ΕΡΕΥΝΕΣ

Διλήμματα του ελληνικού 20ού αιώνα: απομόνωση ή εξωστρέφεια;

dilimmata-toy-ellinikoy-20oy-aiona-apomonosi-i-exostrefeia-2084070

Στον ελληνικό δημόσιο διάλογο, η εξέταση της υψηλής στρατηγικής ή των «σχολών σκέψης» δεν έχει, δυστυχώς, σημειώσει επαρκή πρόοδο. Το εγχείρημα αυτό -αναγνωρίζοντας, οπωσδήποτε, τις διαφορές μεταξύ των ιδεολογιών ή των ιστορικών στιγμών- προσπαθεί να διαγνώσει τις κοσμοαντιλήψεις των δρώντων: Πώς αντιλαμβάνονται τον κόσμο; Σε ποιο βαθμό είναι ικανοί να αντιληφθούν με ακρίβεια τους συσχετισμούς της ισχύος στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, καθώς και τη δυναμική των εξελίξεων; Κατανοούν την ανάγκη να υπάρχει μια αναλογία μεταξύ στόχων και μέσων; Αντιλαμβάνονται τα όρια της πολιτικής των «Αλλων»; Αναγνωρίζουν τις δυνατότητες συγκλίσεων (και τα όρια των αποκλίσεων) με τους υπόλοιπους δρώντες του διεθνούς σκηνικού στο καίριο πεδίο των εθνικών συμφερόντων; Η υψηλή στρατηγική είναι, βέβαια, ένα δυσπερίγραπτο μέγεθος, αλλά στην ελληνική επιστήμη υπάρχει ένας εξαιρετικός ορισμός, από τον Θάνο Ντόκο: «Ως υψηλή στρατηγική ορίζουμε τη βέλτιστη χρησιμοποίηση όλων των διαθέσιμων μέσων [συντελεστών εθνικής ισχύος] για την επίτευξη των συμφωνημένων στόχων […] η στρατηγική ασχολείται με το πρόβλημα πώς θα πετύχει μια στρατιωτική νίκη, ενώ η υψηλή στρατηγική πρέπει να βλέπει μακρύτερα, γιατί το πρόβλημά της είναι να εξασφαλίσει τη “νίκη” στην περίοδο της ειρήνης». Βέβαια, μια τέτοια ανάλυση απαιτεί ευρύτερη θεωρητική κατάρτιση, στιβαρή γνώση σε επίπεδο πραγματολογικό, καθώς και μια πνευματική προθυμία να κινηθεί κανείς πέραν της ασφάλειας των απλουστευτικών πολιτικών/κομματικών διαχωριστικών γραμμών – στοιχεία που δεν είναι πάντοτε ευπρόσδεκτα στον ελληνικό δημόσιο διάλογο.

Μήπως, όμως, μια παρόμοια εξέταση περιέχει και στοιχεία που εξ ορισμού «τρομάζουν» ή απωθούν τους μελετητές της Ιστορίας; Μήπως, με άλλα λόγια, συνεπάγεται αθέμιτες «γενικεύσεις» ή έναν αποκρουστικό διδακτισμό; Η απάντηση πρέπει να είναι ανεπιφύλακτα αρνητική. Ο σημαντικότερος ιστορικός του Ψυχρού Πολέμου, ο Τζων Λιούις Γκάντις, επισημαίνει στο βασικό μεθοδολογικό του έργο ότι οι ιστορικοί «δουλεύουν με περιορισμένες, όχι συνολικές γενικεύσεις», αλλά «οι γενικεύσεις δεν χρειάζεται να είναι συνολικές, ώστε να έχουν ευρεία εφαρμογή»· απλά, οι ιστορικοί έχουν πάντοτε στο πεδίο της οπτικής τους το συγκεκριμένο γεγονός και την ανάγκη της ερμηνείας του. Αντίστοιχα, η συγκριτική εξέταση δεν είναι απορριπτέα στην Ιστορία. Πρέπει όμως να γίνεται προσεκτικά και να παραμένει πάντοτε βασισμένη στη στέρεη γνώση. Από την άλλη πλευρά, μπορούμε να αφήσουμε εκ των προτέρων στην άκρη το άγχος του διδακτισμού: ας αποδεχθούμε αυτό που γίνεται ευρέως αποδεκτό στην σύγχρονη διεθνή επιστήμη, ότι δηλαδή η Ιστορία δεν «διδάσκει» τι πρέπει να κάνεις στο μέλλον. Στόχος του επιστήμονα οφείλει να είναι η κριτική θεώρηση που συμβάλλει -ως ένας από πολλούς άλλους παράγοντες που σχετίζονται με το δυναμισμό μιας κοινωνίας- στην καλύτερη κατανόηση του κόσμου.

Οι επιλογές της απομόνωσης

Ας φύγουμε, λοιπόν, έστω για λίγο, από το στενότερο πλαίσιο των συγκεκριμένων αναμετρήσεων. Ας προσπαθήσουμε να περάσουμε σε ένα άλλο επίπεδο ανάλυσης και να μιλήσουμε για την πρόσληψη του κόσμου. Οι υπερενθουσιώδεις του 1897, οι αντιβενιζελικοί του 1920, οι κομμουνιστές του Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου του 1944 (ή του 1946) και οι εθνικιστές στο Κυπριακό το 1974 είχαν, μεταξύ τους, μεγάλες ιδεολογικές διαφορές. Αλλά όλοι τους, στις συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές, έκαναν μια θεμελιώδη επιλογή: να οδηγήσουν τη χώρα (ή στην περίπτωση του 1944, το κίνημά τους) σε μια σύγκρουση μέχρις εσχάτων, σε συνθήκες πλήρους -ή σχεδόν πλήρους- διεθνούς απομόνωσης.

Νόμιζαν, επίσης, ότι είχαν λάβει και «διαβεβαιώσεις». Οι αντιβενιζελικοί του 1920 θεωρούσαν ότι οι σύμμαχοι δεν θα είχαν άλλη επιλογή από το να αποδεχτούν την επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου. Οι κομμουνιστές του 1944 είχαν λάβει διαβεβαιώσεις (και είχαν εξωθηθεί στη σύγκρουση) από τον Τίτο, ο οποίος όμως την κρίσιμη στιγμή δεν κινήθηκε, και ακολούθησαν δεκαετίες ενδοαριστερών καβγάδων για το πότε έφτασε το τηλεγράφημα του Δημητρώφ. Ο Ιωαννίδης άφηνε να εννοηθεί ότι, το 1974, είχε μιλήσει με «κάποιους» Αμερικανούς. Αλλά ένας πράκτορας (ακόμη κι αν είχε ενθαρρύνει τον «αόρατο δικτάτορα», πράγμα όχι σίγουρο) δεν δέσμευε την αμερικανική κυβέρνηση και ο Ιωαννίδης έμεινε να περπατά στους διαδρόμους του Πενταγώνου και να φωνάζει ότι τον εξαπάτησαν… Ολοι αυτοί, βέβαια, δεν ήταν «ίδιοι». Αλλά, με τρόπο (όχι ίδιο, αλλά) παρόμοιο, αποτύγχαναν να κατανοήσουν τον πραγματικό κόσμο.

Πάντοτε, όταν συνέβη αυτό, επήλθαν καταστροφές: συγκεκριμένα, η ήττα του 1897, η κατάρρευση του 1944 που δεν κατέστρεψε μόνον την Αριστερά, αλλά και τις μετριοπαθείς αστικές δυνάμεις (και οδήγησε στον επόμενο εμφύλιο πόλεμο του 1946-49), και οι δύο εθνικές καταστροφές του ελληνικού 20ού αιώνα, δηλαδή η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.

Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι ο στείρος πνευματικός επαρχιωτισμός, που χωρίς καμία εξαίρεση συνοδεύει την απομονωτική πολιτική, λειτουργεί και ως ένα είδος αυτοεκπληρούμενης προφητείας ή φαύλου κύκλου∙και ανακυκλώνει τον εαυτό του ακόμη και μετά την αποκάλυψη των καταστροφικών του επιπτώσεων. Πάντοτε ρίχνει το φταίξιμο κάπου αλλού – και κυρίως στον περιλάλητο, στην ελληνική πολιτική κουλτούρα, «ξένο δάκτυλο», που λειτουργεί ως το τελικό δίχτυ ασφαλείας για τα δικά μας ασυγχώρητα λάθη: ως το απόλυτο άλλοθι της δικής μας «αθωότητας».

Ας δοθούν κάποια ενδεικτικά παραδείγματα. Ηδη από το 1922, το κυρίαρχο αφήγημα της ελληνικής δημόσιας συζήτησης επισημαίνει ότι πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή «μας εγκατέλειψαν» οι σύμμαχοί μας, που έτσι ευθύνονται -αυτοί, όχι εμείς- για την τραγωδία. Περιέργως, η κατηγορία απευθύνεται σε όλους τους συμμάχους, δικαίως ή όχι (Βρετανούς, Γάλλους, Ιταλούς), αλλά ποτέ στη Σοβιετική Ενωση, την πρώτη Μεγάλη Δύναμη η οποία προσέγγισε και ενίσχυσε το κεμαλικό κίνημα, αλλά η οποία βρίσκεται σε ένα είδος ασυλίας σε αυτήν τη συζήτηση. Ωστόσο, στο αφήγημα αυτό αγνοείται πλήρως το ότι, αν οι σύμμαχοι (ή κάποιοι από αυτούς, πάντως όχι οι Βρετανοί υπό τον Λόυντ Τζωρτζ) μας «εγκατέλειψαν» το 1921-22, ήμασταν εμείς πρώτοι, αυτοί που στις εκλογές και στο δημοψήφισμα του 1920 κάναμε τη συνειδητή επιλογή ότι δεν τους χρειαζόμασταν επειδή «μας έπνιγε το δίκιο μας». Εμείς τους «διώξαμε», μέσα σε ένα παραλήρημα φαντασιώσεων ότι δεν είχαμε να φοβηθούμε τίποτε. Και κατόπιν περάσαμε εκατό σχεδόν χρόνια κατηγορώντας τους επειδή έφυγαν, χωρίς όμως να έχουμε το πνευματικό θάρρος (ή έστω το καλό γούστο) να ομολογήσουμε ότι τούτο ήταν το αποτέλεσμα των δικών μας αποφάσεων… Αντίστοιχα, σε μεγάλα τμήματα της κοινής γνώμης (και όχι μόνον της άκρας Δεξιάς), οι καταστροφικές επιλογές του Δ. Ιωαννίδη το 1974 περνούν σε δεύτερη μοίρα για να προβάλει η κατηγορία εναντίον των Αμερικανών ότι είχαν, κατά την άποψη αυτή, «σχεδιάσει» την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Σαν να μην ξεκίνησαν τα γεγονότα από το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, δηλαδή από μια επιλογή της Αθήνας – έστω και υπό δικτατορικό καθεστώς. Ακόμη και οι καταστροφικές επιλογές (και η πλήρης άγνοια των διεθνών συσχετισμών ισχύος) του ΕΑΜ και του ΚΚΕ πριν από τα Δεκεμβριανά περίπου αγνοούνται, καθώς μεγάλα τμήματα της κοινωνίας μας (και όχι μόνον στην άκρα Αριστερά) είναι πεπεισμένα πως για όλα έφταιγαν οι «Αγγλοι», γιατί οι «ξένοι» μάς «έβαλαν να σκοτωθούμε μεταξύ μας». Με άλλα λόγια, ο απομονωτισμός δεν φέρνει μόνο την επώδυνη καταστροφή. Παράλληλα, προκαλεί μακροπρόθεσμες οπισθοδρομήσεις στην πολιτική κουλτούρα της κοινωνίας μας.

Η εξωστρεφής πολιτική

Αντίθετα, πέντε φορές στον ίδιο αιώνα, η Ελλάδα βρέθηκε στο πλευρό των νικητών όταν επέλεξε να συνταχθεί με τη σωστή συμμαχία διεθνών δυνάμεων: στους δύο Βαλκανικούς Πολέμους, στους δύο Παγκοσμίους και στον Ψυχρό Πόλεμο. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έξι επιτυχημένες επιλογές, αν προσμετρηθεί η συμμετοχή της χώρας -ήδη από το 1959-61- στο κίνημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης: το 1959 η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα πλην των αρχικών Εξι της Κοινότητας, που αναγνώρισε τη δυναμική της υπερεθνικής ευρωπαϊκής ενοποίησης και συνειδητά επέλεξε αυτήν τη συσσωμάτωση και όχι την απλή διακυβερνητική συνεργασία της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ) που οργάνωνε, ακριβώς τότε, η Βρετανία.

Αξίζει να σημειωθεί η ασυνήθιστη επιτυχία της χώρας σε αυτό το επίπεδο. Μια απλή σύγκριση με τους περιφερειακούς ανταγωνιστές της είναι χαρακτηριστική. Σε τούτες τις μεγάλες διεθνείς συγκρούσεις, η Οθωμανική Αυτοκρατορία/Τουρκία επέλεξε την ηττημένη πλευρά δύο φορές (Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος, Α΄ Παγκόσμιος), μία φορά την ουδετερότητα (Β΄ Παγκόσμιος) και μετείχε δύο φορές στον νικητήριο συνασπισμό (Β΄ Βαλκανικός και Ψυχρός Πόλεμος)·∙ η Τουρκία ακόμη δεν έχει ενταχθεί στην ευρωπαϊκή ενοποίηση ως πλήρες μέλος, αν και θα το επιθυμούσε. Πιο συντριπτικό το παράδειγμα της Βουλγαρίας, που μετείχε σε νικητήριο συνασπισμό μία φορά (Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος) και επέλεξε τη λάθος πλευρά τέσσερις φορές στη σειρά (στον Β΄ Βαλκανικό, στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους και στον Ψυχρό Πόλεμο). Εάν, την επαύριον του Δευτέρου Βαλκανικού Πολέμου, καλείτο ένας ειδικός να προβλέψει εάν η Ελλάδα θα κατόρθωνε να διατηρήσει την πολιτικά/στρατηγικά ιδιότυπη γεωγραφία της -στο Βορρά στενές λωρίδες παραθαλάσσιων εδαφών τεμνόμενων από κάθετους ποτάμιους άξονες και στην Ανατολή τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου δίπλα στη μικρασιατική εδαφική μάζα-, πιθανότατα θα διατύπωνε την άποψη ότι, μακροπρόθεσμα, δεν θα μπορούσε. Και όμως, το κατάφερε, επειδή έκανε μια σειρά ορθών διεθνοπολιτικών επιλογών, σε αντίθεση με τους ανταγωνιστές της που έκαναν τις λάθος – ειδικά τη Βουλγαρία, που έκανε διαρκώς τις λάθος επιλογές. Χωρίς το στοιχείο αυτό θα ήταν δύσκολο να διατηρηθούν τούτα τα εδάφη. Αλλωστε, κάποια από αυτά χάθηκαν -όχι μία, αλλά δύο φορές (η Ανατολική Μακεδονία το 1916-18 και το 1941-44 μαζί με τη Δυτική Θράκη)- και ανακτήθηκαν επειδή ακριβώς η Ελλάδα βρέθηκε στον νικητήριο συνασπισμό και στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους. Οχι επειδή η ίδια διέθετε τα μέσα για να τα ανακτήσει με μια αποκλειστικά εθνική προσπάθεια.

Οι επιλογές αυτές, ωστόσο, δεν αφορούσαν μόνο γεωστρατηγικά προβλήματα και την ανάγκη της διασφάλισης της εθνικής ακεραιότητας. Στον 20ό αιώνα δεν υφίστατο η παλαιά, παραδοσιακή διάκριση που αναγνώριζε υδατοστεγή διαμερίσματα μεταξύ της «εσωτερικής» και της «εσωτερικής» πολιτικής. Οι επιλογές για την ένταξη σε συγκεκριμένο διεθνή συνασπισμό καθόριζαν και το εσωτερικό μοντέλο διακυβέρνησης και ανάπτυξης. Οταν, το 1914-15, ο Ελευθέριος Βενιζέλος υποστήριζε τη σύνταξη με την Αντάντ, είχε παράλληλα στο νου του και ένα μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας στο πρότυπο της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας. Σε αυτό το πρότυπο, άλλωστε, συνέπεσε με τους νικητές του πολέμου κατά τη διάσκεψη της ειρήνης το 1919 και εκεί βασίστηκε για τη σύναψη της Συνθήκης των Σεβρών, την οποία αναίρεσε το καταστροφικό αποτέλεσμα των εκλογών του 1920. Και όταν, μετά το 1922, ο ίδιος επέβλεψε την εγκατάλειψη της Μεγάλης Ιδέας, είχε επίσης υπόψη του την ανάγκη μιας δημιουργικής «φυγής προς τα εμπρός» μέσα σε μια νέα Ευρώπη, την οποία δεν άφησε να αναδυθεί η Παγκόσμια Κρίση του 1929.

Αντίστοιχα, η δυτική και η ευρωπαϊκή επιλογή στη μεταπολεμική εποχή δεν αφορούσε μόνο τα γεωπολιτικά διακυβεύματα του Ψυχρού Πολέμου. Συνδεόταν με την υπέρβαση των παλαιών εθνικιστικών αντιπαλοτήτων στη Γηραιά Ηπειρο, καθώς και με τη μεταλαμπάδευση του προτύπου του «μεταρρυθμισμένου καπιταλισμού» (reformed capitalism), πρώτα μέσω του σχεδίου Μάρσαλ και κατόπιν της ευρωπαϊκής κοινωνικής αγοράς. Ηταν μια επιλογή που καθόριζε το πλαίσιο για τη συνέχιση του εκσυγχρονισμού της χώρας. Η μείζων ευρωπαϊκή επιλογή στηρίχτηκε σε μια συνέχεια συνεπών αποφάσεων -το 1959, το 1961, το 1974, το 1979- και υλοποίησε μια στρατηγική που είχε διαμορφωθεί σε πνευματικό και σε πολιτικό επίπεδο, από πρόσωπα όπως ο Κ. Καραμανλής, ο Κ. Τσάτσος, ο Π. Κανελλόπουλος, ο Ε. Αβέρωφ, ο Γ. Θεοτοκάς, ο Π. Παπαληγούρας, ο Ξ. Ζολώτας, πρόσωπα τα οποία άνετα εντάσσονται στις κύριες πνευματικές και ιδεολογικές ροές του μεταπολεμικού δυτικού κόσμου. Η στρατηγική των εξωστρεφών ήταν αυτή που επέτρεψε στην Ελλάδα -μικρή χώρα σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι του πλανήτη- να επιβιώσει, να ξεπεράσει τη φτώχεια της, να εδραιώσει τη δημοκρατία και να ενταχθεί στον ανεπτυγμένο κόσμο, μέλος του οποίου παραμένει και σήμερα, παρά την κρίση.

Οι προϋποθέσεις της επιτυχίας

Εμφανίζονται, επομένως, δύο βασικές σχολές σκέψης στη σύγχρονη ελληνική ιστορία: οι απομονωτιστές (υπαίτιοι, τελικά, μεγάλων καταστροφών) και οι εξωστρεφείς, που πιστώνονται τις μεγάλες ελληνικές επιτυχίες του 20ού αιώνα. Η επισήμανση αυτή δεν αφορά κομματικά προγράμματα, αλλά τρόπους κατανόησης του κόσμου.

Μάλιστα, σε μια πολιτική κοινότητα μπορεί να υπάρχουν εκπρόσωποι και των δύο σχολών σκέψης – εξαρτάται ποιοι θα επικρατήσουν. Μπορεί, επιπρόσθετα, σε έναν πολιτικό σχηματισμό να υπάρξει και αλλαγή των εσωτερικών ισορροπιών μεταξύ των δύο τάσεων. Ετσι, ενώ το τρικουπικό κόμμα διακρίθηκε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα για την εξωστρέφειά του, αποτέλεσε κατόπιν τον κορμό των αντιβενιζελικών, που εξέφρασαν τον απομονωτισμό και την εσωστρέφεια του 1915-22. Ο Ι. Μεταξάς, προβεβλημένο στέλεχος των αντιβενιζελικών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν ικανός να μάθει από τα λάθη του και να ακολουθήσει, το 1936-41, παρά τη δικτατορική φύση της εξουσίας του, μια πολιτική κατά βάση «φιλοδυτική» – περίπου την ίδια που είχε διαμορφώσει, το 1915, ο μεγάλος του αντίπαλος, ο Ε. Βενιζέλος.

Ωστόσο, ενώ οι διακυμάνσεις και τα πισωγυρίσματα δεν έλειψαν, είναι σημαντικό να παρατηρηθεί ότι και τα δύο επιτελεία που καθόρισαν τις βασικές στρατηγικές της χώρας στον 20ό αιώνα -τα επιτελεία του Ε. Βενιζέλου και του Κ. Καραμανλή- διακρίθηκαν για τη σταθερότητα, την αξιοπιστία και τη συνέπειά τους στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν και διαχειρίζονταν τον κόσμο. Και δεν είναι τυχαίο ότι οι εποχές του Ε. Βενιζέλου και του Κ. Καραμανλή ήταν αυτές κατά τις οποίες το διεθνές κύρος της Ελλάδας βρισκόταν στο απόγειό του, επειδή ακριβώς ήταν εμφανή αυτά τα στοιχεία της σταθερότητας, της αξιοπιστίας και της συνέπειας. Ολα αυτά τα στοιχεία δεν είναι άσχετα με το γεγονός ότι ο Βενιζέλος και ο Καραμανλής μπορούσαν να συνομιλούν με τη διεθνή κοινότητα θέτοντας το ελληνικό εθνικό συμφέρον σε μια σχέση δυναμική με τα ζητήματα που απασχολούσαν την ευρύτερη διεθνή κοινότητα – δηλαδή με τρόπο που έβγαζε νόημα όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την ευρύτερη διεθνή κοινότητα.

Υπάρχει, πάντως, μια πρόσθετη θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των δύο σχολών σκέψης, της απομόνωσης και της εξωστρέφειας. Συγκεκριμένα, η μία είναι δύσκολη στην εφαρμογή της και η άλλη εύκολη. Η στρατηγική των εξωστρεφών πρέπει να εφαρμόζεται συνεχώς, για να φέρει αποτέλεσμα· η πρόσκαιρη διακοπή της μπορεί να οδηγήσει σε ολική αναίρεση. Αντίθετα, η λογική των απομονωτιστών μπορεί να εφαρμοστεί à la carte και η καταστροφή απαιτεί μόνο ένα στιγμιαίο λάθος.

*Ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών