ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα τρία κλειδιά του Eurogroup

ta-tria-kleidia-toy-eurogroup-2256576

Με αποφάσεις για την ελάφρυνση του χρέους, το πλαίσιο της μεταμνημονιακής «ενισχυμένης εποπτείας» και την εκταμίευση της τελευταίας δόσης αναμένεται να σφραγίσει το Eurogroup της 21ης Ιουνίου το διαβατήριο για την έξοδο της Ελλάδας από το μνημόνιο, στις 20 Αυγούστου.

Μια έξοδος, η οποία θα είναι διαφορετική από των άλλων πρώην μνημονιακών χωρών, αφού η πρόσβαση της χώρας στις αγορές, αντίθετα ως προς τις αρχικές φιλοδοξίες, είναι τουλάχιστον «εύθραυστη», σύμφωνα με την ορολογία των Ευρωπαίων αξιωματούχων, ενώ θα παραμείνουν περιορισμοί στην άσκηση πολιτικής που θα παραπέμπουν σε μνημόνιο.

Ως προς το χρέος, οι πληροφορίες συγκλίνουν στην εκτίμηση πως οι αποφάσεις πιθανότατα δεν θα είναι ούτε αυτή τη φορά τολμηρές, ώστε να θεωρείται το θέμα της βιωσιμότητάς του λήξαν σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Η προσπάθεια επικεντρώνεται στο να «καθαρίσει» ο βραχυπρόθεσμος ορίζοντας των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας, είτε με εξαγορά δανείων του ΔΝΤ και της ΕΚΤ, που λήγουν σύντομα, είτε με ένα μεγάλο «μαξιλάρι» ασφαλείας, ώστε να μην είναι απαραίτητη η προσφυγή στις αγορές. Το πλέον επίμαχο θέμα παραμένει η επιμήκυνση της λήξης των ομολόγων. Για τον μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η Ευρωζώνη αναμένεται να επαναλάβει υποσχέσεις ότι θα παρέμβει με νέα μέτρα ελάφρυνσης εάν χρειαστεί.

Την παρτίδα θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό το ΔΝΤ, το οποίο δεν αναμένεται να συμμετάσχει στο πρόγραμμα, αλλά θα επιχειρηθεί να κάνει μία δήλωση που να επηρεάζει ευνοϊκά τους επενδυτές όσον αφορά τη βιωσιμότητα του χρέους. Το Ταμείο θα συμμετάσχει και στη μεταμνημονιακή παρακολούθηση της χώρας, που προβλέπεται πυκνή, με επισκέψεις τέσσερις φορές τον χρόνο και με δυνατότητα των θεσμών να υποδεικνύουν στην κυβέρνηση τη λήψη διορθωτικών μέτρων, σε περίπτωση παρεκκλίσεων.

«Ενισχυμένη εποπτεία» όπως… μνημόνιο

Τον Νοέμβριο έχει προγραμματίσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να πραγματοποιήσει την πρώτη της επίσκεψη στην Αθήνα, μετά το τέλος του μνημονίου, εγκαινιάζοντας τη διαδικασία της «ενισχυμένης εποπτείας». Στο πλαίσιο της εποπτείας αυτής, σύμφωνα με κοινοτικές πηγές, θα προβλέπονται:

• Επισκέψεις των θεσμών, περιλαμβανομένου του ΔΝΤ, και εκθέσεις στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανά τρίμηνο.

• Δυνατότητα συστάσεων για τη λήψη διορθωτικών μέτρων, σε περίπτωση που δεν εφαρμόζονται οι δεσμεύσεις ή υπάρχει δημοσιονομική εκτροπή.

• Σε ακραίες περιπτώσεις, η Επιτροπή μπορεί ακόμη και να εισηγηθεί νέο μνημόνιο.

Το πρώτο πράγμα που θα ελέγχουν οι θεσμοί θα είναι, βεβαίως, η τήρηση των δημοσιονομικών στόχων (πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022). Από κει και πέρα, αντί της λίστας των προαπαιτουμένων, την υλοποίηση των οποίων αφορούσαν οι αξιολογήσεις των μνημονιακών χρόνων, οι θεσμοί θα προσέρχονται στην Αθήνα με μια –μικρότερη, προφανώς– λίστα υποχρεώσεων. Σύμφωνα με πληροφορίες από ευρωπαϊκές πηγές, οι κυριότερες θα αφορούν:

• Τη συνέχιση και ολοκλήρωση των σημαντικών ιδιωτικοποιήσεων, όπως του Ελληνικού και της ΔΕΠΑ.

• Τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων στην αγορά ενέργειας (π.χ. εφαρμογή του μοντέλου Target το 2019).

• Την πλήρη ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων στον ΕΦΚΑ.

