Γεώργιος Τσόντος Βάρδας – Από τον Μακεδονικό Αγώνα στη βασιλική Παλινόρθωση του 1935

Γεώργιος Τσόντος Βάρδας – Από τον Μακεδονικό Αγώνα στη βασιλική Παλινόρθωση του 1935

«Διατρέχω τα χωριά την νύκτα, η χιών είναι πανταχού μέχρι του γόνατος σχεδόν. Είμαι εν τούτοις ευχαριστημένος ότι ο Θεός με διαφυλάττει υγιή και το έργο προοδεύει». (Επιστολή προς τον Π. Ζυμβρακάκη, 5 Φεβρουαρίου 1905)

γεώργιος-τσόντος-βάρδας-από-τον-μακ-563006398

Ο Γεώργιος Τσόντος (Βάρδας) γεννήθηκε στο χωριό Ασκύφου στα Σφακιά Χανίων, στις 18 Ιανουαρίου 1871. Προερχόταν από ιστορική οικογένεια οπλαρχηγών, καθώς ο πατέρας του Χαράλαμπος Τσόντος είχε συμμετάσχει στην Κρητική Επανάσταση του 1866-1869 ως γενικός αρχηγός των Σφακίων. Μετά την αποτυχία της επανάστασης, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και ο Γεώργιος Τσόντος εισήλθε στη Σχολή Ευελπίδων το 1888 και εξήλθε ανθυπολοχαγός Πυροβολικού το 1893. Μυήθηκε στην Εθνική Εταιρεία και το 1896 εγκατέλειψε τη θέση του στον στρατό και μετέβη μυστικά στην Κρήτη, λαμβάνοντας μέρος σε συμπλοκές εναντίον των Τούρκων.

Γεώργιος Τσόντος Βάρδας – Από τον Μακεδονικό Αγώνα στη βασιλική Παλινόρθωση του 1935-1
Ο Τσόντος-Βάρδας το 1904, κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ).

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, συνελήφθη και παραπέμφθηκε σε στρατοδικείο για την απείθειά του, αλλά αθωώθηκε, καθώς αποδείχθηκε ότι τα κίνητρά του ήταν πατριωτικά. Συμμετείχε στον «ατυχή» πόλεμο του 1897 στην Κρήτη, υπό τη διοίκηση του ταγματάρχη Μανουσογιαννάκη, λαμβάνοντας μέρος σε πολλές μάχες στην ευρύτερη περιοχή των Χανίων, όπου διακρίθηκε για τη γενναιότητά του. Μετά την ανακωχή επανήλθε στις τάξεις του ελληνικού στρατού ως ουλαμαγός Πυροβολικού και λίγο μετά αποσπάστηκε στη Γεωγραφική Υπηρεσία. Μετά τον Μακεδονικό Αγώνα, ο Τσόντος έλαβε μέρος στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο ως αξιωματικός στην 1η Μεραρχία, αλλά αποσπάστηκε στο επιτελείο της 3ης Μεραρχίας λόγω των γνώσεών του στον ανταρτοπόλεμο. Στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, με διαταγή του αρχιστρατήγου, βασιλιά Κωνσταντίνου, ορίστηκε επικεφαλής δυνάμεων Ελλήνων ανταρτών στις περιφέρειες Κιλκίς, ∆ράμας και Σερρών, με αποστολή την εκκαθάρισή τους από τις συμμορίες κομιτατζήδων που δρούσαν στα μετόπισθεν του ελληνικού στρατού προκαλώντας καταστροφές και δηώσεις.

Στον Μακεδονικό Αγώνα

Η τεράστια προσφορά του και η εκτίμηση για την ευθύτητα, τη σωστή του κρίση, την τιμιότητα και το αίσθημα δικαιοσύνης που τον διέκρινε.

Ο Γεώργιος Τσόντος πέρασε την ελληνοτουρκική μεθόριο στις 19 Νοεμβρίου 1904, επικεφαλής 40 οπλοφόρων, και μετά από αρκετές δυσκολίες και αλλεπάλληλες πορείες υπό άσχημες, χειμερινές καιρικές συνθήκες έφτασε στο βιλαέτι Μοναστηρίου, αναλαμβάνοντας τη γενική αρχηγία των ελληνικών Όπλων του Μακεδονικού Αγώνα. Για λόγους συνωμοτικούς υιοθέτησε το ψευδώνυμο Βάρδας, που τον απαθανάτισε στην ελληνική Ιστορία. 

Η πρώτη ενέργεια του Βάρδα ήταν να έρθει σε επαφή με τα μικρά ελληνικά αποσπάσματα Μακεδονομάχων που υπήρχαν ήδη στην ευρύτερη περιοχή και τα οποία επιχείρησε να συντονίσει. Στη συνέχεια ξεκίνησε μια έντονη προσπάθεια διαφώτισης των κατοίκων της ∆υτικής Μακεδονίας γύρω από το διακύβευμα της εθνικής τους υπόστασης και εργάστηκε σκληρά για την αναπτέρωση του ηθικού του Ελληνισμού των περιοχών στις οποίες κινήθηκε. Πολύ γρήγορα δημιούργησε ένα σύστημα πληροφοριοδοτών στην ευρύτερη περιοχή, ενώ όρισε εθνικές επιτροπές σε όλα τα πατριαρχικά χωριά για την καθοδήγηση των κατοίκων τους [Κων. Απ. Βακαλόπουλος, Ο ένοπλος αγώνας στην Μακεδονία (1904-1908), Ηρόδοτος, Αθήνα 1999, σελ. 86-88]. 

Γεώργιος Τσόντος Βάρδας – Από τον Μακεδονικό Αγώνα στη βασιλική Παλινόρθωση του 1935-2
Ο Τσόντος-Βάρδας και το Σώμα του, το 1904 (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ).

Σε όλη τη διάρκεια της δράσης του, το απόσπασμα του Τσόντου εκτελούσε συνήθως καταδρομικές αποστολές εξοντώνοντας μεμονωμένους Εξαρχικούς, τους οποίους είχε προγράψει ως αντίποινα για αντίστοιχες δολοφονίες Ελλήνων Πατριαρχικών. Έτσι, στις 2 Μαΐου 1905 η ομάδα του κύκλωσε το χωριό Λάγινε στη Φλώρινα και σκότωσε έξι Εξαρχικούς, ενώ στις 12 Ιουνίου ισχυρή δύναμη υπό τον Τσόντο-Βάρδα εισήλθε στον Άγιο Παντελεήμονα Φλώρινας και σκότωσε πέντε Εξαρχικούς. Όλο τον Σεπτέμβριο του 1905, η ομάδα Τσόντου έδρασε μαζί με τον Γύπαρη στην ευρύτερη περιοχή των Πρεσπών, χτυπώντας Εξαρχικούς και διαλύοντας τους σχηματισμούς των κομιτατζήδων της περιοχής. Σε μία ακόμη χαρακτηριστική καταδρομική επιχείρηση στις 23 Σεπτεμβρίου 1905, ο Τσόντος-Βάρδας εισήλθε αιφνιδιαστικά με τους οπλίτες του στο χωριό Άλωνα Φλώρινας σκοτώνοντας τον Εξαρχικό Βούλγαρο ιερέα του, ενώ έκαψε τα ιερά του βιβλία με το κυριλλικό αλφάβητο στην πλατεία του χωριού (ΓΕΣ, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, εκδόσεις ∆ΙΣ, Αθήνα 1979, σελ. 200-201). 

Πολύ συχνά, σε αυτές τις καταδρομές υπήρχαν και αρκετές παράπλευρες απώλειες αμάχων, τις οποίες ο Τσόντος κατέγραφε αναλυτικά στο ημερολόγιό του και βασάνιζαν τη συνείδησή του. Στην επιδρομή της Ζαγορίτσανης (την οποία οι κομιτατζήδες αποκαλούσαν χαρακτηριστικά Μικρή Σόφια) στις 25 Μαρτίου 1905, εκτός των Εξαρχικών, σκοτώθηκαν και πολλοί Πατριαρχικοί, ακόμη και άμαχοι. Και αυτό γιατί οι μάχες είχαν χαρακτήρα καταδρομικό εντός των χωριών και, καθώς η ανταλλαγή πυρών εκδηλωνόταν ακανόνιστα, ήταν δύσκολο να γίνει αντιληπτό ποιος ήταν εχθρός και ποιος όχι. 

