό επίδομα. Στη Δανία, κράτος, συνδικάτα και εργοδότες συμφώνησαν σε άδεια μητρότητας 52 εβδομάδων, με πλήρεις αποδοχές. Η αύξηση των γεννήσεων αποδόθηκε σε αυτή την κοινωνική συμφωνία. Στην Ελλάδα, ο διάλογος μεταξύ εργοδοτών, συνδικάτων, κυβέρνησης και αντιπολίτευσης περιστρέφεται γύρω από το εάν θα απαιτείται απαρτία 50% ή 33% των οικονομικά τακτοποιημένων μελών ενός πρωτοβάθμιου σωματείου για την προκήρυξη απεργίας.

Πριν από μερικά χρόνια, με το πρόσχημα της στήριξης της μητρότητας, το ελληνικό κράτος μοίραζε συντάξεις σε μητέρες ηλικίας 50 και 55 ετών, όταν τα παιδιά τους ήταν λίγο πριν από την ενηλικίωση και δεν χρειάζονταν πλέον την 24ωρη παρουσία τους. Η αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης σε αυτές τις μητέρες αποτέλεσε τότε ένα πεδίο άγονης πολιτικής αντιπαράθεσης, ανάλογης με αυτή που γίνεται σήμερα με αφορμή το οικογενειακό επίδομα. Τόσα χρόνια μετά, εξακολουθούμε να βάζουμε τρικλοποδιά στον εαυτό μας.