ΕΡΕΥΝΕΣ

Εμφύλιος, ένας πόλεμος ενάντια στην πραγματικότητα

soldiuers
f2-potsdam-
f1-zaxariadis-1
f6b-adartes-f3
f3-trouman-1
f3a-trouman-2
f4-porfyrogenis-dex
f5a-stratos-f1

Η πρόγνωσίς σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.
[…]
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.
[…]
Μανόλης Αναγνωστάκης

Στις 12 Μαρτίου 1947, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Χάρι Τρούμαν διετύπωσε αυτό που έμεινε στην ιστορία του Ψυχρού Πολέμου ως «Δόγμα Τρούμαν». Απευθυνόμενος στην κοινή συνεδρίαση των δύο αμερικανικών νομοθετικών σωμάτων, ζήτησε την έγκριση του σημαντικού την εποχή εκείνη ποσού των 400 εκατομμυρίων δολαρίων για οικονομική και λοιπή βοήθεια στην Ελλάδα και την Τουρκία, καθώς και την έγκριση αποστολής στις δύο χώρες αμερικανικού πολιτικού και στρατιωτικού προσωπικού. Αναφερόμενος ειδικότερα στην Ελλάδα, υπογράμμισε ότι μετά τις καταστροφές που υπέστη η χώρα από τους Γερμανούς και τις τραγικές συνθήκες που οι καταστροφές αυτές διαμόρφωσαν, «μία μαχητική μειοψηφία εκμεταλλευομένη την στέρησιν και την αθλιότητα των ανθρώπων κατέστη εις θέσιν να δημιουργήσει πολιτικόν χάος […]. Αυτή αύτη η υπόστασις του ελληνικού κράτους απειλείται σήμερον υπό της τρομοκρατικής δράσεως χιλιάδων τινών ενόπλων, διευθυνομένων υπό κομμουνιστών […]. Ο ελληνικός στρατός είναι ολιγάριθμος και πενιχρώς εξοπλισμένος. Χρειάζεται εφόδια και εξοπλισμόν […].»

Στη συνέχεια ο Τρούμαν, χωρίς να αναφερθεί ρητώς στη Σοβιετική Ενωση, έκανε λόγο σε έντονο ύφος για τις διαμαρτυρίες της αμερικανικής κυβέρνησης σχετικά με καταπιέσεις και άσκηση τρομοκρατίας «κατά παράβασιν της συμφωνίας της Γιάλτας εν Πολωνία, Ρουμανία και Βουλγαρία».

Αν για τις προαναφερθείσες χώρες οι Ηνωμένες Πολιτείες -προφανώς με βάση τη Γιάλτα- περιορίστηκαν σε διαμαρτυρίες, για την Ελλάδα και την Τουρκία ήσαν έτοιμες να αναλάβουν «άμεσον και αποφασιστικήν δράσιν», για το λόγο ότι η απώλειά τους θα είχε σοβαρότατες επιπτώσεις. «Η εξαφάνισις της Ελλάδος ως ανεξαρτήτου κράτους -διεκήρυξε ο Τρούμαν- «θα ασκήσει βαθείαν επίδρασιν εφ’ όλων των χωρών της Ευρώπης, των οποίων οι λαοί αγωνίζονται […] διά να διατηρήσουν την ελευθερίαν των και την ανεξαρτησίαν των. […] Αν δεν βοηθήσωμεν την Ελλάδα και την Τουρκίαν […] το αποτέλεσμα θα είναι βαρυσήμαντον διά την Δύσιν και την Ανατολήν». Τέλος, ο Αμερικανός πρόεδρος -για να καταδείξει ότι η χώρα του έχει ρόλο παγκοσμίου ηγέτιδος- υπογράμμισε ότι, αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν υποστηρίξουν τους λαούς που αποβλέπουν προς αυτές, «είναι ενδεχόμενον να θέσωμεν εις κίνδυνον την ειρήνην του κόσμου – και ασφαλώς θα θέσωμεν εις κίνδυνον την ευημερίαν του ιδίου ημών Εθνους».