Πολύ συχνά, σε αυτές τις καταδρομές υπήρχαν και αρκετές παράπλευρες απώλειες αμάχων, τις οποίες ο Τσόντος κατέγραφε αναλυτικά στο ημερολόγιό του και βασάνιζαν τη συνείδησή του.

Από την άλλη, όμως, ήταν γεγονός ότι οι συγκεκριμένες ελληνικές νίκες, παρά τις παράπλευρες απώλειές τους, αναπτέρωναν το ηθικό των Ελλήνων της Μακεδονίας, μείωναν το ηθικό των Εξαρχικών και των κομιτατζήδων, ενώ ο Τσόντος-Βάρδας δεχόταν γι’ αυτές επιστολές συγχαρητηρίων από όλες τις γωνιές του ελληνικού κράτους αλλά και του μακεδονικού χώρου (Βακαλόπουλος, ό.π., σελ. 124). Επίσης, αύξαναν κατακόρυφα και το ρεύμα Μακεδόνων εθελοντών που είχαν γνώση του τόπου και των κατοίκων του και αποτελούσαν πολύτιμη προσθήκη και εφεδρεία στα υπάρχοντα σώματα Μακεδονομάχων, που αντιμετώπιζαν συνεχώς προβλήματα στελέχωσης, λόγω απωλειών αλλά και λιποταξιών. Πολύ σύντομα ο Τσόντος-Βάρδας απέκτησε την καλύτερη φήμη μεταξύ των οπλαρχηγών του Μακεδονικού Αγώνα για την ευθύτητα, τη σωστή του κρίση, την τιμιότητα και το αίσθημα δικαιοσύνης που τον διέκρινε. Άλλοι οπλαρχηγοί τον καλούσαν ως διαιτητή σε διαμάχες μεταξύ στρατιωτών τους, ενώ επίσης πολύ συχνά τον καλούσαν οι κάτοικοι χωριών να διευθετήσει διαφορές ή προβλήματα που τυχόν δημιουργούνταν από προύχοντες που τους καταπίεζαν. 

Σταδιακά η δραστηριότητα του Βάρδα δυσαρέστησε και τις τουρκικές Αρχές, που κινητοποίησαν τις δυνάμεις τους στην περιοχή όπου δρούσε, ώστε να εξολοθρεύσουν τις ομάδες του. Σε μια τέτοια περίπτωση τον Απρίλιο του 1905, ο Βάρδας, έχοντας 120 οπλοφόρους υπό τις διαταγές του, δεν υποχώρησε ως συνήθως, αλλά συγκρούστηκε και αποδεκάτισε έναν ολόκληρο τουρκικό λόχο (32 νεκροί, 17 τραυματίες) που τον καταδίωκε, σχεδόν χωρίς να έχει απώλειες [Douglas Dakin, The Greek Struggle in Macedonia (1897-1913), Institute of Balkan Studies, Thessaloniki 1993, σελ. 230].

Γεώργιος Τσόντος Βάρδας – Από τον Μακεδονικό Αγώνα στη βασιλική Παλινόρθωση του 1935-3
Ο Καπετάν Βάρδας. Επιστολικό δελτάριο (Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη).

Στις αρχές του 1907, ο Τσόντος-Βάρδας μετέβη στην Αθήνα για ξεκούραση και συζητήσεις με το Μακεδονικό Κομιτάτο για καλύτερη οργάνωση του Αγώνα και, επιστρέφοντας, επιτέθηκε τον Απρίλιο του 1907 στα εξαρχικά χωριά Μπαρεσάνη και Καλλινίκη, όπου σκότωσε πολλούς Εξαρχικούς καίγοντας και τις οικίες τους. Το καλοκαίρι του 1907 ο Βάρδας πέρασε στην περιοχή των Κορεστίων, όπου η βουλγαρική επιρροή ήταν ακόμη ισχυρότερη, και στις 3 Ιουλίου 1907 επιτέθηκε στο χωριό Όστιμα, όπου σκότωσε εννέα κομιτατζήδες και τον Βούλγαρο ιερέα, ενώ έκαψε δύο σπίτια Εξαρχικών. Οι κομιτατζήδες απάντησαν με ένα κύμα αποτρόπαιων δολοφονιών (μέσα σε δύο μήνες κατέστρεψαν δύο ελληνικά χωριά και δολοφόνησαν 22 Έλληνες) κυρίως στην περιοχή του Μοναστηρίου, όπου τα ελληνικά Όπλα είχαν τη μεγαλύτερη επιρροή. 

Η συνολική προσφορά του Τσόντου-Βάρδα στον Μακεδονικό Αγώνα υπήρξε ανεκτίμητη, καθώς ήταν ο πρώτος Έλληνας οπλαρχηγός που εισήλθε στη Μακεδονία μετά τον θάνατο του Παύλου Μελά, κινούμενος σε ένα ιδιαίτερα εχθρικό και άγνωστο περιβάλλον. Με την τιμιότητά του κατάφερε να αποσπάσει αμέσως την εύνοια, την αποδοχή και την ενεργό συμμετοχή των ελληνικών ή πατριαρχικών πληθυσμών στις περιοχές όπου έδρασε. Η συμμετοχή του Τσόντου στον Μακεδονικό Αγώνα καθόρισε σε τέτοιο βαθμό τη γενικότερη πορεία του, ώστε ο ίδιος χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Βάρδας ως κανονικό του όνομα τα μετέπειτα χρόνια.

Οι δυσκολίες της αποστολής του

Η αντιμετώπισή τους με επινοητικότητα, διπλωματία και πρακτικό πνεύμα.

Ως επικεφαλής των ελληνικών Όπλων στον Μακεδονικό Αγώνα, ο Τσόντος-Βάρδας είχε ως πρώτη προτεραιότητα να καταφέρει να εξασφαλίσει την επιβίωση της ομάδας του. Καθημερινά όφειλε να παίρνει σοβαρές αποφάσεις ζωής και θανάτου για το πώς η ομάδα του θα ελισσόταν σε ένα εχθρικό και λίαν επικίνδυνο περιβάλλον. Ο Τσόντος έπρεπε να αξιολογήσει τις διαθέσιμες πληροφορίες, να εκτιμήσει αποστάσεις μεταξύ χωριών και ισχυρών τουρκικών αποσπασμάτων και να υπολογίσει τις διαδρομές του αποσπάσματός του, ώστε αυτές να είναι οι πλέον ασφαλείς αλλά και ταυτόχρονα όσο το δυνατόν σε λιγότερο δύσβατα μέρη. Η επαρκής σίτιση του αποσπάσματος αποτελούσε έναν πρόσθετο πονοκέφαλο για τον Βάρδα, τον οποίο όφειλε να διαχειριστεί και να λάβει υπόψη του όταν καθόριζε τις μετακινήσεις του αποσπάσματος. Το φαγητό των Μακεδονομάχων ήταν κυρίως κρέας, το οποίο ο Τσόντος επιδίωκε να του το φέρνουν οι χωρικοί ήδη μαγειρεμένο, καθώς ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνο να ανάψουν φωτιά και να το ψήσουν οι ίδιοι. 

