ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Προσγείωση ανάπτυξης στο 2% βλέπει και ο διοικητής της ΤτΕ Γ. Στουρνάρας

19s1stournaras11

Στο 2% εκτίμησε χθες ότι θα περιοριστεί η ανάπτυξη φέτος και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, ευθυγραμμιζόμενος με τις προβλέψεις του ΔΝΤ. Σε ομιλία του, σε εκδήλωση της Ελληνικής Ενωσης Αποφοίτων του LSE, είπε, επίσης, ότι «τα αποτελέσματα του stress test θα είναι θετικά για όλες τις συστημικές τράπεζες». Παράλληλα, ο διοικητής της ΤτΕ επανήλθε στο θέμα της προληπτικής γραμμής στήριξης, λέγοντας ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν αυτή δεν είναι επιθυμητή, πρέπει να διασφαλισθεί η πρόσβαση των τραπεζών στη φθηνή χρηματοδότηση της ΕΚΤ.

Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν υψηλούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, ότι οι δείκτες κερδοφορίας και αποδοτικότητας έχουν βελτιωθεί, ενώ οι θεσμικές αλλαγές που έγιναν στην κατεύθυνση της αντιμετώπισης του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αρχίζουν να αποδίδουν καρπούς.

Ο διοικητής της ΤτΕ εμφανίστηκε στην ομιλία του αισιόδοξος για τις προοπτικές της εγχώριας οικονομίας, τονίζοντας ότι η ΤτΕ «προβλέπει την επιτάχυνση της οικονομικής δραστηριότητας μεσοπρόθεσμα, με τον ρυθμό ανάπτυξης να διαμορφώνεται σε 2,0% το 2018, ενώ αναμένεται περαιτέρω επιτάχυνση το 2019». Ωστόσο, τόνισε ότι οι προβλέψεις αυτές υπόκεινται σε κινδύνους. «Οι εσωτερικοί κίνδυνοι σχετίζονται με ενδεχόμενη καθυστέρηση στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και την ολοκλήρωση της τέταρτης αξιολόγησης», ενώ οι εξωτερικοί κίνδυνοι συνδέονται, μεταξύ άλλων, με ενδεχόμενη επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας, την αύξηση της αποστροφής κινδύνου των επενδυτών κ.ά.

Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι «το βασικό ζήτημα τους ερχόμενους μήνες είναι η βελτίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας, η οποία θα επιτρέψει την επιστροφή του ελληνικού Δημοσίου στις αγορές σε βιώσιμους όρους μετά το τέλος του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018». Για να γίνει αυτό, τόνισε, απαιτείται έγκαιρη ολοκλήρωση της τέταρτης και τελικής αξιολόγησης του προγράμματος, εξειδίκευση των μέτρων αναδιάρθρωσης του χρέους και άρση των capital controls με την ολοκλήρωση της προγράμματος. Υπογράμμισε ακόμα τη σημασία δημιουργίας ενός ικανού «αποθέματος ρευστότητας» μέσω νέων ομολογιακών εκδόσεων, αλλά και τη διατήρηση του waiver για την αποδοχή των ελληνικών ομολόγων ως εξασφαλίσεων. «Οπως είναι το θεσμικό πλαίσιο σήμερα, η “παρέκκλιση” (waiver) εξασφαλίζεται από μία προληπτική γραμμή στήριξης. Η προληπτική γραμμή στήριξης επ’ ουδενί ισοδυναμεί με νέο μνημόνιο. Είναι ένα ήδη θεσμοθετημένο εργαλείο εξομάλυνσης και διασφάλισης κατά τη μεταβατική περίοδο. Παρ’ όλα αυτά, εάν για οποιονδήποτε λόγο η προληπτική γραμμή στήριξης δεν είναι επιθυμητή, θα πρέπει να διερευνηθούν άλλοι τρόποι προκειμένου να μην απολεσθεί η δυνατότητα της “παρέκκλισης” (waiver), τα πλεονεκτήματα της οποίας είναι σημαντικά για το κόστος δανεισμού των ελληνικών τραπεζών, του ελληνικού Δημοσίου, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών και δεν θα πρέπει να αγνοηθούν».