Ηταν σαφές ότι η αμερικανική κυβέρνηση συνέδεε την τύχη της Ελλάδας και της Τουρκίας με την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Και ήταν αποφασισμένη να παρέμβει αποτελεσματικά. Μάλιστα, για να καταδειχθεί και στη διεθνή κοινή γνώμη η σημασία που απέδιδε η Ουάσιγκτον στο Δόγμα Τρούμαν, φρόντισε ολόκληρος ο λόγος του προέδρου να μεταφραστεί σε όλες τις μεγάλες γλώσσες, περιλαμβανομένης και της ρωσικής, και να μεταδοθεί από όλα τα υπό τον έλεγχόν της ανά τον κόσμο μέσα ενημέρωσης.

Κανείς δεν είχε αυταπάτες για το τι σήμαινε η αμερικανική απόφαση. Είναι χαρακτηριστικό εν προκειμένω το σχόλιο του σοβιετικού πρακτορείου ειδήσεων Τaςς, που απηχούσε απόψεις της Μόσχας. Το σχόλιο δημοσιεύθηκε στον «Ριζοσπάστη» στις 14 Μαρτίου στην πρώτη σελίδα και με αυτό «κατηγορεί τον Αμερικανό Πρόεδρο ότι θέτει σε διωγμό τις ελληνικές δημοκρατικές δυνάμεις και υπογραμμίζει ότι με τα δάνεια που πρόκειται να δώσουν στην Ελλάδα οι Ενωμ. Πολιτείες εγκαθιστούν τον έλεγχό τους πάνω στη χώρα αυτή».

Την ίδια ημέρα, στην ίδια εφημερίδα, στην κορυφή της ίδιας σελίδας, δημοσιεύεται επώνυμο οκτάστηλο άρθρο του Νίκου Ζαχαριάδη με τίτλο «Η βορειοαμερικάνικη επέμβαση». Σ’ αυτό ο Νίκος Ζαχαριάδης χαρακτηρίζει το λόγο του Τρούμαν «κήρυγμα για ανοικτή ιμπεριαλιστική επέμβαση απ’ τις Ενωμένες Πολιτείες στην Ελλάδα». Εκτιμά -όπως γράφει παρακάτω- ότι πραγματικά πρόκειται για μια δυναμική επέμβαση. Η διαπίστωσή του αυτή για την αποφασιστικότητα της πιο μεγάλης δύναμης του μεταπολέμου δεν τον πτοεί, τουλάχιστον από ό,τι φαίνεται στην άμεση και δημόσια ενυπόγραφη αντίδρασή του. Μάλιστα αποφαίνεται κατηγορηματικά ότι «ο κ. Τρούμαν το ’χει χαμένο το παιχνίδι του στην Ελλάδα, οσαδήποτε εκατομμύρια δολλάρια και αν διαθέσει». Και παρακάτω: «Μάταιος ο κόπος του».

