ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι ισχυρές τράπεζες είναι το «κλειδί» για την ανάκαμψη, τονίζει ο ΣΕΒ

sev

Την ισχυροποίηση των τραπεζών, μέσω της επίλυσης του μεγάλου προβλήματος των κόκκινων δανείων, θέτει ως προϋπόθεση για την επανεκκίνηση της οικονομίας ο ΣΕΒ. Οπως επισημαίνει στο εβδομαδιαίο δελτίο για την ελληνική οικονομία, για την επίτευξη του στόχου αυτού θα μπορούσε να βοηθήσει η μεταβίβαση μη εξυπηρετούμενων τραπεζικών ανοιγμάτων σε κεντρικούς φορείς, δηλαδή bad banks, κάτι που είναι σύμφωνο και με τη σχετική πρόταση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, στο πλαίσιο σχετικών κατευθύνσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, όμως, πραγματοποιείται, μεταξύ άλλων, και σε ένα περιοριστικό πλαίσιο τραπεζικής χρηματοδότησης όπου τα επιτόκια είναι υπερδιπλάσια του μέσου όρου στην Ευρωζώνη και όπου η αύξηση στις χρηματοδοτικές ανάγκες των ελληνικών επιχειρήσεων εξακολουθεί να είναι μεγαλύτερη της βελτίωσης που σημειώνεται στην πρόσβασή τους στην τραπεζική χρηματοδότηση. Η επαναφορά της οικονομίας και των επιχειρήσεων σε δυναμικούς ρυθμούς ανάπτυξης, τονίζει ο ΣΕΒ, απαιτεί από τις τράπεζες μια πιο ευνοϊκή πολιτική επιτοκίων δανεισμού, που σήμερα δεν συμβαίνει, επιβραδύνοντας τις προοπτικές ανάκαμψης της χώρας.Σύμφωνα με τον ΣΕΒ, εάν η Πορτογαλία, που βγήκε από το μνημόνιο τον Μάιο του 2014, αποτελεί οδηγό για το τι θα συμβεί και στην Ελλάδα μετά την έξοδό της από το μνημόνιο τον Αύγουστο του 2018, τότε μπορούν να αντληθούν τα εξής συμπεράσματα: πρώτον, η ακολουθούμενη οικονομική πολιτική είναι «κλειδί» για την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας μιας χώρας και μπορεί να επηρεάσει καταλυτικά το κόστος χρηματοδότησης της οικονομίας. Τα επιτόκια χρηματοδότησης των ελληνικών επιχειρήσεων στη μετα-μνημονιακή εποχή, αν δεν επιτευχθεί κάποια μεγάλη αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας (που είναι με τη σειρά της συνάρτηση της ακολουθούμενης σταθεροποιητικής πολιτικής), θα είναι δύσκολο να πέσουν κάτω του σημερινού διαφορικού επιπέδου, που βρίσκεται στο 150% (5,2% έναντι 2,1%). Δεύτερον, οι αγορές, επίσης, ανά πάσα στιγμή μπορεί να επιβαρύνουν δυσανάλογα το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, των εγχώριων τραπεζών και επιχειρήσεων μιας χώρας, αν υπάρξουν σοβαρές αλλαγές που αποσταθεροποιούν τη δημοσιονομική και διαρθρωτική της προσαρμογή.

Αυτό συνέβη στην Πορτογαλία την περίοδο 2015-2017, αν και οι αποδόσεις των πορτογαλικών ομολόγων επανήλθαν προς το τέλος της περιόδου με επιτυχία στα χαμηλά επίπεδα. Συνεπώς, χρειάζεται εγρήγορση ώστε να ακολουθείται ανά πάσα στιγμή σταθερή και αξιόπιστη οικονομική πολιτική. Είναι, λοιπόν, σημαντικό, στη μετα-μνημονιακή εποχή, η οικονομική πολιτική στην Ελλάδα να αντισταθμίζει τυχόν αναταράξεις προερχόμενες από οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις που διαταράσσουν την επενδυτική εικόνα της χώρας. Τρίτον, όπως η Ελλάδα έτσι και η Πορτογαλία δεν φαίνεται να μειώνουν γρήγορα τα κόκκινα δάνεια, με την Ελλάδα να έχει τρεις φορές περισσότερα δάνεια σε καθυστέρηση (45% έναντι 15%). Το αποτέλεσμα είναι η χρηματοδότηση της οικονομίας να είναι υποτονική και στις δύο χώρες. Ετσι, είναι δύσκολο να εκτιμήσει κανείς θετικά ότι οι χρηματοδοτικές συνθήκες στην ελληνική οικονομία θα βελτιωθούν άρδην μετά την έξοδο από το μνημόνιο, ενώ θα περάσουν μάλλον αρκετά χρόνια πριν να συγκλίνουν οι χρηματοδοτικές ανάγκες των επιχειρήσεων σε σχέση με τις χορηγήσεις.