• Την ολοκλήρωση της στελέχωσης της ΑΑΔΕ.

• Την εφαρμογή των στόχων για τη μείωση των κόκκινων δανείων.

• Την ολοκλήρωση του κτηματολογίου το 2021.

• Τη συνέχιση της απλούστευσης της αδειοδότησης επιχειρήσεων (μέχρι στιγμής υπολογίζεται ότι οι νέες απλουστευμένες διαδικασίες καλύπτουν το 50% των επιχειρήσεων).

• Την ολοκλήρωση της στελέχωσης της δημόσιας διοίκησης.

• Την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας (π.χ. αναπηρικά, επιδόματα στέγασης κ.ά.).

• Την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων στον τομέα της υγείας (ώστε να μη συσσωρεύονται και ληξιπρόθεσμες οφειλές).

• Τη μη δημιουργία νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Η Κομισιόν, άλλωστε, θα έχει μόνιμα εγκατεστημένη ομάδα στην Αθήνα που θα παρακολουθεί σε καθημερινή βάση τις εξελίξεις. Ηδη, εδώ βρίσκονται επτά υπάλληλοι της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής.
Με αυτά τα χαρακτηριστικά, η «ενισχυμένη εποπτεία», η οποία βασίζεται στον Κανονισμό 472/2013, θυμίζει αρκετά το μνημόνιο. Με μία διαφορά: Σε περίπτωση αστοχίας, η Ελλάδα δεν θα απειλείται πλέον από τη μη εκταμίευση δόσης, αλλά από μια αρνητική έκθεση των θεσμών, η οποία μπορεί να εισπραχθεί αρνητικά από τις αγορές, ανεβάζοντας το κόστος δανεισμού. Επιπλέον, θα τίθεται ίσως σε κίνδυνο η επιστροφή κάθε χρόνο των κερδών των κεντρικών τραπεζών της Ευρώπης, των SMPs και ANFAs (1 δισ. ευρώ τον χρόνο), εφόσον κάτι τέτοιο συμφωνηθεί στο πλαίσιο ελάφρυνσης του χρέους.

Η ανησυχία

Πηγή των θεσμών, πάντως, εξέφραζε στην «Κ» την ανησυχία της ότι αυτές οι απειλές ίσως να μην αποδειχθούν τελικά τόσο ισχυρές, ώστε να λειτουργήσουν αποτρεπτικά κάποια δεδομένη στιγμή. Σημείωνε, εξάλλου, ότι οι εκθέσεις των θεσμών, ανά τρίμηνο, δεν θα συνυπογράφονται από την κυβέρνηση, όπως γίνεται σήμερα με το επικαιροποιημένο μνημόνιο, έπειτα από κάθε αξιολόγηση, που είναι ένα είδος συμβολαίου. Ετσι, καθίσταται επίφοβος ο ρόλος κάποιων υπουργών που είναι εναντίον των μεταρρυθμίσεων, αλλά σήμερα πειθαρχούν υποχρεωτικά στις μνημονιακές δεσμεύσεις.

«Αγκάθι» η επέκταση των δανείων

Παρόλο που οι αποφάσεις για το χρέος αναμένονται σε μόλις τέσσερις μέρες, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι δεν είναι ακόμα βέβαιοι για το τελικό περιεχόμενό τους.

«Ο σκοπός είναι να βρεθεί μία φόρμουλα που θα κάνει το ελληνικό χρέος βιώσιμο», έλεγε Eυρωπαίος αξιωματούχος στην «Κ» και αυτό θα γίνει είτε με μεγαλύτερη επέκταση των ωριμάνσεων, είτε με ένα πολύ μεγάλο «μαξιλάρι» ρευστότητας, είτε και με μια πιο σταδιακή και όχι απότομη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων από το 3,5% στο 2% του ΑΕΠ, μετά το 2022.

Αυτό που πλέον είναι ξεκάθαρο είναι ότι το ΔΝΤ δεν θα συμμετάσχει με χρηματοδότηση στο ελληνικό πρόγραμμα, με την επίσημη εξήγηση να είναι ότι δεν υπάρχει ο απαιτούμενος χρόνος για την ενεργοποίηση και ολοκλήρωση ενός προγράμματος μέχρι τις 20 Αυγούστου, όπως αναμένεται να ανακοινώσει η Κριστίν Λαγκάρντ μετά το Εurogroup. Aυτή η απόφαση ενδέχεται να δημιουργήσει ανησυχία στις αγορές για το κατά πόσο είναι βιώσιμο το ελληνικό χρέους.