Τότε, τον Μάρτιο του 1947, η τρίτη και πιο αιματηρή φάση του Εμφυλίου δεν είχε ακόμα φτάσει σε πλήρη ανάπτυξη. Το ΚΚΕ δεν είχε τεθεί εκτός νόμου. Μάλιστα διέθετε τη στρατιωτική και πολιτική εμπειρία των δύο προηγηθεισών φάσεων. Η πρώτη, 1943-1944, έληξε με τον πολιτικό συμβιβασμό του στο Συνέδριο του Λιβάνου και τον στρατιωτικό συμβιβασμό με τη Συμφωνία της Καζέρτας. Η δεύτερη φάση, Δεκέμβριος 1944-Ιανουάριος 1945, έληξε με την απόσυρση του ΕΛΑΣ από την Αττική και τη Συμφωνία της Βάρκιζας τον Φεβρουάριο. Και στις δύο αυτές εξελίξεις είχε -αν όχι σαφείς ρήσεις- τουλάχιστον έμμεσες ενδείξεις για την αντίθεση της Σοβιετικής Ενωσης στην πολιτική των προκατόχων του Ζαχαριάδη. Αντίθεση για την οποία ασφαλώς είχε αρκούντως ενημερωθεί όταν γύρισε από το Νταχάου, τον Μάιο του 1945, με βρετανικό αεροσκάφος, και ασφαλώς θα είχε αξιολογήσει ως ενδεικτική την απάντηση της σοβιετικής κυβέρνησης στο αίτημα για μεταφορά του στην Ελλάδα ότι «δεν διέθετε μεταφορικό μέσον». Ο ίδιος, λίγο μετά, τον Ιούνιο, αναγνώριζε τη βαρύτητα των βρετανικών συμφερόντων, καθώς η Ελλάδα στέκεται «σ’ ένα από τα στρατηγικά και πιο νευραλγικά και σημαντικά σημεία μιας απ’ τις πιο ζωτικές συγκοινωνιακές αρτηρίες της βρετανικής αυτοκρατορίας». Πόσω μάλλον πιο βαρύνοντα ήσαν το 1947 -μετά την απόσυρση της Μεγάλης Βρετανίας- τα συμφέροντα της νέας παγκόσμιας υπερδύναμης, των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ασφαλώς ο οξύνους και έμπειρος Ζαχαριάδης δεν αγνοούσε τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων για την Ελλάδα, όχι μόνο με βάση τις ενδείξεις για την από το 1944 σοβιετική πολιτική και τις αμοιβαίες υποχρεώσεις της Μόσχας και της Δύσης σε κάθε ευρωπαϊκή περιοχή, αλλά και από τη διακηρυγμένη αποφασιστικότητα του Τρούμαν να υπερασπιστεί προφανή κεκτημένα, δηλαδή την Ελλάδα και την Τουρκία. Αλλωστε, ο ίδιος ο Ελληνας κομμουνιστής ηγέτης φέρεται να είχε ρωτήσει τον Στάλιν, την άνοιξη του 1946, γιατί ο σοβιετικός στρατός δεν εισέβαλε στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 1944 και να πήρε την απάντηση: «Γιατί δεν είχαμε στόλο».

Ωστόσο, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην πολιτική αναγνώρισης σφαιρών επιρροής -όπως εν προκειμένω της Δύσεως στην Ελλάδα- και στην υποστήριξη ενός κινήματος -όπως του κομμουνιστικού στην Ελλάδα- που προκαλούσε προβλήματα στη Δύση και μπορούσε στη διάρκεια της εξέλιξής του να αποτελέσει «ανταλλάξιμο προϊόν» για συγκρουόμενα συμφέροντα ΗΠΑ και ΕΣΣΔ σε άλλες περιοχές. Γι’ αυτό και η σοβιετική πολιτική έναντι του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου ήταν μια πολιτική έμμεσης υλικής στήριξης μέσω της Γιουγκοσλαβίας και των άλλων λαϊκών δημοκρατιών και πολιτικής στήριξης κυρίως στον ΟΗΕ. Μιας στήριξης όμως η οποία δεν αμφισβητούσε στην ουσία την αμερικανική κυριαρχία στην Ελλάδα, αφού μάλιστα συνέχισε η Μόσχα να έχει διπλωματικές σχέσεις με την κυβέρνηση των Αθηνών, έστω και υποβαθμισμένες, και βεβαίως ποτέ δεν ανεγνώρισε την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση που είχε συγκροτήσει το ΚΚΕ. Μάλιστα αυτή η πολιτική είχε αυξομειώσεις έντασης, ανάλογα με τις εκάστοτε επιδιώξεις στο διεθνές πεδίο.

Ο Ζαχαριάδης μπορεί ίσως να μη γνώριζε λεπτομέρειες για τις σκέψεις της Μόσχας, δεν αγνοούσε όμως τη γενική αντίληψη απέναντι στο πρόβλημα «Ελλάδα».

Γιατί όμως πήρε την ευθύνη η τότε ηγεσία του ΚΚΕ να εμπλακεί σ’ έναν Εμφύλιο χωρίς ισχυρά διεθνή ερείσματα; Το ερώτημα έχει τεθεί από δεκαετίες ήδη τόσο μέσα στο ΚΚΕ, παρόντος μάλιστα του Ζαχαριάδη, όσο και από την ιστοριογραφία.

Βεβαίως, ένας εμφύλιος πόλεμος είναι προϊόν μιας μακρόχρονης κοινωνικής, πολιτικής και στρατιωτικής διεργασίας. Αποτελεί πάντοτε ένα πολυσύνθετο γεγονός εν εξελίξει και δεν μπορεί να εξηγηθεί σχηματικά. Κανείς επί παραδείγματι δεν μπορεί να αγνοήσει την προηγηθείσα, κατά το 1944, πρόθεση του ΚΚΕ να καταλάβει την εξουσία. Οπως και κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει ότι τις ένθεν και ένθεν αγριότητες της πρώτης φάσεως του Εμφυλίου τις διαδέχθηκε η αγριότητα της ΟΠΛΑ κατά το Δεκεμβριανό Κίνημα και κατόπιν η λεγόμενη «λευκή τρομοκρατία» εκ μέρους της νικήτριας Δεξιάς μετά τη Βάρκιζα. Ωστε υπήρχαν ήδη αιτίες που ευνοούσαν την εκδήλωση του Εμφυλίου, στις διεθνείς παραμέτρους του οποίου ενεπλάκη και η πολιτική των μεγάλων δυνάμεων του Μεταπολέμου. Το ερώτημα παραμένει: Γιατί η ηγεσία του ΚΚΕ -και συγκεκριμένα ο Ζαχαριάδης- διολίσθησε, ήδη από το μεταίχμιο του 1945 προς το 1946, στην πολιτική της ρήξης με την καθεστηκυία τάξη, ρήξη η οποία έγινε οριστική τον Ιούνιο του 1947 -δηλαδή μετά την εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν- με την προαναγγελία, στο Συνέδριο του Κ.Κ. Γαλλίας στο Στρασβούργο, από τον Μιλτιάδη Πορφυρογένη, της συγκρότησης Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, η οποία συγκρότηση ανακοινώθηκε την παραμονή των Χριστουγέννων της ίδιας χρονιάς, ενώ αμέσως μετά, στις 27 Δεκεμβρίου, ετέθη εκτός νόμου το ΚΚΕ;

Μέρος της απάντησης πιθανόν θα βρίσκεται σε αδημοσίευτα πρακτικά συνομιλιών του Ζαχαριάδη τόσο με μέλη της σοβιετικής κυβέρνησης, όπως ο Μόλοτωφ, όσο και με την ηγεσία του ΚΚΣΕ και μάλιστα με τον ίδιο τον Στάλιν. Με βάση κάποια τέτοια πιθανά στοιχεία, νομίζω, ότι θα πρέπει να τεκμηριωθεί η πολιτική του Ζαχαριάδη εναντίον της διεθνούς πραγματικότητας όπως αυτή εκφράστηκε με τον πιο δυναμικό τρόπο στην Ελλάδα και να απαντηθεί το εύλογο ερώτημα αν και πότε πολιτευόταν όχι ως ο ηγέτης ενός αγώνα που γεννήθηκε μέσα από το κίνημα της εθνικής αντίστασης της Κατοχής, αλλά ως ένας διακεκριμένος παράγων του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Τότε ίσως μπορέσουμε να εξηγήσουμε γιατί επελέγη τελικά από την ηγεσία του ΚΚΕ η οριστική ρήξη και ακολουθήθηκε μια καταστροφική πολιτική, παρά τη διεθνή τάξη πραγμάτων και τη, με βάση το Δόγμα Τρούμαν, γενναία και εμφανή πολιτική, οικονομική και στρατιωτική βοήθεια των Ηνωμένων Πολιτειών προς την Ελλάδα.