Όλα τα τρόφιμα του αποσπάσματος αγοράζονταν από τον Τσόντο, ο οποίος ήταν πολύ τυπικός στο ζήτημα αυτό, καθώς ήταν σημαντικό οι πληθυσμοί των χωριών να μην υποφέρουν οικονομικά από τη συντήρηση του αποσπάσματός του [Γεώργιος Τσόντος-Βάρδας, Ο Μακεδονικός Αγών. Ημερολόγιο 1904-1905, τόμ. Α΄, Πετσίβας, Αθήνα 2003, σελ. 169). Επίσης, η αγορά των τροφίμων δημιουργούσε ένα πρόσθετο πλεονέκτημα συμπάθειας, καθώς αντίστοιχα οι Βούλγαροι κομιτατζήδες κατά κανόνα λήστευαν τα τρόφιμά τους και φορολογούσαν αγρίως τους πληθυσμούς των χωριών. 

Γεώργιος Τσόντος Βάρδας – Από τον Μακεδονικό Αγώνα στη βασιλική Παλινόρθωση του 1935-4
Κομιτατζήδες οπλισμένοι (πηγή: Βαγγέλης Νικόπουλος, Γρεβενά 1895-1975. Ογδόντα χρόνια φωτογραφίες, Αθήνα 2012).

Η διαχείριση των ανθρώπινων πόρων ήταν ίσως η σημαντικότερη πτυχή των καθηκόντων του Τσόντου. Αρχικά ήταν πολύ κρίσιμη η επιλογή των ανδρών του αποσπάσματος, διαδικασία που γινόταν στην Αθήνα πριν το απόσπασμα αναλάβει δράση στη Μακεδονία. Η διαδικασία ήταν μυστική, τα πρόσωπα που προσέρχονταν είχαν συστάσεις και ο ίδιος ο Τσόντος τούς εξέταζε έναν προς έναν, προσπαθώντας να αντιληφθεί τους χαρακτήρες και τις προθέσεις τους. Βασικά κριτήρια της επιλογής ήταν οι συστάσεις που τους συνόδευαν, ο διαφαινόμενος χαρακτήρας τους, η σωματική τους διάπλαση, η καταγωγή τους και οι διαθέσεις τους. 

Η καταγωγή ήταν ένα πολύ σοβαρό ζήτημα που έπρεπε να ληφθεί υπόψη, καθώς ο Τσόντος προσπαθούσε το απόσπασμά του να στελεχώνεται μόνο από Κρητικούς. Καθώς ο ίδιος ήταν Σφακιανός, μπορούσε να τους επιβληθεί πιο εύκολα, να αντιληφθεί την ψυχολογία τους και να διευθετήσει πιθανές έριδες μεταξύ τους, ενώ η ανάμειξή τους με στρατιώτες από τη Μάνη, τη Μεσσηνία ή άλλες περιοχές συνήθως οδηγούσε σε ανεπιθύμητους τοπικιστικούς ανταγωνισμούς.
Βασική προτεραιότητα του Τσόντου ήταν να διατηρήσει την ομάδα του σε καλή κατάσταση, καθώς οι κακουχίες ήταν στην ημερήσια διάταξη της ζωής ενός αποσπάσματος Μακεδονομάχων. Η διανυκτέρευση στο ύπαιθρο ήταν μια ιδιαίτερα δυσάρεστη εμπειρία, καθώς οι θερμοκρασίες τον χειμώνα στα ορεινά μέρη της Βόρειας Μακεδονίας έπεφταν αρκετούς βαθμούς κάτω από το μηδέν. Οι μακρές πορείες ήταν εξαντλητικές, ιδιαίτερα όταν γίνονταν υπό βροχή, και δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις αρρώστιας με υψηλό πυρετό ακόμη και σε αυτούς τους σκληροτράχηλους ορεσίβιους. Αλλά και το καλοκαίρι οι στρατιώτες ήταν στο έλεος του μεσημεριανού καύσωνα, που αύξανε τη δίψα και παρέλυε τις δυνάμεις τους. 

Οι συνεχείς, κοπιώδεις πορείες του αποσπάσματος στα ορεινά δάση της Βόρειας Μακεδονίας, όπου δεν υπήρχαν μονοπάτια, αλλά και η επί πολλές μέρες διαμονή στο ύπαιθρο προκαλούσαν απογοήτευση και εκνευρισμό στο απόσπασμα, μειώνοντας τη μαχητική του ικανότητα, κάτι που ο Τσόντος ήξερε ότι όφειλε να αποφύγει πάση θυσία. Ίσως ο χειρότερος εφιάλτης του Τσόντου ήταν η διασάλευση της πειθαρχίας, η μουρμούρα και οι διαμαρτυρίες των στρατιωτών του, που, αν δεν τις διαχειριζόταν σωστά, απειλούσαν το τμήμα του ακόμη και με διάλυση. Κι αυτό γιατί, αν (όταν) κάποιοι στρατιώτες τού ζητούσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, αυτός δεν μπορούσε να τους εμποδίσει. Ήταν υποχρεωμένος βάσει συμφωνίας να τους δώσει τους μισθούς τους και να εξασφαλίσει την ομαλή επιστροφή τους, παρέχοντας ένα σχετικό έγγραφο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Τσόντος ζητούσε τα επαναληπτικά όπλα τους για να τους δώσει παλαιότερα, αλλά, αν δεν του τα έδιναν οικειοθελώς, δεν μπορούσε να τους αφοπλίσει με τη βία (Γεώργιος Τσόντος-Βάρδας, Ο Μακεδονικός Αγών. Ημερολόγιο 1904-1905, τόμ. Β1, Πετσίβας, Αθήνα 2003, σελ. 22). ∆εν ήταν σπάνιες και οι περιπτώσεις νυχτερινών λιποταξιών στρατιωτών με τον οπλισμό τους, που γίνονταν αντιληπτές το επόμενο πρωί. 

Γεώργιος Τσόντος Βάρδας – Από τον Μακεδονικό Αγώνα στη βασιλική Παλινόρθωση του 1935-5
Ο Ιωάννης Καραβίτης, στενός συνεργάτης και συμπολεμιστής του Τσόντου στον Μακεδονικό Αγώνα, μαζί με τους οπλαρχηγούς Γ. Βολάνη και Γ. Μακρή (Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη).

Έτσι κι αλλιώς, οι έριδες, οι καβγάδες, ακόμη και οι συμπλοκές δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο μεταξύ των Μακεδονομάχων, συνήθως για ασήμαντες αφορμές. Τέτοιες διενέξεις οδηγούσαν ακόμη και σε σοβαρούς τραυματισμούς και ο Τσόντος έπρεπε να τις επιλύσει με αυστηρότητα και δικαιοσύνη, ώστε να διατηρήσει την επιβολή του στους άνδρες του. Οι εκτροπές και το πλιάτσικο των στρατιωτών του εξόργιζαν τον Βάρδα, ο οποίος τιμωρούσε αυτά τα φαινόμενα απειθαρχίας και μιλούσε πολύ συχνά στους υφισταμένους του για την εθνική αποστολή τους. Ο ίδιος ο Τσόντος ήταν ιδιαίτερα οξύθυμος. Έτσι, στις περισσότερες περιπτώσεις αντιπειθαρχικών επεισοδίων ξεσπούσε στους άνδρες του με ακατάσχετο υβρεολόγιο και απειλές, που ήταν και το αποτελεσματικότερο μέσο για να επαναφέρει τη μονάδα του σε ένα ανεκτό επίπεδο πειθαρχίας.   

Η οικονομική διαχείριση επίσης αποτελούσε μεγάλη πρόκληση για τον Τσόντο-Βάρδα. Οι πόροι του προέρχονταν από εισφορές εύπορων πολιτών στην Αθήνα, από το Μακεδονικό Κομιτάτο αλλά και την ελληνική κυβέρνηση. Ο Τσόντος, εκτός από τη μηνιαία μισθοδοσία των οπλιτών του και την αγορά των τροφίμων, που ομολογουμένως ήταν σχετικά φθηνή, έπρεπε να δωροδοκήσει μια σειρά από πρόσωπα (Τούρκους χωροφύλακες, Τούρκους προκρίτους, Εξαρχικούς, ακόμη και Πατριαρχικούς) για να εξασφαλίσει είτε την ανοχή τους, είτε τη σιωπή τους, είτε τη φιλία τους, είτε πολύτιμες πληροφορίες. Σταδιακά, όλο και περισσότεροι χωρικοί πλησίαζαν τον Τσόντο ζητώντας χρήματα έναντι μελλοντικών εκδουλεύσεων και αυτός όφειλε να κρίνει το κάθε πρόσωπο και το αν του ήταν όντως χρήσιμο, σταθμίζοντας κατά πόσο θα τον βοηθούσε να φέρει εις πέρας την αποστολή του. Σταδιακά ο Τσόντος εξέφραζε στο ημερολόγιό του έναν σκεπτικισμό για τη σκοπιμότητα όλων αυτών των δωροδοκιών και τον βασάνιζε η ιδέα ότι σκορπούσε χρήματα σε ακατάλληλα για τον σκοπό άτομα.