Γι’ αυτό και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι τονίζουν τη σημασία των εμπροσθοβαρών μέτρων για το χρέος. Ο αρμόδιος επίτροπος Oικονομικών Yποθέσεων Πιερ Μοσκοβισί σε συνέντευξή του στην «Κ» την προηγούμενη εβδομάδα έλεγε χαρακτηριστικά πως «αυτά τα εμπροσθοβαρή μέτρα είναι το καθοριστικό στοιχείο, και όχι η συμμετοχή του ΔΝΤ. Αυτά περιμένουν οι αγορές». Ως εμπροσθοβαρή εννοούσε τα μέτρα που μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα, τα οποία δεν είναι άλλα από την επέκταση των δανείων του ΕFSF (αξίας περίπου 100 δισ.) μέχρι και 15 έτη και την άμεση αποπληρωμή των δανείων της Ελλάδας προς το ΔΝΤ αλλά και την ΕΚΤ.

Το θέμα της επέκτασης των δανείων είναι το βασικό «αγκάθι» στη συμφωνία. Η Γερμανία φαίνεται να παραμένει ακόμα και σήμερα σχεδόν αμετακίνητη από τη θέση της για επέκταση 3-5 χρόνια, καθώς οτιδήποτε άλλο θα επέφερε πολιτικό κόστος στη γερμανική κυβέρνηση και θα είχε ενδεχομένως δυσκολία να ψηφιστεί από το γερμανικό Κοινοβούλιο.

Ενα από τα σενάρια που βρίσκονται στο τραπέζι για να βγει το Βερολίνο από τη δύσκολη θέση, είναι να αυξηθεί το «μαξιλάρι» ρευστότητας της Ελλάδας έως τα 25 δισ., με το οποίο η χώρα μας θα είναι σε θέση να αποπληρώνει τις δανειακές της ανάγκες ακόμα και μέχρι το 2022, αντί να δώσει μεγαλύτερη επιμήκυνση.

Η εξαγορά των δανείων του ΔΝΤ ύψους 10 δισ. και της ΕΚΤ επίσης περίπου 10 δισ. ευρώ, αλλά και τα διμερή δάνεια από το πρώτο πρόγραμμα (GLF), έχουν επίσης εμπροσθοβαρή χαρακτήρα. Και τα τρία αυτά δάνεια έχουν πολύ υψηλότερο επιτόκιο από αυτό που πληρώνει η χώρα προς τον ESM και αποπληρώνοντας ένα μέρος τους θα βελτίωνε τη βιωσιμότητα του χρέους.

Ο μηχανισμός

Συγχρόνως αναμένεται να συμφωνηθεί η κατάργηση της προβλεπόμενης αύξησης επιτοκίου του δανείου του EFSF (Step-up), κάτι που θα εφαρμοστεί μεσοπρόθεσμα, αλλά και το πώς θα λειτουργεί ο μηχανισμός που θα συνδέει την ανάπτυξη με το μέγεθος ελάφρυνσης του χρέους.

Ενώ όλοι έχουν συμφωνήσει για την ανάγκη ενός τέτοιου μηχανισμού, ακόμα δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο πρέπει να είναι αυτόματος για να είναι αξιόπιστος από τις αγορές. Το Βερολίνο αντιτάσσεται σε κάτι τέτοιο, επιμένοντας ότι ο μηχανισμός αυτός πρέπει να τίθεται σε λειτουργία μόνο έπειτα από απόφαση του γερμανικού Κοινοβουλίου.

Το «μαξιλάρι»

Μεταξύ 10 και 12 δισ. ευρώ υπολογίζεται ότι θα είναι η τελευταία δόση του μνημονίου, όπως είπε προχθές ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας Κλάους Ρέγκλινγκ και θα διατεθεί στο σύνολό της για το «μαξιλάρι» ασφαλείας ενόψει της εξόδου στις αγορές.

Το «μαξιλάρι» προορίζεται να καλύψει τις ανάγκες χρηματοδότησης της χώρας τουλάχιστον έως το τέλος του 2019, φτάνοντας περίπου τα 17-20 δισ. ευρώ, ενώ σύμφωνα με ένα σενάριο μπορεί να φτάσει και τα 25 δισ. ευρώ για να καλύψει τις ανάγκες έως το 2022, αντισταθμίζοντας μια πιο άτολμη ελάφρυνση χρέους.

Αντίθετα με τα αρχικά σχέδια που ήθελαν το «μαξιλάρι» ως εγγύηση έναντι των αγορών, τώρα θεωρείται βέβαιο ότι μεγάλο μέρος των κεφαλαίων του θα χρησιμοποιηθεί για να εξοφλήσει η χώρα τις δανειακές της ανάγκες, καθώς οι έξοδοι στις αγορές δείχνουν πλέον πολύ επίφοβες. Παρ’ όλα αυτά, οι θεσμοί ελπίζουν ότι κάποιες έξοδοι θα μπορέσουν να γίνουν.