Αλλά ίσως ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Τσόντος στον συντονισμό του Αγώνα ήταν η συνεννόηση με το Μακεδονικό Κομιτάτο στην Αθήνα. Η επιτροπή των Αθηνών επέμενε σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα να συντονίζει με εντολές της από την Αθήνα τις κινήσεις όλων των σωμάτων στον μακεδονικό χώρο, αλλά οι εντολές της είτε παραγνώριζαν τις διαμορφωμένες συνθήκες, ανθρώπους, δρομολόγια και εξελίξεις είτε έφταναν με καθυστέρηση και ήταν πλέον ανεπίκαιρες και ίσως επικίνδυνες. 

Γεώργιος Τσόντος Βάρδας – Από τον Μακεδονικό Αγώνα στη βασιλική Παλινόρθωση του 1935-6
Σφραγίδα του Ελληνομακεδονικού Κομητάτου (Alamy/Visualhellas.gr).

Όταν η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, τον ∆εκέμβριο του 1905, ο Τσόντος-Βάρδας με επιστολή του προς όλους τους οπλαρχηγούς τούς προέτρεψε να αποκλείσουν εντελώς το Μακεδονικό Κομιτάτο και να πάψουν να συμμορφώνονται στις εντολές του. Το Κομιτάτο απάντησε αποκηρύσσοντας τους περισσότερους οπλαρχηγούς που δρούσαν επί του πεδίου και προς στιγμήν απειλήθηκε να συμβεί η τέλεια διάσπαση του Μακεδονικού Αγώνα με απρόβλεπτες προεκτάσεις. Τελικά επικράτησαν οι συνετότεροι και επήλθε κάποιος συμβιβασμός.

Όπως γίνεται φανερό από όσα αναφέρθηκαν, το έργο του Τσόντου-Βάρδα ήταν αρκετά περίπλοκο, αλλά ο ίδιος ανταποκρίθηκε σε όλα αυτά τα απαιτητικά καθήκοντα με πατριωτισμό και επάρκεια. Από το ημερολόγιό του διαφαίνεται ότι διαχειρίστηκε όλα αυτά τα διαφορετικής φύσης ζητήματα με επινοητικότητα, διπλωματία, πρακτικό πνεύμα, με αίσθημα ευθύνης και κυρίως διαπνεόμενος από το όραμα της κεντρικής του αποστολής.

Ο Εθνικός Διχασμός και οι αντιβενιζελικοί αντάρτες της Ουδέτερης Ζώνης

Η αξιοποίηση της εμπειρίας στον ανορθόδοξο ανταρτοπόλεμο για την παρενόχληση της γαλλικής κατοχής.

Κατά τον Εθνικό ∆ιχασμό, ο Γεώργιος Τσόντος-Βάρδας συντάχθηκε με τη βασιλική παράταξη και ανέλαβε καθήκοντα αντιπροέδρου στον αντιβενιζελικό παγκρήτιο σύνδεσμο που συστήθηκε στην Αθήνα, έχοντας ως προπαγανδιστικό σκοπό να αποδείξει ότι η Κρήτη δεν ακολουθούσε στην ολότητά της τον Βενιζέλο (Εμπρός, 23.9.1916). Ο Εθνικός ∆ιχασμός κορυφώθηκε με τη δημιουργία του χωριστού κράτους της Άμυνας στη Θεσσαλονίκη, υπό την τριανδρία Βενιζέλου – Κουντουριώτη – ∆αγκλή και την επίθεση των βενιζελικών στρατευμάτων στη βασιλική φρουρά της Κατερίνης στις 21 Οκτωβρίου 1916 – τη μοναδική εμφύλια μάχη μεταξύ των δύο παρατάξεων. Για να αποφευχθεί μια γενικότερη σύρραξη, οι Σύμμαχοι δημιούργησαν μια Ουδέτερη Ζώνη μεταξύ των δύο κρατιδίων, πλάτους περίπου 10 χλμ., την οποία έθεσαν υπό τον έλεγχο γαλλικών στρατευμάτων.

Στη ζώνη αυτή, οι συμμαχικές Αρχές σε συνεργασία με τοπικούς υποστηρικτές και στελέχη των βενιζελικών, κατέλυσαν τις Αρχές του κράτους των Αθηνών και εξαπέλυσαν διώξεις εναντίον των αντιβενιζελικών. Οι γαλλικές Αρχές θέσπισαν την απαγόρευση της ημερήσιας κυκλοφορίας άνω των 10 χλμ. χωρίς έγγραφη γαλλική άδεια, το λεγόμενο από τους ντόπιους «λεσέ πασέ», ενώ κάθε απόκρυψη στρατιωτικού υλικού τιμωρούνταν με θάνατο. Ο μόνιμος υποσιτισμός των κατοίκων έφτασε στο ακρότατο όριό του, ενώ η ελονοσία παραχώρησε τη θέση της στην εισαγόμενη Ισπανική γρίπη του 1917, εξοντώνοντας πολλούς χωρικούς.

Γεώργιος Τσόντος Βάρδας – Από τον Μακεδονικό Αγώνα στη βασιλική Παλινόρθωση του 1935-7
Στρατιώτες από το Βιετνάμ –τότε γαλλική αποικία– στο στρατόπεδο Ζέιτενλικ στη δυτική Θεσσαλονίκη, στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Οι κάτοικοι των περιοχών της Ουδέτερης Ζώνης διαμαρτύρονταν για τη συμπεριφορά των Σενεγαλέζων στρατιωτών εις βάρος τους, αλλά οι ενδείξεις είναι αντικρουόμενες για το αν και κατά πόσο όντως υπήρξαν κακοποιητικές συμπεριφορές. Το κράτος των Αθηνών ανεπίσημα οργάνωσε παραστρα­τιωτικές ομάδες ανταρτών με γερμανική χρηματοδότηση και με βασικό σκοπό την παρενόχληση της γαλλικής κατοχής και των βενιζελικών συνεργατών της (Στράτος Ν. ∆ορδανάς, Οι αργυρώνητοι, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2021, σελ. 216-229). Η κυβέρνηση ανέθεσε τη δύσκολη αυτή αποστολή στον αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού Τσόντο-Βάρδα, καθώς, λόγω της μεγάλης εμπειρίας του στον ανορθόδοξο ανταρτοπόλεμο, ήταν ο πλέον ικανός να φέρει εις πέρας τη δύσκολη αποστολή ελιγμών σε εχθρικό περιβάλλον. Ο Τσόντος ήταν φανατικός αντιβενιζελικός και δέχθηκε την αποστολή με τη σκέψη ότι υπηρετούσε τον βασιλιά και την πατρίδα του, ενώ ως βασικό του συνεργάτη επέλεξε τον Ιωάννη Καραβίτη, συμπολεμιστή του στον Μακεδονικό Αγώνα. 

Κατά τις συζητήσεις του με τους προϊσταμένους του, ο Βάρδας έθεσε ως όρο για τη συμμετοχή του τα ανταρτικά σώματα να μην εκτραπούν σε ληστείες, αλλά να περιοριστούν αυστηρά στην προστασία των πληθυσμών από την αυθαιρεσία της γαλλικής και βενιζελικής εξουσίας. Επίσης, κατά τον Τσόντο, οι ομάδες αυτές σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να συμπλακούν με συμμαχικά στρατεύματα που βρίσκονταν στην περιοχή. Καθώς όμως η χρηματοδότηση του εγχειρήματος προερχόταν απευθείας από τη Γερμανία, ο Τσόντος σύντομα κατάλαβε ότι είχε καταστεί εμμέσως όργανο της γερμανικής προπαγάνδας, κάτι που τον δυσαρέστησε σφόδρα, ενώ επέστησε και την προσοχή του Καραβίτη στο ζήτημα αυτό [Γεώργιος Τσόντος-Βάρδας, Η βενιζελική τυραννία (Ημερολόγιο 1917-1920), Πετσίβας, Αθήνα 2006, σελ. 46].

Αρχικά ο Τσόντος στρατολόγησε μόνιμους αξιωματικούς του ελληνικού στρατού, δημιούργησε τις ομάδες του στρατολογώντας στην Πελοπόννησο και τις μετέφερε σιδηροδρομικώς στη Θεσσαλία. Η τοπική Χωροφυλακή ανέλαβε τον εξοπλισμό και τον ανεφοδιασμό των ομάδων του, αλλά η δραστηριότητά τους ήδη από τα πρώτα βήματά της ξέφυγε από τη βασική της αποστολή και εκφυλίστηκε ακόμη και σε κλοπές. Ακόμη χειρότερα, όταν οι αντιβενιζελικοί αντάρτες εξόντωσαν ένα απόσπασμα 14 Σενεγαλέζων, ακολούθησαν γαλλικά αντίποινα: ο ηγούμενος Ζιδανίου Καλλίνικος και πέντε λαϊκοί εκτελέστηκαν τον Μάρτιο του 1917 ως τροφοδότες των ανταρτών. Με διαταγή του Γάλλου στρατηγού Σαράιγ πυρπολήθηκε η εκκλησία ως αποθήκη όπλων, τουφεκίστηκαν άλλοι δύο συλληφθέντες και πυρπολήθηκαν οι οικίες δύο ανταρτών. Ακολούθησαν δεκάδες συλλήψεις αντιβενιζελικών στην ευρύτερη περιοχή, ενώ, κατόπιν εντολής, οποιονδήποτε Έλληνα συλλάμβαναν στην Ουδέτερη Ζώνη με όπλο τον εκτελούσαν επιτόπου (Θανάσης Καλλιανιώτης, «Ο Εθνικός ∆ιχασμός στον νομό Κοζάνης: 1916-1918», περιοδικό Παρέμβαση, τχ. 96, Κοζάνη 1996).

Χάρη σ’ ένα εκτεταμένο δίκτυο βενιζελικών πληροφοριοδοτών σε όλη την Ουδέτερη Ζώνη, οι Γάλλοι ήδη γνώριζαν από τα μέσα Μαρτίου του 1917 τη συνολική δραστηριότητα των ομάδων, αλλά και ότι επικεφαλής τους ήταν ο Τσόντος-Βάρδας. Ο Γάλλος υποστράτηγος Κομπού διαμαρτυρήθηκε εγγράφως για τη δραστηριότητα του Τσόντου, αλλά ο πρωθυπουργός Λάμπρος τον κάλυψε, υποστηρίζοντας ότι ο Κρητικός αξιωματικός δήθεν είχε μεταβεί στην Πελοπόννησο με αποστολή την επιθεώρηση στρατιωτικών αποθηκών. 

Γεώργιος Τσόντος Βάρδας – Από τον Μακεδονικό Αγώνα στη βασιλική Παλινόρθωση του 1935-8
Ο Γάλλος στρατηγός Μορίς Σαράιγ, το 1915 (Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, Ουάσιγκτον).

Ο Σαράιγ υπερέβαλε εσκεμμένα για το μέγεθος των ομάδων αυτών και για το αξιόμαχό τους, που προφανώς δεν αποτελούσαν σοβαρό κίνδυνο για τις δυνάμεις του στη Θεσσαλονίκη, όπως ο ίδιος διατεινόταν στην επίσημη αλληλογραφία του με την ελληνική κυβέρνηση. Η πρόθεσή του ήταν να εξασφαλίσει έγκριση από τις κυβερνήσεις της Αντάντ (Entente) και να σαρώσει με στρατιωτικές επιχειρήσεις τον αντιβενιζελισμό του Νότου. Από την άλλη, η κυβέρνηση Λάμπρου αρνήθηκε (ψευδώς) ότι γνώριζε οτιδήποτε για τα άτακτα αυτά τμήματα, υποσχέθηκε έρευνες και ανακρίσεις, ενώ ανακάλεσε τον Τσόντο στην Αθήνα. 

Η δράση των ομάδων ανταρτών, εκτός από αναποτελεσματική, υπήρξε και βραχεία, καθώς στις 28 Μαΐου 1917 οι γαλλικές δυνάμεις προέλασαν απροειδοποίητα προς Νότο, καταλαμβάνοντας διαδοχικά τη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα χωρίς να συναντήσουν αντίσταση, συλλαμβάνοντας και φυλακίζοντας τους τοπικούς ηγέτες των αντιβενιζελικών με συνοπτικές διαδικασίες. Την επομένη, στις 29 Μαΐου 1917, δόθηκε το συμμαχικό τελεσίγραφο στον Κωνσταντίνο επ’ απειλή βομβαρδισμού των Αθηνών από τον συμμαχικό στόλο, που τον εξανάγκασε σε παραίτηση και φυγή στην Ελβετία.

Η «βενιζελική τυραννία»

Η περιπλάνηση στα βουνά, η επικήρυξη και η τρίχρονη απόλυτη απομόνωση στη Φθιώτιδα.

Μετά την παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου υπέρ του γιου του Αλέξανδρου και την αιφνιδιαστική σάρωση του κράτους των Αθηνών, ο Τσόντος-Βάρδας, που βρισκόταν στην Αθήνα, συμπεριλήφθηκε από τις γαλλικές Αρχές στις πολιτικές και στρατιωτικές αντιβενιζελικές προσωπικότητες που θα εξορίζονταν στο Αιάκειο της Κορσικής. Ο ίδιος όμως δεν εμφανίστηκε, φοβούμενος ότι θα συλληφθεί για τη δραστηριότητά του στην Ουδέτερη Ζώνη, και προτίμησε να φυγοδικήσει, καταφεύγοντας στην ύπαιθρο των Αγράφων και της Ευρυτανίας, όπου υπήρχαν οι προϋποθέσεις να μην ανακαλυφθεί.  

Έτσι, ο Τσόντος μαζί με έναν ακόμη φυγόδικο και έναν οδηγό ξεκίνησαν την 1η Ιουνίου 1917 μια δύσκολη πορεία μέσα από τα δάση και τα βουνά των Αγράφων με κατεύθυνση προς το Καρπενήσι. Καθ’ οδόν, τους συντηρούσαν κτηνοτρόφοι και ποιμένες των περιοχών που ήταν αντιβενιζελικοί, ενώ ο ίδιος ενημερωνόταν για την άνοδο του Βενιζέλου στην εξουσία και τον άμεσο κίνδυνο που διέτρεχε αν συλλαμβανόταν από τις Αρχές λόγω της εμπλοκής του με τους αντάρτες της Ουδέτερης Ζώνης. Ο Τσόντος, ελισσόμενος μεταξύ μικρών στρατιωτικών αποσπασμάτων που βρίσκονταν διάσπαρτα στην περιοχή και τον έψαχναν, αναγκαζόταν ακόμη και να σκαρφαλώνει σε απόκρημνες και επικίνδυνες πλαγιές για να ξεφύγει. Έκανε κοπιαστικές πορείες στα όρια της εξάντλησης, ενώ κοιμόταν κατά κανόνα στην ύπαιθρο, εκτεθειμένος στο δριμύ ψύχος της νύχτας, καθώς δεν μπορούσαν να ανάψουν φωτιά για λόγους ασφαλείας. Είχε ελάχιστα τρόφιμα μαζί του, πολύ συχνά έμενε χωρίς νερό για δύο ή τρεις ημέρες, ήταν κάθιδρος και φορούσε τα ίδια ρούχα για πολλές ημέρες, ενώ η ψυχολογία του ήταν στο χαμηλότερο σημείο της (Γεώργιος Τσόντος-Βάρδας, Η βενιζελική τυραννία, σελ. 5-53).

Γεώργιος Τσόντος Βάρδας – Από τον Μακεδονικό Αγώνα στη βασιλική Παλινόρθωση του 1935-9
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε ένα ταξίδι του στο εξωτερικό (Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος K. Βενιζέλος», Χανιά).

Μετά από μια μαρτυρική τρίμηνη περιπλάνηση διανθισμένη με φόβους, αγωνίες και περιπέτειες, ο Τσόντος-Βάρδας κατέληξε στο Παλαιόκαστρο Φθιώτιδας κρυπτόμενος στο σπίτι του βενιζελικού Κώστα Σιάννου, στο βορινό δωμάτιο του δεύτερου ορόφου του σπιτιού του. Βρισκόμενος εκεί ο Τσόντος έμαθε για την αποστρατεία του στις 11 ∆εκεμβρίου 1917, αλλά και για τις κατηγορίες εις βάρος του για την υπόθεση των ανταρτών στην Ουδέτερη Ζώνη. 

Ο Ιωάννης Καραβίτης μεσολάβησε στον ίδιο τον Βενιζέλο στις 18 Ιανουαρίου 1918 για τη φυγοδικία του παλαιού του συμπολεμιστή και ο πρωθυπουργός δέχτηκε να αποσυρθούν οι κατηγορίες εναντίον του Τσόντου και να εξοριστεί στη Σαντορίνη χωρίς καμία άλλη επίπτωση (ό.π., σελ. 194). Όμως, μετά τα αντιβενιζελικά στασιαστικά κινήματα των Θηβών και της Λαμίας στις αρχές του 1918, οι βενιζελικές Αρχές θεώρησαν εντελώς εσφαλμένα ότι ο Τσόντος είχε συμμετοχή στην οργάνωσή τους και στις 29 Ιουνίου 1918 τον επικήρυξαν ως ληστή επί εσχάτη προδοσία με αμοιβή 10.000 δρχ. για την κατάδοσή του. Σε περίπτωση σύλληψης ή δολοφονίας του, το ποσό αυξανόταν σε 15.000 δρχ. (Μακεδονία, 30.6.1918). Η επικήρυξη αυτή έπεισε τον Τσόντο ότι, αν παραδινόταν παρά το γεγονός ότι ήταν εντελώς αθώος για τα στασιαστικά κινήματα ευρισκόμενος σε απόλυτη απομόνωση, ίσως να του επιβαλλόταν η εσχάτη των ποινών. Έτσι αναγκάστηκε να παραμείνει επί σχεδόν τριάμισι χρόνια σε απομόνωση, ενώ στην Αθήνα κυκλοφορούσαν φήμες ότι είχε καταφέρει να αποδράσει και να φτάσει στη Γερμανία. 

Λόγω της αυστηρής λογοκρισίας στην αλληλογραφία, ο Τσόντος αδυνατούσε να επικοινωνήσει με τον έξω κόσμο. Τελικά, κατάφερε να αποκαταστήσει επαφή χάρη στον ανιψιό του ανθυπολοχαγό ∆ημήτριο Ζωγραφάκη, που ερχόταν εκ μέρους του σε επαφή με συγγενείς του αλλά και με κορυφαίους αντιβενιζελικούς που δεν είχαν εκτοπιστεί, όπως οι Νικόλαος Στράτος, Νικόλαος ∆ημητρακόπουλος, Ίων και Φίλιππος ∆ραγούμης, Ιωάννης Καραβίτης, ο αντιβενιζελικός δημοσιογράφος του ΣΚΡΙΠ Νικόλαος Καρβούνης, αλλά και πολλοί άλλοι. Ο Ζωγραφάκης τήρησε σταθερή αλληλογραφία με τον Τσόντο, στην οποία τον ενημέρωνε όχι μόνο για τις γενικότερες εξελίξεις, αλλά κυρίως για την κατάσταση των αντιβενιζελικών στην Αθήνα, τις ελπίδες τους για μια συντριβή της Entente στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και τη σταδιακή συσπείρωσή τους σε ένα ενιαίο πολιτικό σύνολο με μοναδικό σκοπό την πτώση του Βενιζέλου. Τις επιστολές αυτές τις διακινούσε διατρέχοντας σοβαρούς κινδύνους ο αντιβενιζελικός γιατρός της περιοχής ∆ημητράκης (συνήθως τις έραβε στη φόδρα του σακακιού του), ο οποίος και γνώριζε τη φυγοδικία του Τσόντου.

Σε όλο αυτό το τριετές διάστημα, ο Τσόντος παρέμεινε σε σχετική απομόνωση, με κυριότερη ασχολία το διάβασμα όσο υπήρχε το φως της ημέρας, αλλά και την ανάγνωση εφημερίδων ώστε να κατατοπίζεται για τις πολιτικές εξελίξεις. Τη δυσάρεστη και τραυματική εμπειρία της απομόνωσής του την κατέγραψε σε ένα αναλυτικό ημερήσιο ημερολόγιο, στο οποίο καταχωρούσε τη μεταβολή των καιρικών συνθηκών, τις εντυπώσεις του από τα βιβλία που διάβαζε αλλά και από τις εφημερίδες, που τις λάμβανε με καθυστέρηση, πτυχές από την καθημερινή ζωή των χωρικών της περιοχής, τις ελπίδες του και την απελπισία του, καθώς και τις συχνές ψυχολογικές του μεταπτώσεις. Σταδιακά, η ανυπότακτη στάση του Τσόντου δημιούργησε καθολική αποδοχή και θαυμασμό μεταξύ των αντιβενιζελικών, κάτι για το οποίο ενημερωνόταν και του έδινε ικανοποίηση καθώς και κουράγιο να συνεχίσει.    

Όλο αυτό το τριετές διάστημα, παρέμεινε σε σχετική απομόνωση, με κυριότερη ασχολία το διάβασμα όσο υπήρχε το φως της ημέρας, αλλά και την ανάγνωση εφημερίδων ώστε να κατατοπίζεται για τις πολιτικές εξελίξεις. Τη δυσάρεστη και τραυματική εμπειρία της απομόνωσής του την κατέγραψε σε ένα αναλυτικό ημερήσιο ημερολόγιο.

Αρχικά, η παραμονή του Τσόντου στο σπίτι του Σιάννου δεν ήταν ιδιαίτερα δυσάρεστη σε σχέση με την τρίμηνη μαρτυρική περιπλάνησή του στα βουνά. Σταδιακά όμως η απομόνωσή του γινόταν σκληρότερη, ιδιαίτερα τον χειμώνα, καθώς έμενε μόνος του στο απόλυτο σκοτάδι σχεδόν από το μεσημέρι, αφού και το παραμικρό φως από λυχνία θα πρόδιδε την παρουσία του στους χωρικούς του χωριού. Ο Τσόντος υπέφερε είτε από το αφόρητο κρύο είτε από την αφόρητη ζέστη, αναλόγως των καιρικών συνθηκών, ενώ όταν η οικογένεια Σιάννου είχε επισκέπτη, ο Τσόντος αδυνατούσε να ικανοποιήσει ακόμα και τις βασικές σωματικές του ανάγκες. Προς το τέλος του εγκλεισμού του, βασανιζόταν από αφόρητους πόνους στα δόντια, που δεν του επέτρεπαν ούτε να μασήσει, αλλά και στα άκρα του λόγω ρευματισμών, ενώ δεν είχε πρόσβαση ούτε σε στοιχειώδη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για να ανακουφιστεί από αυτούς τους πόνους. Λόγω της αφόρητης μοναξιάς του, πάλεψε με την κατάθλιψη, ενώ προς το τέλος της απομόνωσής του, ο σκληροτράχηλος αυτός Μακεδονομάχος απώλεσε πλήρως το ηθικό του, έσπασε εντελώς ως προσωπικότητα και έφτασε να κλαίει σαν μικρό παιδί (ό.π., σελ. 461).

Γεώργιος Τσόντος Βάρδας – Από τον Μακεδονικό Αγώνα στη βασιλική Παλινόρθωση του 1935-10
Γερμανοί στρατιώτες σε ένα όρυγμα κατά τον Α´ Παγκόσμιο Πόλεμο (Science Photo Library/Getty Images/Ideal Image). Οι αντιβενιζελικοί ήλπιζαν σε μια συντριβή της Entente στον πόλεμο.

Όλη αυτή η προσωπική πίεση που δέχτηκε ο Τσόντος σε αυτή την περίοδο εκτονώθηκε, εν μέρει, σε ένα βαθύ μίσος προς τον Βενιζέλο και τους βενιζελικούς γενικότερα, συναίσθημα που κυρίευσε εντελώς τη σκέψη του και παρέμεινε διάχυτο σε όλο του το ημερολόγιο ήδη από τις αρχές του 1918. Όλη η οργή του Τσόντου συγκεντρωνόταν κυρίως κατά των Κονδύλη και Γύπαρη, οι οποίοι ήταν υφιστάμενοί του στον Μακεδονικό αλλά και στον Βορειοηπειρωτικό Αγώνα και, χάρη στην πολιτική συγκυρία, είχαν λάβει βαθμούς και προαγωγές και τον είχαν υποσκελίσει. 

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1920, ενώ ήδη είχαν προκηρυχθεί οι εκλογές, η κυβέρνηση, μετά από παρασκηνιακές συνεννοήσεις, ανέστειλε την επικήρυξη εις βάρος του Τσόντου, κάτι που αποτελούσε προάγγελο της οριστικής αμνηστίας του. Ο αντιβενιζελικός Τύπος φιλοξένησε δεκάδες εξυμνητικά δημοσιεύματα για την εθνική προσφορά του Τσόντου Βάρδα καλώντας την κυβέρνηση να τον αμνηστεύσει οριστικά. Καθώς συμπεριλήφθηκε στους εκλογικούς καταλόγους της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης στην Καστοριά, αμνηστεύθηκε μαζί με άλλους αντιβενιζελικούς πολιτευτές στις 26 Σεπτεμβρίου 1920 και εμφανίστηκε δημοσίως τέσσερις ημέρες μετά, τερματίζοντας τον εφιάλτη της πολύχρονης απομόνωσής του.

Από τη Μικρασιατική Καταστροφή στην Παλινόρθωση

Από το Φρουραρχείο των Αθηνών στην αποστρατεία, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, κι από εκεί στον πολιτικό στίβο.

Ο Τσόντος δεν εξελέγη βουλευτής στις εκλογές του 1920 στην Καστοριά για λίγες μόνο ψήφους, αλλά μετά την απρόσμενη εκλογική νίκη των αντιβενιζελικών επανήλθε στο στράτευμα με τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού και λίγες ημέρες μετά προβιβάστηκε σε συνταγματάρχη (Μακεδονία, 5.12.1920). Αρχικά ο Τσόντος ανέλαβε την διοίκηση της Σχολής Ευελπίδων, αλλά τον Νοέμβριο του 1921, καθώς επιδεινωνόταν επικίνδυνα η κατάσταση στη Μικρά Ασία, τοποθετήθηκε στη νευραλγική θέση του φρουράρχου Αθηνών, ώστε η κυβέρνηση να εξασφαλίσει την τάξη και την ασφάλεια στην πρωτεύουσα (ΣΚΡΙΠ, 21.11.1921). Η απόφαση ενθουσίασε τους αντιβενιζελικούς, καθώς ο Τσόντος, εκτός από τα πολιτικά του διαπιστευτήρια, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής και διέθετε εξαιρετική φήμη για την ικανότητά του να φέρνει εις πέρας πολύπλοκες αποστολές (Καθημερινή, 22.11.1921, άρθρο: «Ο νέος φρούραρχος»). 

Ο ρόλος του Τσόντου ως φρουράρχου Αθηνών ήταν σημαντικός και ιδιαίτερα λεπτός, καθώς η αποστολή του να τηρηθεί η τάξη στην Αθήνα δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση. Και αυτό γιατί υπήρχε συσσωρευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια λόγω της ανόδου της αξίας των ειδών πρώτης ανάγκης, οι δημόσιες κοινωνικές διαμαρτυρίες ήταν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο και πολλές φορές η δημόσια τάξη κρεμόταν από μια λεπτή κλωστή. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο Τσόντος επενέβη σε περιστατικά διαμαρτυριών πολιτών έξω από τη Βουλή αλλά και σε άλλα σημεία της πόλης, καταφέρνοντας με το κύρος του και την επιβολή του να συγκρατήσει και να αποκλιμακώσει την κατάσταση χωρίς να καταφύγει στη βία, κάτι που ήταν και το ζητούμενο (Καθημερινή, 17.5.1922, άρθρο: «Αι νυκτεριναί σκηναί των τραυματιών»).    

Όμως η βασική απειλή κατά της δημόσιας τάξης προερχόταν από τον βενιζελισμό, καθώς την άνοιξη του 1922 δημιουργήθηκε στην Αθήνα ένας συνωμοτικός πυρήνας αδιάλλακτων βενιζελικών στρατιωτικών και ιδιωτών υπό την ηγεσία του Θεόδωρου Πάγκαλου, οι οποίοι σχεδίαζαν τη βίαιη ανατροπή της κυβέρνησης και την έξωση του βασιλιά Κωνσταντίνου. Μετά την πτώση του μετώπου, οι επίδοξοι κινηματίες διακινούσαν όπλα μέσω χαμηλόβαθμων βενιζελικών αξιωματικών, προσπαθώντας να οργανώσουν μια ομάδα κρούσης με τελικό σκοπό την ένοπλη επιβολή τους στην Αθήνα. Στο πλαίσιο αυτό, ο Πάγκαλος σχεδίασε την απαγωγή του Τσόντου, αλλά ο λοχαγός Στέφανος Σαράφης, που ορίστηκε επικεφαλής της ενέργειας, αρνήθηκε να υλοποιήσει το σχέδιο (Στέφανος Σαράφης, Ιστορικές αναμνήσεις, τόμ. Α΄, Επικαιρότητα, Αθήνα 1980, σελ. 216). 

Όταν μαθεύτηκε η έκρηξη του κινήματος Πλαστήρα-Γονατά στην Αθήνα το πρωινό της 13ης Σεπτεμβρίου 1922, ο Τσόντος ως φρούραρχος Αθηνών πρότεινε στον βασιλιά και στην κυβέρνηση να αντιταχθεί ένοπλη αντίσταση κατά των στασιαστών και προσπάθησε να εξοπλίσει και να οργανώσει μια πολιτοφυλακή αντιβενιζελικών. Όλη εκείνη την ταραχώδη ημέρα, ο Τσόντος, επικεφαλής ομάδας ένοπλων φανατικών αντιβενιζελικών, κυκλοφορούσε με μια πομπή αυτοκινήτων στους κεντρικούς δρόμους των Αθηνών, καλώντας με φωνές και κόρνες τους Αθηναίους σε αντίσταση κατά των κινηματιών.  

Όμως πολλοί κορυφαίοι αξιωματούχοι των αντιβενιζελικών, όπως οι Ιωάννης Μεταξάς και Γεώργιος Μπούσιος, δεν συμμερίζονταν την αισιοδοξία του Τσόντου, καθώς οι στρατιωτικές μονάδες που στρατωνίζονταν στην Αθήνα έδειχναν απροθυμία να χτυπήσουν τους κινηματίες. Έτσι, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος προτίμησε να παραιτηθεί και ο νέος φρούραρχος Αθηνών, συνταγματάρχης Γεώργιος Σκανδάλης, ακολουθούμενος από στρατιώτες με περίστροφα, συνέλαβε τον Τσόντο με άλλους δύο αξιωματικούς εντός του γραφείου του, στο Φρουραρχείο. 

Γεώργιος Τσόντος Βάρδας – Από τον Μακεδονικό Αγώνα στη βασιλική Παλινόρθωση του 1935-11
Ιανουάριος 1921. Εύζωνες της Βασιλικής Φρουράς μπροστά από το παλάτι, μετά την επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου (Topical Press Agency/Getty Images/Ideal Image).

Αφού συνελήφθη, ο Τσόντος παραπέμφθηκε σε δίκη με βαριές κατηγορίες, αλλά αθωώθηκε από το δικαστήριο λόγω της παλαιότερης εθνικής προσφοράς του. Στη συνέχεια όμως αποστρατεύθηκε, στις 15 Φεβρουαρίου 1923, στο πλαίσιο γενικότερων εκκαθαρίσεων αντιβενιζελικών αξιωματικών που δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη στο νέο καθεστώς. Οι πρόσθετες αυτές διώξεις που υπέστη τον ενέταξαν οριστικά στο πλέον ακραίο κομμάτι του αντιβενιζελισμού, που τηρούσε αδιάλλακτη στάση στο Πολιτειακό. 

Σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, ο Τσόντος δεν έπαψε να ενδιαφέρεται για τη Φλώρινα και την Καστοριά, τις οποίες επισκεπτόταν συχνά, γινόμενος δεκτός με πολλή αγάπη και ενθουσιασμό από τους κατοίκους τους. Επίσης ανέπτυξε φιλανθρωπική δράση στην Αθήνα, στηρίζοντας οικονομικά τα δημόσια συσσίτια αλλά και τα νυχτερινά σχολεία της εποχής που στηρίζονταν στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Μετά το δημοψήφισμα της 13ης Απριλίου 1924 και την οριστική έκπτωση της βασιλείας στην Ελλάδα, ο Τσόντος-Βάρδας συνεργάστηκε πολιτικά με τους αδιάλλακτους αντιβενιζελικούς (Μανουσόπουλος, Γερακάρης κ.ά.) πιέζοντας το Λαϊκό Κόμμα να μη συνεργαστεί με τον βενιζελισμό σε κανένα ζήτημα εσωτερικής ή εξωτερικής πολιτικής (Καθημερινή, 6.6.1925, «Ανακοίνωση νεοσυνταγματικού Συνδέσμου»). Σταδιακά, ο Τσόντος εντάχθηκε στο Λαϊκό Κόμμα, καθώς αυτό εκφράστηκε σαφέστερα υπέρ της βασιλείας, και στις εκλογές του 1928 εντάχθηκε για πρώτη φορά στα ψηφοδέλτιά του στην Καστοριά, αποτυγχάνοντας όμως να εκλεγεί. Το 1932 πολιτεύτηκε εκ νέου και εξελέγη βουλευτής Φλώρινας με το Λαϊκό Κόμμα, ενώ στις εκλογές του 1933 εξελέγη βουλευτής Καστοριάς. Ήδη από το 1933 ο Τσόντος υποστήριζε δημοσίως την Παλινόρθωση με προεκλογικές και μετεκλογικές δηλώσεις του στον Τύπο και ανήκε στην ομάδα των πλέον φανατικών βασιλοφρόνων του Λαϊκού Κόμματος.

Μετά το αποτυχημένο βενιζελικό κίνημα του 1935, ο Τσόντος έθεσε υποψηφιότητα στις εκλογές νέας Εθνοσυνέλευσης στην Καστοριά υπό τη σημαία του ανεξάρτητου αντιβενιζελικού κόμματος του Φίλιππου ∆ραγούμη και εξελέγη πληρεξούσιος. Μετά την εκλογή του συναντήθηκε με τον Παναγή Τσαλδάρη και προσχώρησε εκ νέου στο Λαϊκό Κόμμα, έχοντας όμως ως δεδηλωμένη πολιτική του προτεραιότητα την Παλινόρθωση. Ο Τσόντος ήταν ανάμεσα στους πληρεξουσίους που υπέγραψαν τη διακήρυξη της 24ης Αυγούστου 1935, με την οποία δεσμεύονταν ότι θα εργάζονταν με όλες τους τις δυνάμεις για την επαναφορά της βασιλείας στην Ελλάδα. Ως πληρεξούσιος, ο Βάρδας έδειξε ενδιαφέρον για τα δικαιώματα των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου, αλλά και για την παροχή οικονομικών βοηθημάτων στους οπλαρχηγούς και απόστρατους της πολεμικής δεκαετίας.

Στις 10 Οκτωβρίου 1935 έλαβαν χώρα το πραξικόπημα των Παπάγου-Ρέππα-Οικονόμου και η άνοδος του Κονδύλη στην εξουσία στη θέση του Τσαλδάρη. Ο Τσόντος στήριξε μαζί με άλλους ακραιφνείς βασιλόφρονες πληρεξουσίους το πραξικόπημα, καθώς άνοιγε τον δρόμο προς την άμεση Παλινόρθωση της βασιλείας και συμμετείχε στην κυβέρνηση Κονδύλη ως γενικός διοικητής Κρήτης. Σε προκήρυξή του προς τους Κρήτες, όταν ανέλαβε καθήκοντα, ο Τσόντος τούς ζήτησε να ρίξουν στη λήθη το παρελθόν και να τον βοηθήσουν σεβόμενοι τη δημόσια τάξη (Καθημερινή, 17.10.1935). Η κυβέρνηση Κονδύλη με νόμο στις 19 Νοεμβρίου 1935 (ΦΕΚ 149) ανακάλεσε το σχετικό διάταγμα του 1923 με την αποστρατεία του Τσόντου, του απέδωσε όλους τους βαθμούς που είχε χάσει στο ενδιάμεσο (υποστράτηγος 1923, αντιστράτηγος 1925) και τον αποστράτευσε, καθώς είχε καταληφθεί από το όριο ηλικίας ήδη από το 1933.

Στους πρώτους μήνες της Κατοχής, ο Τσόντος στήριξε την κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου, αλλά αποστασιοποιήθηκε σύντομα όταν το νέο καθεστώς αποκήρυξε τον βασιλιά Γεώργιο και οι γερμανικές Αρχές σκλήρυναν τη στάση τους. Τον χειμώνα του 1942, η υγεία του υπονομεύτηκε από τις κακουχίες, την πείνα και τις στερήσεις και ο ίδιος, ψυχανεμιζόμενος ότι πλησίαζε το τέλος του, προσπάθησε να εξασφαλίσει την υστεροφημία του.

Έτσι, ήρθε σε επαφή με τον απόστρατο αξιωματικό Πέτρο Κοκολάκη, με την προοπτική να του εμπιστευτεί το ογκώδες αρχείο του, ενώ σε σειρά συναντήσεών τους του αφηγήθηκε πτυχές της δράσης του. Ένα βράδυ στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1942 ο Τσόντος ένιωσε έντονη αδιαθεσία και οι συγγενείς του τον μετέφεραν εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Το βράδυ της 15ης Σεπτεμβρίου 1942, ο Τσόντος επικοινώνησε τηλεφωνικά με έναν φίλο του για ένα ζήτημα που αφορούσε την Καστοριά και ακολούθως επέστρεψε στο κρεβάτι του νοσοκομείου, όπου και εξέπνευσε σε ηλικία 71 ετών.

Γεώργιος Τσόντος Βάρδας – Από τον Μακεδονικό Αγώνα στη βασιλική Παλινόρθωση του 1935-12
Προτομή του Γεωργίου Τσόντου ή Καπετάν Βάρδα στη Θεσσαλονίκη (Shutterstock.com).
Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή