Βίκτωρ Δούσμανης – Στην υπηρεσία του έθνους και του βασιλιά

Βίκτωρ Δούσμανης – Στην υπηρεσία του έθνους και του βασιλιά

«Αλλά ας αφήσωμεν εις τους μεταγενεστέρους να κρίνωσι ημάς, ας αφήσωμεν ελεύθερον το πεδίον της κρίσεως. Η Ιστορία ας κρίνη, ας δικάση κι ας αποφασίση». Επίλογος στα Απομνημονεύματα του Δούσμανη (σελ. 276)

βίκτωρ-δούσμανης-στην-υπηρεσία-του-563049166

Ο Βίκτωρ ∆ούσμανης γεννήθηκε το 1862 στην Κέρκυρα και είχε απώτερη καταγωγή από ιστορικό βυζαντινό οίκο τοπικών αρχόντων της Ηπείρου με παράδοση αγώνων κατά των Οθωμανών στην περιοχή τους. Άλλωστε, στα τουρκικά η λέξη «ντούσμαν» σημαίνει «εχθρός». Ο ∆ούσμανης ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Κέρκυρα και ακολούθως εισήχθη στη Σχολή Ευελπίδων, από όπου αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός Μηχανικού. Καθώς ήταν από τους πιο μορφωμένους αξιωματικούς της εποχής του, ορίστηκε το 1893 καθηγητής Γεωδαισίας και Τοπογραφίας στη Σχολή Ευελπίδων. Μετείχε στον πόλεμο του 1897 με τον βαθμό του λοχαγού, όταν και γνωρίστηκε με τον τότε διάδοχο Κωνσταντίνο, με τον οποίο και συνέδεσε από τότε οριστικά τις τύχες του και τον ακολούθησε ως ο πλέον πιστός του στρατιωτικός αξιωματούχος. Μια σχετικά αντικειμενική εικόνα του ∆ούσμανη εκείνης της εποχής μάς δίνει ο μεγάλος του αντίζηλος, Ιωάννης Μεταξάς, όταν τον γνώρισε τότε για πρώτη φορά: «Β. ∆ούσμανης, λοχαγός του Μηχανικού. Έχει ευρύτητα διάνοιας και πρακτικότητα σκέψεως. Εργατικώτατος, δραστήριος, ευφυέστατος. Έχει τελείας γνώσεις των στρατιωτικών πραγμάτων και μελετά κατά βάθος όταν ασχολήται εις τι. Ειρωνεύεται διαρκώς όταν τύχη με αμαθείς ή ανοήτους. Είναι η ψυχή του Επιτελείου» (Ιωάννης Μεταξάς, Το προσωπικό του ημερολόγιο, τόμ. Α1, χ.χ., εγγραφή 25ης Μαρτίου 1897, σελ. 154). Από το 1899 ο ∆ούσμανης ανέλαβε καθήκοντα τμηματάρχη στο επιτελικό τμήμα του υπουργείου Στρατιωτικών, θέση που διατήρησε μέχρι το 1909 χάρις στην εύνοια του διαδόχου Κωνσταντίνου. Σε αυτή την περίοδο ο ∆ούσμανης συντέλεσε αποφασιστικά στην αναδιοργάνωση, στον επανεξοπλισμό και στη συστηματική εκπαίδευση του στρατού, ενώ επεξεργάστηκε και δημιούργησε ένα νέο σχέδιο επιστράτευσης, μεταφορών και επιμελητείας. Με την αρωγή της κυβέρνησης Θεοτόκη αλλά και εισφορές ιδιωτών, ο ∆ούσμανης συνέστησε το Ταμείον Εθνικής Αμύνης, το οποίο εξόπλισε τον στρατό με νεότερα όπλα και κατασκεύασε οχυρωματικά έργα στη Θεσσαλία.

Το συγγραφικό έργο του

Ένας στρατιωτικός με ευρεία εγκυκλοπαιδική μόρφωση.

Κάτοχος ευρείας εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης, ο Βίκτωρ ∆ούσμανης είχε γνώσεις σε πολλά γνωστικά πεδία και ενδιαφέροντα, ενώ από τα απομνημονεύματά του τεκμαίρεται ότι γνώριζε αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά αλλά και λατινικά σε υψηλό επίπεδο. Ήταν μανιώδης αναγνώστης κατά τον ελεύθερο χρόνο του, φιλίστωρ και βαθύς γνώστης της αρχαίας αλλά και της βυζαντινής ελληνικής ιστορίας, ενώ ενημερωνόταν και για τη διεθνή βιβλιογραφία σχετικά με τα ζητήματα που τον ενδιέφεραν. Συνέγραψε πολλά στρατιωτικά εγχειρίδια που χρησιμοποιήθηκαν ευρέως στον ελληνικό στρατό μέχρι το 1915, όπως τα Εκπαίδευσις Στρατού εν εκστρατεία, Εγχειρίδιον κανονισμού εκστρατείας και εσωτερικής υπηρεσίας προς χρήσιν του στρατιώτου, Συμπλήρωμα κανονισμού εκστρατείας, αλλά και δεκάδες άρθρα με στρατιωτικό και ιστορικό περιεχόμενο. Το 1889, έχοντας τον βαθμό του υπολοχαγού, ο ∆ούσμανης δημιούργησε το περιοδικό Στρατιωτικός Κόσμος, το πρώτο που απευθυνόταν σε αξιωματικούς, με ζητήματα που αφορούσαν αποκλειστικά τον στρατό. Το περιοδικό εκδόθηκε επί μία διετία, με ύλη την οποία σε μεγάλο μέρος συνέγραφε ο ίδιος ο ∆ούσμανης, και σταμάτησε την κυκλοφορία του λόγω έλλειψης χρημάτων. 

Μανιώδης αναγνώστης κατά τον ελεύθερο χρόνο του, φιλίστωρ και βαθύς γνώστης της αρχαίας αλλά και της βυζαντινής ελληνικής ιστορίας, ενημερωνόταν και για τη διεθνή βιβλιογραφία σχετικά με τα ζητήματα που τον ενδιέφεραν.

Εκτός από τις μελέτες του που εκπόνησε στο πλαίσιο της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας, συνέγραψε και αυτοτελείς μελέτες γενικότερου ενδιαφέροντος, όπως ένα σύντομο χρονικό της ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα. Επίσης συνέγραψε μια μελέτη για τη στρατιωτική προπαρασκευή της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Θεοτόκη, στην οποία είχε συμβάλει ο ίδιος αποφασιστικά και είχε γνώση εκ των έσω.

Βίκτωρ Δούσμανης – Στην υπηρεσία του έθνους και του βασιλιά-1
Από δεξιά, ο συνταγματάρχης Πυροβολικού Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, ο διάδοχος Κωνσταντίνος και ο Βίκτωρ Δούσμανης (πίσω από τον Κωνσταντίνο) στις θέσεις του Πυροβολικού στην Κανέτα, κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου (Ίδρυμα Ακτία Νικόπολις, Πρέβεζα).

Ο ∆ούσμανης είχε βρεθεί για υπηρεσιακούς λόγους στη Θεσσαλία το 1896, ως διευθυντής της ∆ιεύθυνσης του Μηχανικού, και στο περιθώριο των καθηκόντων του ασχολήθηκε με τη στρατιωτική ιστορία της ευρύτερης περιοχής από τα αρχαία χρόνια έως και την εποχή του. Μετά τον Ατυχή Πόλεμο του 1897, όταν και ανέλαβε την οχύρωση της μεθορίου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο ∆ούσμανης συνέχισε τη μελέτη, την οποία τελικά εξέδωσε πολύ αργότερα, το 1926. Στον πρώτο τόμο αναφέρεται στην αρχαία και ρωμαϊκή περίοδο της Θεσσαλίας, ενώ στον δεύτερο, κυρίως στον πόλεμο του 1897, που ήταν πρόσφατος τότε και αποτελούσε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης (Β. ∆ούσμανης, Ιστορία της Θεσσαλίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, τόμ. Α΄-Β΄, Αθήναι 1926). 

Αρκετά ενδιαφέρουσα είναι η μονογραφία του ∆ούσμανη για τον προσδιορισμό της ακριβούς θέσης της μάχης των Φαρσάλων ανάμεσα στον Πομπήιο και τον Ιούλιο Καίσαρα το 48 π.Χ., που δημοσιεύτηκε το 1900. Σε αυτήν ο ∆ούσμανης προσφέρει παρατηρήσεις της ευρύτερης περιοχής των Φαρσάλων ως πιθανού πεδίου μάχης, τις οποίες διασταυρώνει με τις σχετικές πληροφορίες που παρείχαν οι Ρωμαίοι ιστορικοί (Αππιανός, ∆ίων Κάσσιος), ο ίδιος ο Καίσαρας αλλά και μεταγενέστεροι ιστορικοί. Μέσα από ένα συγκροτημένο σκεπτικό που στοιχειοθετεί με πλήθος ιστοριοδιφικών στοιχείων, ο ∆ούσμανης καταλήγει ότι η μάχη δόθηκε κοντά στο χωριό Παλαιόκαστρο Καρδίτσας, ζήτημα πάντως που παραμένει διαφιλονικούμενο μέχρι τις μέρες μας (Β. ∆ούσμανης, Παρατηρήσεις επί του πεδίου της μάχης μεταξύ Πομπήιου και Καίσαρος εν Θεσσαλία, Αθήνα 1900). 

Μετά τη στρατιωτική συντριβή στον Ατυχή Πόλεμο του 1897, ο Κωνσταντίνος ανέθεσε στον ∆ούσμανη τη σύνταξη μιας έκθεσης, ώστε να πληροφορηθεί η κοινή γνώμη τα αίτια της ήττας. Ο ∆ούσμανης συνέταξε μια συστηματική απολογία του ∆ιαδόχου, με σαφή πρόθεση να τον αθωώσει και να τον δικαιώσει στα μάτια της κοινής γνώμης. Η έκθεση αυτή, συντεταγμένη σε ξηρό στρατιωτικό ύφος, παρουσιάστηκε από τον Τύπο της εποχής σε περίληψη, ενώ τυπώθηκε από το υπουργείο Στρατιωτικών σε 8.000 αντίτυπα και διανεμήθηκε χωρίς αντίτιμο σε στρατιωτικούς και αξιωματούχους του κράτους (Υπουργείο Στρατιωτικών, Έκθεσις της Α.Β.Υ. του ∆ιαδόχου επί των πεπραγμένων του στρατού της Θεσσαλίας κατά την εκστρατείαν του 1897, Εθνικό Τυπογραφείο, Αθήνα 1898). 

Βίκτωρ Δούσμανης – Στην υπηρεσία του έθνους και του βασιλιά-2
Ιωάννινα, 1912. Από αριστερά, ο Κωνσταντίνος Πάλλης, ο λοχαγός Ιωάννης Μεταξάς, ο Στάμος Στάικος, ο Βίκτωρ Δούσμανης και ο Ξενοφών Στρατηγός (Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη).

Πολύ σημαντικό ιστορικό τεκμήριο είναι η μονογραφία του ∆ούσμανη για τη Μικρασιατική Εκστρατεία, καθώς σε αυτήν περιγράφει λεπτομερώς τις εσωτερικές έριδες στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο, την εμπλοκή του βασιλιά στην κορύφωση της εκστρατείας στις εαρινές επιχειρήσεις του 1921, καθώς και τα σχέδιά του που υπέβαλε για μια εναλλακτική προσέγγισή της, τόσο πριν από τον Σαγγάριο όσο και λίγο πριν από την Καταστροφή. Το βιβλίο είναι συνεκτικά γραμμένο, αρκετά αξιόπιστο, με πλήθος σημαντικών πληροφοριών αλλά και με όλο το παρασκήνιο για την επιλογή Χατζανέστη στην αρχιστρατηγία αντί του ∆ούσμανη. Πάντως είναι εμφανής η τάση αυτοπροβολής του συγγραφέα και η υπερβολική αυτοπεποίθησή του, αφού στον τίτλο συμπληρώνει «πως απέτυχαν οι προσπάθειές μου […]» (Β. ∆ούσμανης, Η εσωτερική όψις της Μικρασιατικής εμπλοκής, Αθήνα 1925). 

Τέλος, μεγάλης ιστορικής σημασίας είναι τα απομνημονεύματά του, τα οποία ο ∆ούσμανης φαίνεται ότι αρχικά υπαγόρευσε σε διάφορους χρόνους και έπειτα τα επεξεργάστηκε κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Τα απομνημονεύματα αυτά, που τελικά εκδόθηκαν το 1946, είναι μια κάπως ασύνδετη προσπάθεια του ∆ούσμανη να δικαιώσει την προσωπική του διαδρομή αλλά και την πολιτεία του Κωνσταντίνου στους Βαλκανικούς, στον Εθνικό ∆ιχασμό και στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Γενικά, όλα τα απομνημονεύματα έχουν από κατασκευής μια διάθεση αυτοπροβολής του αφηγητή, συσκότισης των λαθών του και προβολής των επιτευγμάτων του. Τα απομνημονεύματα του ∆ούσμανη έχουν, όμως, όλα αυτά τα γνωρίσματα σε υπερβολικό βαθμό, καθώς μέσα από τις γραμμές τους αντιλαμβάνεται κανείς τον εγωιστικό και ενίοτε ναρκισσιστικό χαρακτήρα του ∆ούσμανη, την εγωπάθειά του, τη χαμηλή ιδέα για τις ικανότητες και την αντιπάθεια που είχε για σχεδόν όλους τους συνεργάτες του ή τους ανταγωνιστές του. Ο ίδιος θεωρεί ότι η Παλινόρθωση του 1935 και η υποστήριξη του ίδιου του Βενιζέλου στον Θρόνο λίγο πριν εκπνεύσει, είχαν δικαιώσει οριστικά τον Κωνσταντίνο (Β. ∆ούσμανης, Απομνημονεύματα – Ιστορικαί σελίδες τας οποίας έζησα, ∆ημητράκος, Αθήνα 1946).

Στους Βαλκανικούς Πολέμους

Στο πλευρό του αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου και απέναντι στον Ιωάννη Μεταξά.

Μετά την Επανάσταση στου Γουδή, όλοι οι αξιωματικοί του στενού κύκλου του διαδόχου Κωνσταντίνου βρέθηκαν σε δυσμένεια λόγω της επικράτησης των αντίζηλών τους αξιωματικών του Στρατιωτικού Συνδέσμου και σχεδόν όλοι έλαβαν δυσμενείς μεταθέσεις στην επαρχία. Ο ∆ούσμανης τέθηκε σε διαθεσιμότητα, ενώ ο Σύνδεσμος αντέδρασε και στην εκδήλωση πρόθεσης του Βενιζέλου να τον επαναφέρει και να συνεργαστεί μαζί του, ματαιώνοντας το ενδεχόμενο. Όπως θα ήταν αναμενόμενο, ο ∆ούσμανης έπνεε μένεα κατά των αξιωματικών του Συνδέσμου αλλά και κατά του ίδιου του Βενιζέλου, τον οποίο θεωρούσε πολιτικό πιόνι τους. Μετά τη διάλυση του Συνδέσμου, ο Βενιζέλος όρισε υπασπιστή του τον Ιωάννη Μεταξά, ενώ λίγο αργότερα επανέφερε τον διάδοχο Κωνσταντίνο στην ηγεσία του στρατού και αυτός με τη σειρά του αποκατέστησε όλο τον στενό κύκλο των αξιωματικών που εμπιστευόταν, με πρώτο από όλους τον ∆ούσμανη, ο οποίος ορίστηκε υπαρχηγός του Γενικού Στρατηγείου υπό τον μετριοπαθή υποστράτηγο Παναγιώτη ∆αγκλή.

Στο ενδιάμεσο διάστημα μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους, ο Βενιζέλος κάλεσε το 1911 στην Ελλάδα μια γαλλική στρατιωτική αποστολή, υπό τον Γάλλο στρατηγό Eydoux, για την αναδιοργάνωση του ελληνικού στρατού, αλλά προκάλεσε την αντίθεση των αξιωματικών που περιστοίχιζαν τον διάδοχο Κωνσταντίνο. Ο ∆ούσμανης στάθηκε επικριτικός για τη συμβολή της γαλλικής στρατιωτικής αποστολής, ενώ επίσης περιέγραψε όλες τις προβλέψεις της για την επιστράτευση και την επιμελητεία των μονάδων ως λανθασμένες, καθώς δεν εξασφάλιζαν τον επαρκή εφοδιασμό των ελληνικών μονάδων σε περίπτωση ραγδαίας προέλασης, κάτι που όμως τελικά συνέβη. Όμοια άποψη εξέφρασε και ο Μεταξάς στο ημερολόγιό του, με ακριβώς τις ίδιες παρατηρήσεις και θεωρήσεις.

Βίκτωρ Δούσμανης – Στην υπηρεσία του έθνους και του βασιλιά-3
Ο υπαρχηγός του Γενικού Στρατηγείου Βίκτωρ Δούσμανης και Έλληνες αξιωματικοί μελετούν τις εχθρικές θέσεις από τον λόφο Αυγό, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ).

Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, ο ∆ούσμανης ήταν υπαρχηγός του Γενικού Στρατηγείου και υπήρξε ο πλέον έμπιστος αξιωματικός και προσωπικός σύμβουλος του αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου. Ο ρόλος του ∆ούσμανη στο Γενικό Στρατηγείο, όπως τεκμαίρεται και από τα απομνημονεύματά του, είχε να κάνει περισσότερο με την επιμελητεία και τον εφοδιασμό των μονάδων και λιγότερο με τη γενικότερη χάραξη τακτικής και κίνησής τους, που ήταν στις αρμοδιότητες του υφισταμένου του και μεγάλου αντίζηλου, λοχαγού τότε, Ιωάννη Μεταξά.

Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, ο Δούσμανης ήταν υπαρχηγός του Γενικού Στρατηγείου και υπήρξε ο πλέον έμπιστος αξιωματικός και προσωπικός σύμβουλος του αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου.

Είναι γεγονός ότι οι σχέσεις των δύο αξιωματικών ήταν πολύ κακές, καθώς ο ∆ούσμανης θεωρούσε τον Μεταξά υπερβολικά φιλόδοξο και εγωπαθή, ενώ ο αντίπαλός του θεωρούσε ότι ο ∆ούσμανης εκμεταλλευόταν τις γνώσεις και το έργο του, παρουσιάζοντας αυτό ως δικό του. Πάντως, αμφότεροι έτρεφαν αμοιβαίο θαυμασμό για τη μόρφωση και τις επιτελικές ικανότητες του αντίζηλού τους. 

Όταν ο ελληνικός στρατός βρέθηκε 12 χλμ. έξω από τη Θεσσαλονίκη, στο χωριό Γέφυρα, ο ∆ούσμανης με τον Μεταξά μετέβησαν στην πόλη τη νύχτα της 26ης προς την 27η Οκτωβρίου 1912 και διαπραγματεύτηκαν επιτυχώς με τον Οθωμανό αρχιστράτηγο Ταχσίν πασά για την ειρηνική παράδοσή της. Ο ∆ούσμανης συνέταξε το πρωτόκολλο παράδοσης στα γαλλικά, το οποίο ήταν σχετικά σύντομο, χωρίς πολλούς όρους, και αυτό υπεγράφη τις πρώτες πρωινές ώρες της 27ης Οκτωβρίου. Οι Έλληνες αξιωματικοί άλλαξαν την ημερομηνία του, βάζοντας 26η Οκτωβρίου, ώστε αυτή να ταυτιστεί με τον εορτασμό του Αγίου ∆ημητρίου, πολιούχου της πόλης. 

Η επιρροή του ∆ούσμανη στον Κωνσταντίνο υπήρξε συνεχής και είχε ως αποτέλεσμα και τον άμεσο παραγκωνισμό του ∆αγκλή μετά τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο. Πιο συγκεκριμένα, ο ∆ούσμανης στα απομνημονεύματά του υποστήριξε ότι ο ∆αγκλής ως αρχηγός του Γενικού Στρατηγείου δεν άσκησε απολύτως καμία επιρροή στο έργο του οργανισμού, ποτέ δεν εκπόνησε το παραμικρό σχέδιο ή μελέτη, ενώ εκ των υστέρων υιοθετούσε τα σχέδια που είχαν εκπονήσει άλλοι και κάποια από αυτά τα παρουσίαζε ως δικά του στον διάδοχο Κωνσταντίνο. Επίσης κατηγόρησε ανοιχτά τον ∆αγκλή για διαρροή ευαίσθητων πληροφοριών πριν από την επίθεση στο Μπιζάνι. 

Βίκτωρ Δούσμανης – Στην υπηρεσία του έθνους και του βασιλιά-4
Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος και ο Βίκτωρ Δούσμανης μελετούν ένα έγγραφο, υπό το βλέμμα ενός άλλου αξιωματικού (Ίδρυμα Ακτία Νικόπολις, Πρέβεζα).

Μετά το τέλος του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, ο ∆ούσμανης αναβαθμίστηκε από τον βασιλιά, πλέον, Κωνσταντίνο αναλαμβάνοντας καθήκοντα αρχηγού του Γενικού Στρατηγείου, ενώ παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη. Καθώς ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος ήταν προ των πυλών, ο ∆ούσμανης αναδιέταξε τις ελληνικές δυνάμεις συγκεντρώνοντας τον όγκο τους γύρω από τη Θεσσαλονίκη, απέναντι από την περιοχή του Κιλκίς όπου βρισκόταν ο κύριος όγκος των βουλγαρικών δυνάμεων, ενώ το αδύναμο δεξιό της ελληνικής παράταξης στο Παγγαίο όρος θα το υποστήριζε και ο ελληνικός στόλος (ΓΕΣ, Ο ελληνικός στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13, ∆ΙΣ, Αθήνα 1992, σελ. 60). Σε συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Καλλάρη, διοικητή της 2ης Μεραρχίας, ο ∆ούσμανης εκπόνησε ένα μυστικό σχέδιο εκμηδένισης της βουλγαρικής στρατιωτικής δύναμης που βρισκόταν εντός της Θεσσαλονίκης και αποτελούσε ευθεία αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Στις 17 Ιουνίου 1913, ο ∆ούσμανης απέτρεψε με διαταγή του την προσπάθεια φυγής των βουλγαρικών στρατευμάτων από τον σιδηροδρομικό σταθμό και διέταξε την άμεση εφαρμογή του μυστικού σχεδίου που οδήγησε στην αυθημερόν παράδοση των Βουλγάρων που έδρευαν στη Θεσσαλονίκη, χωρίς ακόμη να έχει κηρυχθεί επίσημα ο πόλεμος και παρά τους δισταγμούς του Βενιζέλου (ΓΕΣ, ό.π., σελ. 74).

Αμέσως μετά την πρώτη αυτή σημαντική επιτυχία, ο ∆ούσμανης αποφάσισε να μην περιμένει αμυντικά τις κινήσεις των Βουλγάρων, που θεωρητικά ήταν ισχυρότεροι, αλλά, έχοντας σχεδιάσει την ελληνική διάταξη για επίθεση, την εξαπέλυσε στην περιοχή του Κιλκίς – Λαχανά, ώστε να ενοποιηθεί το μέτωπο με τους συμμάχους Σέρβους. Οι δύο αυτές μάχες, οι πλέον πολύνεκρες του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου (οι Έλληνες είχαν πάνω από 8.800 νεκρούς και τραυματίες), έγειραν την πλάστιγγα του πολέμου προς την ελληνική πλευρά. Μετά την υποχώρηση των Βουλγάρων σε όλο το μέτωπο βόρεια της Θεσσαλονίκης, ο ∆ούσμανης διέταξε γενική αντεπίθεση, που συνεχίστηκε και εντός των βουλγαρικών εδαφών με συνεχείς νικηφόρες μάχες και τερματίστηκε μόνο με την κήρυξη ανακωχής. 

Ο ∆ούσμανης σε στενή συνεργασία με τον Μεταξά κατηύθυναν με επιδεξιότητα τις ελληνικές μονάδες με έγκαιρες και ακριβείς οδηγίες, χωρίς να δώσουν καθόλου χρόνο στον αντίπαλο να ανασυνταχθεί, προλαβαίνοντας ή αντιμετωπίζοντας με επιτυχία όλους τους βουλγαρικούς ελιγμούς και αντεπιθέσεις. Και οι δύο στρατιωτικοί υποστήριξαν εκ των υστέρων στα γραπτά τους ότι ήταν ατομικό τους επίτευγμα ο σχεδιασμός της εκστρατείας, αλλά τείνω να πιστέψω βάσει ενδείξεων ότι η γενική κατεύθυνση των εντολών ανήκε στον ∆ούσμανη και η εξειδίκευσή τους στον Μεταξά.

Βίκτωρ Δούσμανης – Στην υπηρεσία του έθνους και του βασιλιά-5
Ιούλιος 1913, Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος, Σιδηροδρομικός σταθμός Χατζή-Μπεϊλίκ (Βυρώνειας Σερρών). Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος με τους επιτελείς του Ξενοφώντα Στρατηγό, Βίκτωρα Δούσμανη και Ιωάννη Μεταξά. Καθιστοί οι πρίγκιπες Ανδρέας και Χριστόφορος και όρθιοι οι πρίγκιπες Νικόλαος και Αλέξανδρος (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ).

Εκ των υστέρων τούς ασκήθηκε κριτική, κυρίως από τον Θεόδωρο Πάγκαλο, ότι στα σχέδιά τους δεν συμπεριέλαβαν κυκλωτικούς ελιγμούς, διατάσσοντας συνεχώς πολύνεκρες κατά μέτωπο επιθέσεις. Ο ∆ούσμανης στο χρονικό του για τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο υποστήριξε ότι αυτή ήταν η ενδεδειγμένη στρατηγική και κυρίως ήταν η τακτική που μπορούσε να υλοποιήσει με επιτυχία ο ελληνικός στρατός και οι Έλληνες αξιωματικοί επί του πεδίου. Επίσης, επέρριψε βαριές ευθύνες στους Σέρβους για την αδράνεια που επέδειξαν, καθώς σε αντίθετη περίπτωση η Βουλγαρία θα γνώριζε την οριστική συντριβή της και έτσι θα ρυθμιζόταν οριστικά το εδαφικό καθεστώς των Βαλκανίων (Β. ∆ούσμανης, Ο Συμμαχικός πόλεμος κατά των Βουλγάρων, Μακρής, Αθήνα 1927, σελ. 224-229).

Η Ελλάδα έβγαινε διπλασιασμένη σε εδάφη και πληθυσμό από τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους, όμως ήδη υπήρχε αρνητικό κλίμα μεταξύ του βασιλιά Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Βενιζέλου, που επεκτεινόταν στους συμβούλους που περιστοίχιζαν τους δύο ηγέτες. Σε όλη την πολεμική αυτή διετία είχαν σημειωθεί αρκετά επεισόδια μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας που δεν προμήνυαν τίποτε καλό για το πολιτικό μέλλον της χώρας.

Η απολογία στη δίκη του Επιτελείου

Από την εξορία στο εδώλιο κι από εκεί στη φυλακή.

Μετά τη φυγή του Κωνσταντίνου και την ενοποίηση του κράτους υπό τον Βενιζέλο, τον Ιούνιο του 1917, ξεκίνησαν οι διώξεις εναντίον των αντιβενιζελικών, με τη σύλληψη και την εξορία στο Αιάκειο της Κορσικής όλων των κορυφαίων ηγετών τους, μετά από διαταγή του Γάλλου ύπατου αρμοστή Charl Zonnar. Πιο συγκεκριμένα στο Αιάκειο εξορίστηκαν, ανάμεσα σε άλλους, οι ∆ημήτριος Γούναρης, Γεώργιος Πεσμαζόγλου, Σπυρίδων Μερκούρης και ο γιος του Γεώργιος και ο Ιωάννης Σαγιάς. Ο κατάλογος δεν περιορίστηκε σε πολιτικά πρόσωπα, αλλά συμπεριέλαβε και ανώτατους αξιωματικούς του στρατού, ανάμεσα στους οποίους ήταν και οι Ιωάννης Μεταξάς και Βίκτωρ ∆ούσμανης, κατηγορούμενοι ως γερμανόφιλοι.

Ο ∆ούσμανης ακολουθήθηκε στην εξορία από τη σύζυγό του, αλλά στο Αιάκειο δεν είχε ιδιαίτερες επαφές με τους άλλους εξορίστους ούτε καλλιέργησε ιδιαίτερες σχέσεις με κανέναν εξ αυτών. Tα έξοδα διαμονής των εξορίστων καταβάλλονταν από την ελληνική κυβέρνηση, καθώς οι γαλλικές Αρχές είχαν απειλήσει ότι θα τους απελευθέρωναν σε αντίθετη περίπτωση. Αρχικά η παραμονή του στο πολυτελές ξενοδοχείο του νησιού ήταν μάλλον ευχάριστη για τον ∆ούσμανη και ο ίδιος είχε άπλετο ελεύθερο χρόνο για να επιδοθεί σε συστηματικό διάβασμα επιστημονικών συγγραμμάτων κάθε είδους, κάτι άλλωστε που ήταν διαχρονικά η πλέον αγαπημένη του ασχολία. Η μακαριότητα του ∆ούσμανη διακόπηκε απότομα και βίαια, λόγω της ήττας των Κεντρικών Αυτοκρατοριών και της έκδοσής του στην Ελλάδα από τις γαλλικές Αρχές, καθώς αντιμετώπιζε σοβαρές κατηγορίες για τη θητεία του στο Γενικό Επιτελείο την περίοδο 1915-16. Το ναυτικό ταξίδι επιστροφής στην Ελλάδα ήταν μαρτυρικό, καθώς σε όλη τη διάρκειά του ο ∆ούσμανης βρισκόταν σε απόλυτη απομόνωση, έγκλειστος σε θάλαμο όπου δεν έμπαινε φως. Με την άφιξή του στο λιμάνι του Πειραιά, ο ∆ούσμανης μεταφέρθηκε σιδηροδέσμιος στις φυλακές Συγγρού, όπου παρέμεινε προφυλακισμένος μέχρι τη δίκη του. 

Στις 24 Οκτωβρίου 1919 ξεκίνησε η πολύκροτη δίκη του Γενικού Επιτελείου, με κατηγορουμένους τους ∆ούσμανη και Μεταξά (ερήμην) ως βασικούς αυτουργούς και τους Ξενοφώντα Στρατηγό και Αθανάσιο Εξαδάκτυλο ως συνεργούς. Το κατηγορητήριο για τους ∆ούσμανη και Μεταξά ήταν η εσχάτη προδοσία για την παράδοση του φρουρίου Ρούπελ, αλλά και ότι συνεννοήθηκαν με Βούλγαρους και Γερμανούς αξιωματικούς για να τους παραδώσουν εδάφη της ελληνικής επικράτειας στην Ανατολική Μακεδονία, ότι παρέδωσαν σε αυτούς στρατιωτικά σχέδια, ότι παρέδωσαν στον εχθρό όπλα και πολεμοφόδια, αλλά και ότι προσπάθησαν να αλλάξουν το πολίτευμα της χώρας σε μοναρχικό! 

Βίκτωρ Δούσμανης – Στην υπηρεσία του έθνους και του βασιλιά-6
Άνοιξη 1916. Γερμανοί και Βούλγαροι στρατιώτες στο μέτωπο της Μακεδονίας (Haeckel collection/Ullstein Bild/Getty Images/Ideal Image).

Στην πρώτη συνεδρίαση η υπεράσπιση υπέβαλε αίτημα αναβολής, καθώς εκκρεμούσε η δίκη των πρώην πρωθυπουργών που αφορούσε και το Ρούπελ, αλλά απορρίφθηκε από την έδρα. Ως βασικός μάρτυρας υπεράσπισης παρουσιάστηκε ο Σκουλούδης, που ανέλαβε τη συνολική ευθύνη για την παράδοση του Ρούπελ, υποβαθμίζοντας το Γενικό Επιτελείο σε εκτελεστικό όργανο των τότε κυβερνητικών αποφάσεων. Ο ∆ούσμανης σε όλο το διάστημα της ακροαματικής διαδικασίας προετοίμασε πολύ προσεκτικά την απολογία του, η οποία απαντούσε στο κατηγορητήριο σημείο προς σημείο. Η απολογία του ξεκίνησε στις 14 Ιανουαρίου 1920 και επεκτάθηκε σε πέντε συνεδριάσεις, και ο βασικός εύλογος ισχυρισμός της ήταν ότι το Επιτελείο δεν χάρασσε πολιτική, αλλά εφάρμοζε αυτήν της κυβέρνησης. Υπό αυτή τη λογική ο ∆ούσμανης υποστήριξε ότι η απόφαση παράδοσης του Ρούπελ ανήκε στην κυβέρνηση, την οποία υλοποίησε το Γενικό Επιτελείο ως εκτελεστικό της όργανο. 

Επίσης ο ∆ούσμανης παρουσίασε όλα τα έγγραφα τα σχετικά με την παράδοση του Ρούπελ, αποδεικνύοντας ότι το Γενικό Επιτελείο δεν είχε ενημέρωση από τον Σκουλούδη πως είχε ενημερωθεί από τον Γερμανό πρέσβη ότι τα γερμανοβουλγαρικά στρατεύματα θα καταλάμβαναν το Ρούπελ είτε με, είτε χωρίς ελληνική αντίσταση. Όταν τα βουλγαρικά στρατεύματα εμφανίστηκαν ενώπιον του Ρούπελ, ο ∆ούσμανης διέταξε αντίσταση και η φρουρά άνοιξε πυρ διασκορπίζοντας τον εχθρό, ενώ ο Μεταξάς μετέβη επειγόντως στο υπουργείο Στρατιωτικών, όπου ενημέρωσε τον υπουργό Γιαννακίτσα για τις δραματικές εξελίξεις. Τότε ο υπουργός Στρατιωτικών εξέδωσε τη διαταγή 148, 13ης Μαΐου 1916, με την οποία διέτασσε να παραδοθεί το οχυρό [Απολογία του στρατηγού Βίκτωρος ∆ούσμανη κατά την δίκην του Γ. Επιτελείου ενώπιον εκτάκτου στρατοδικείου (Οκτώβριος 1919 – Φεβρουάριος 1920), Αθήνα 1920]. Σύμφωνα άλλωστε και με τα απομνημονεύματά του, ο ∆ούσμανης θεωρούσε αποκλειστικά υπεύθυνο τον Γιαννακίτσα για την παράδοση του οχυρού, την οποία θεώρησε απαράδεκτη καθώς υπήρχαν εναλλακτικές.

Ο Δούσμανης παρουσίασε όλα τα έγγραφα που σχετίζονταν με την παράδοση του Ρούπελ, αποδεικνύοντας ότι το Γενικό Επιτελείο δεν είχε ενημέρωση από τον Σκουλούδη πως είχε ενημερωθεί από τον Γερμανό πρέσβη ότι τα γερμανοβουλγαρικά στρατεύματα θα καταλάμβαναν το Ρούπελ είτε με, είτε χωρίς ελληνική αντίσταση.

Ο ∆ούσμανης υπογράμμισε ότι το Γενικό Επιτελείο είχε εκφράσει τη ζωηρή του αντίθεση στην αποστράτευση που επέβαλαν οι Σύμμαχοι με τελεσίγραφο προς την κυβέρνηση Ζαΐμη είχε αφήσει την Ελλάδα ανυπεράσπιστη έναντι της Βουλγαρίας στην Ανατολική Μακεδονία. Επίσης παρουσίασε έγγραφο με την πρόταση του Επιτελείου προς τον Γάλλο αρχιστράτηγο των συμμαχικών δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη, Μορίς Σαράιγ, να αποσύρει τα στρατεύματά του από την Ανατολική Μακεδονία με την εγγύηση του ελληνικού στρατού να εμποδίσει την εισβολή των Γερμανοβούλγαρων ενόπλως, ακόμη και αν αυτό θα σήμαινε έξοδο της Ελλάδας από την ουδετερότητα υπέρ της Entente. 

Στη συνέχεια της απολογίας του, ο ∆ούσμανης τόλμησε να υπερασπιστεί τη βασιλική πολιτική της ουδετερότητας, την οποία ονόμασε καιροσκοπική και προσωρινά απαραίτητη, λόγω των ειδικών συνθηκών που επικρατούσαν στα Βαλκάνια. Ήταν αρκετά τολμηρή αυτή η υπεράσπιση, καθώς μόλις πριν από έναν χρόνο είχε τερματιστεί ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος με την ήττα των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, άρα το σκεπτικό που ανέπτυσσε ήταν λανθασμένο εκ του αποτελέσματος. Αλλά ήταν σαφές ότι η παρέκβαση αυτή της απολογίας του ∆ούσμανη είχε πολιτική στόχευση, καθώς είχε αρχίσει να εμφανίζεται η αντιπολίτευση των αντιβενιζελικών και η στάση του ∆ούσμανη εκτιμήθηκε ως θαρραλέα.  

Βίκτωρ Δούσμανης – Στην υπηρεσία του έθνους και του βασιλιά-7
Οι Σύμμαχοι στη Θεσσαλονίκη. Ο στρατηγός Σαράιγ παρακολουθεί την παρέλαση των πρώτων ιταλικών συνταγμάτων που έφτασαν στην πόλη το 1916 (The Print Collector/Alamy/Visualhellas.gr).

Τελειώνοντας την απολογία του, ο ∆ούσμανης απέδειξε με έγγραφα ότι ήταν εναντίον της αποστράτευσης του στρατού το 1916, η οποία σταμάτησε χάρη στις ενέργειές του και τελικά συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε λόγω συμμαχικού τελεσιγράφου. Υπενθύμισε ότι δεν ήταν αρχηγός του Γενικού Επιτελείου όταν οι Γερμανοβούλγαροι κατέλαβαν την Ανατολική Μακεδονία, και έτσι δεν είχε την παραμικρή ευθύνη για το ζήτημα αυτό. Αρνήθηκε κάθετα ότι είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στη δημιουργία και στη δράση των ομάδων ανταρτών της Ουδέτερης Ζώνης και το ίδιο δήλωσε και για τη δημιουργία των περίφημων επιστράτων. Αρνήθηκε ότι αποφάνθηκε ποτέ πως η Γερμανία θα κέρδιζε τον πόλεμο, αρνήθηκε ότι είχε υπό την επιρροή του αξιωματικούς ή ότι λειτουργούσε υπέρ μιας βασιλικής απολυταρχίας, ενώ αρνήθηκε κάθε κατηγορία για στενές επαφές με Γερμανούς αξιωματούχους, με τους οποίους υποστήριξε ότι είχε μόνο τυπικές κοινωνικές επαφές.   

Ο Δούσμανης αρνήθηκε ότι αποφάνθηκε ποτέ πως η Γερμανία θα κέρδιζε τον πόλεμο, αρνήθηκε ότι είχε υπό την επιρροή του αξιωματικούς ή ότι λειτουργούσε υπέρ μιας βασιλικής απολυταρχίας.

Η δίκη ολοκληρώθηκε στις 30 Ιανουαρίου 1920 και η απόφαση ήταν ερήμην καταδίκη σε θάνατο για τον Μεταξά, που φυγοδικούσε στην Ιταλία, και ισόβια δεσμά για τον ∆ούσμανη, ενώ οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι αθωώθηκαν παμψηφεί. Η εσχάτη των ποινών εις βάρος του Μεταξά είχε ηθικό και όχι πρακτικό υπόβαθρο, ενώ τα ισόβια δεσμά στον ∆ούσμανη είχαν συμβιβαστικό χαρακτήρα, καθώς θα ήταν ακραίο να εκτελεστεί ένας από τους πρωταγωνιστές στον σχεδιασμό των δύο νικηφόρων Βαλκανικών Πολέμων. Επίσης είχε ελαφρύνει αρκετά η θέση των κατηγορουμένων μετά την κατάθεση Σκουλούδη, που πήρε όλες τις ευθύνες πάνω του, καθώς έτσι κι αλλιώς αντιμετώπιζε τις ίδιες κατηγορίες, ενώ πίστευε ακράδαντα ότι πολύ δύσκολα ο ίδιος θα κατέληγε στο εκτελεστικό απόσπασμα, καθώς φαίνεται ότι διέθετε πολύ υψηλές γνωριμίες στις τάξεις των βενιζελικών, ενώ ήταν και μεγάλης ηλικίας.   

Σε κάθε περίπτωση, η απολογία ∆ούσμανη κρίθηκε πετυχημένη και εύστοχη, κερδίζοντας τις εντυπώσεις και δημιουργώντας συμπάθειες ακόμη και σε μετριοπαθείς βενιζελικούς. Η μη επιβολή της εσχάτης των ποινών ενθουσίασε τη σύζυγο του ∆ούσμανη, που την ημέρα της ετυμηγορίας δεχόταν επισκέψεις στην οικία της για να της δώσουν συγχαρητήρια (Φίλιππος ∆ραγούμης, Ημερολόγιο 1919-1920, ∆ωδώνη, Αθήνα 2010, σελ. 80). Μετά την καταδίκη του σε ισόβια δεσμά, ο ∆ούσμανης μεταφέρθηκε και φυλακίστηκε στις φυλακές του Ιτζεδίν στην Κρήτη υπό άθλιες συνθήκες. Ακολούθως μεταφέρθηκε πάλι στην Αθήνα και παρέμεινε υπό καθεστώς κράτησης μέχρι τη βενιζελική ήττα της 1ης Νοεμβρίου 1920, όταν και απελευθερώθηκε αμέσως από τη νέα κυβέρνηση Ράλλη.

Στην κορύφωση της Μικρασιατικής Εκστρατείας

Στη δίνη της διαμάχης μεταξύ των αξιωματικών που περιστοίχιζαν την κυβέρνηση και τον βασιλιά.

Αρχικά ο ∆ούσμανης (αλλά και ο Μεταξάς) ήταν ανεπιθύμητοι από την κυβέρνηση Ράλλη λόγω του γερμανόφιλου παρελθόντος τους. Η αποτυχία όμως των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Μαρτίου του 1921 εξανάγκασε την κυβέρνηση να στραφεί προς τις εφεδρείες του παλαιού Γενικού Επιτελείου. Όμως, η ανασύσταση του Γενικού Επιτελείου (πλην Μεταξά που αρνήθηκε) και η μετάβαση του Κωνσταντίνου στο μέτωπο πριν από τις επιχειρήσεις του Ιουλίου-Αυγούστου 1921 είχε συμβολικό χαρακτήρα και όχι ουσιαστικό. Ακόμη χειρότερα, υπέφωσκε μια έριδα μεταξύ των στρατιωτικών που περιστοίχιζαν την κυβέρνηση Γούναρη (Παπούλας, Στρατηγός) και αυτών γύρω από τον βασιλιά (∆ούσμανης), που πιθανώς επηρέασε αρνητικά τις ίδιες τις επιχειρήσεις. Στα υπομνήματά του προς τον βασιλιά, ο ∆ούσμανης πρόβαλλε συνεχώς αντιρρήσεις, δεύτερες σκέψεις για τον τρόπο που διεξάγονταν οι επιχειρήσεις, για τις κατευθύνσεις των μονάδων και τους αντικειμενικούς τους σκοπούς (ΕΛΙΑ, Αρχείο Οικογένειας Μερκάτη, φάκ. 8.1, «Υπόμνημα ∆ούσμανη στο Κορδελιό επί του σχεδίου Επιχειρήσεων 31ης Ιουνίου 1921»). 

Βίκτωρ Δούσμανης – Στην υπηρεσία του έθνους και του βασιλιά-8
Ο διάδοχος Γεώργιος ανάμεσα σε αξιωματικούς κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Αριστερά του, ο Ξενοφών Στρατηγός και δεξιά του ο Βίκτωρ Δούσμανης (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ).

Αλλά και το σχέδιο επιχειρήσεων προς την Άγκυρα ο ∆ούσμανης, σε υπόμνημα που υπέβαλε προς τον βασιλιά στην Κιουτάχεια, το χαρακτήρισε ατελές και ασαφές (ΕΛΙΑ, ό.π.), ενώ την πορεία στην Αλμυρά Έρημο τη χαρακτήρισε αλλόφρονα. Σύμφωνα άλλωστε με τον ∆ούσμανη, ο Παπούλας ήταν αρχιστράτηγος του ελληνικού εκστρατευτικού Σώματος μόνο κατ’ όνομα, ήταν εντελώς ακατάρτιστος για το αξίωμα που κατείχε και το μόνο που έκανε ήταν να υποστηρίζει τις πρωτοβουλίες των επιτελών Πάλλη και Σαρηγιάννη που ήταν και οι πραγματικοί διοικητές. Αλλά και γι’ αυτούς ο ∆ούσμανης δεν είχε κάτι θετικό να πει, καθώς τους θεωρούσε άτολμους, ακατάρτιστους και εντελώς ακατάλληλους για τις θέσεις που κατείχαν, αν και ο Πάλλης είχε διοριστεί μετά από πρότασή του ίδιου στον Γούναρη. 

H τελική ελληνική αποτυχία της δραματικής εκστρατείας προς την Άγκυρα έπληξε αποφασιστικά το γόητρο του βασιλιά στην κοινή γνώμη, καθώς ο Στρατός υπό την ηγεσία του δεν είχε νικήσει, ασχέτως αν αυτός και το Γενικό Επιτελείο ήταν ουσιαστικά αμέτοχοι. Αυτό φάνηκε στην πενιχρή υποδοχή που επεφύλαξαν οι Αθηναίοι κατά την επιστροφή του Κωνσταντίνου στην Αθήνα (Μουσείο Μπενάκη, Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκ. 316/14, επιστολή ∆αγκλή προς Βενιζέλο, 20 Σεπτεμβρίου 1922). Ο αντιπολιτευόμενος Νικόλαος Στράτος με δηλώσεις του κατηγορούσε εύλογα την κυβέρνηση ότι είχε εκθέσει τον άνακτα, χωρίς να υπήρχε ουσιαστικό σχέδιο αξιοποίησής του.

Η δημόσια δήλωση του ∆ούσμανη ότι το επιτελείο του βασιλιά δεν επηρέασε καθόλου την πορεία των επιχειρήσεων, δήλωση αναμφίβολα αληθής, φανέρωνε για πρώτη φορά δημοσίως τη διάσταση μεταξύ Στέμματος και κυβέρνησης. Ουσιαστικά ο ∆ούσμανης και το περιβάλλον του βασιλιά προσπαθούσαν να αποσείσουν τις ευθύνες τους για τις επιχειρήσεις, αλλά η κυβέρνηση δυσαρεστήθηκε σφοδρά και έθεσε τον ∆ούσμανη αμέσως σε διαθεσιμότητα. Η στρατιωτική κατάσταση επιδεινώθηκε τον χειμώνα του 1922 και κατέστη πλέον ανησυχητική, καθώς, σύμφωνα με αναφορά του Παπούλα προς την κυβέρνηση, οι στρατιώτες αντιμετώπιζαν με δυσαρέσκεια την παραμονή τους στο μέτωπο υπό κακές καιρικές συνθήκες, ενώ απαιτούσε επειγόντως οικονομικούς πόρους, ενισχύσεις σε στρατιώτες, ανταλλακτικά για τα αυτοκίνητα και αύξηση των εναέριων μέσων για να μπορέσει να αποκρούσει τυχόν εχθρική επίθεση το καλοκαίρι. Από τον Ιανουάριο του 1922, τόσο ο Γούναρης όσο και οι Μπαλτατζής και Πρωτοπαπαδάκης παρουσιάζονταν από τον Άγγλο πρέσβη ως συμφιλιωμένοι με την ιδέα της εκκένωσης της Μικράς Ασίας, την οποία όμως ανέβαλλαν συνεχώς, καθώς έτρεμαν στην ιδέα της τύχης που περίμενε τους χριστιανικούς πληθυσμούς των περιοχών (Lindley προς Curzon, Αθήνα, 7 Ιανουαρίου 1922, αρ. 11, DBFP 1919-1939, First Series, v. XVII, σελ. 569).

Βίκτωρ Δούσμανης – Στην υπηρεσία του έθνους και του βασιλιά-9
1921. Πυροβολείo της Ανεξάρτητης Μεραρχίας στην προκάλυψη του Σεϊντί Γαζή (Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα).

Από τα μέσα Μαΐου δημιουργήθηκε το άτυπο κυβερνητικό όργανο που ονομάστηκε το Συμβούλιο των Πέντε, το οποίο αποτελούσαν ο πρωθυπουργός Πρωτοπαπαδάκης και οι υπουργοί ∆ικαιοσύνης Γούναρης, Εσωτερικών Στράτος, Στρατιωτικών Θεοτόκης και Εξωτερικών Μπαλτατζής. Αυτοί ήταν και οι πέντε πολιτικοί που θεωρήθηκαν οι κύριοι υπαίτιοι και εκτελέστηκαν τον Νοέμβριο του 1922. Η πρώτη κρίσιμη απόφαση που κλήθηκε να πάρει αυτό το όργανο ήταν ο διορισμός του νέου αρχιστράτηγου στη θέση του Παπούλα. Καθώς εκ των πραγμάτων είχε αποκλειστεί ο Μεταξάς που αντιπολιτευόταν ανοιχτά τους μετανοεμβριανούς, ο βασικός υποψήφιος ήταν ο Βίκτωρ ∆ούσμανης, ο οποίος κλήθηκε αιφνιδιαστικά από την κυβέρνηση, στις 16 Μαΐου 1922, να υποβάλει τις ιδέες του για τη στρατιωτική διαχείριση της Μικρασιατικής Εκστρατείας. 

Ο ∆ούσμανης με τη μεθοδικότητα που τον διέκρινε μελέτησε διεξοδικά το ζήτημα σε όλες τις πτυχές του, χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα στοιχεία που υπήρχαν στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Η σκέψη του ήταν ότι χρειαζόταν άμεσα μια αναδιάταξη του ελληνικού εκστρατευτικού Σώματος, μειώνοντας το μήκος του μετώπου και έχοντας το κύριο βάρος του κατανεμημένο στον Βορρά. Πιο συγκεκριμένα, ο Στρατός θα αναδιοργανωνόταν σε τρία Σώματα Στρατού, ένα θα καταλάμβανε τη Νικομήδεια και τα άλλα δύο θα καταλάμβαναν τις βόρειες περιοχές της Μικράς Ασίας έχοντας μια νέα βάση ανεφοδιασμού στα Μουδανιά. Η νέα αυτή ελληνική παράταξη θα προφύλασσε τον στρατό σε νέες, πολύ πιο φυσικά οχυρές θέσεις, θα αποκαθιστούσε τον άμεσο ανεφοδιασμό του, θα απέκοπτε τον Κεμάλ από την Κωνσταντινούπολη διά στεριάς και θα καθιστούσε πολύ επικίνδυνη, έως αδύνατη, κάθε προέλασή του προς τη Σμύρνη. Στην ανάλυσή του ο ∆ούσμανης απέρριπτε κάθε συζήτηση για επιχείρηση κατάληψης της Κωνσταντινούπολης, ενώ υπογράμμιζε ότι, αν τελικά η κυβέρνηση την αποφάσιζε για πολιτικούς λόγους σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να αποσπαστούν δυνάμεις από τη Μικρά Ασία, αλλά να δημιουργηθούν νέοι σχηματισμοί από το εσωτερικό (Β. ∆ούσμανης, Η εσωτερική όψις…, σελ. 149-154). 

Στις υπόλοιπες σημαντικές προτάσεις του προς την κυβέρνηση, ο ∆ούσμανης πρότεινε τη χρησιμοποίηση του ελληνικού Στόλου στον Εύξεινο Πόντο και στην Ανατολική Μεσόγειο για τον αυστηρό ναυτικό αποκλεισμό του Κεμάλ. Την εκκαθάριση όλης της υπαίθρου στα νώτα του ελληνικού στρατού από Τούρκους αντάρτες. Τη φορολόγηση και αποστράγγιση κάθε οικονομικής ικμάδας της ελληνικής ζώνης κατοχής στη Μικρά Ασία υπέρ του ελληνικού Στρατού. Την επιβολή του συστήματος Πρωτοπαπαδάκη διχοτόμησης του νομίσματος σε όλη την ελληνική ζώνη και στην τουρκική λίρα, υπέρ του ελληνικού Στρατού. Την ενίσχυση της ελληνικής Χωροφυλακής με Μικρασιάτες Έλληνες και την άμεση απέλαση όλων των οικογενειών που ο προστάτης τους αποδεδειγμένα υπηρετούσε στον κεμαλικό στρατό. Την κατάσχεση όλων των περιουσιών εντός της ελληνικής ζώνης όσων Οθωμανών υπηκόων υπηρετούσαν στον στρατό του Κεμάλ. 

Σύμφωνα με τον ∆ούσμανη, με την εφαρμογή όλων των αλλαγών που πρότεινε, εξασφαλιζόταν η μη κατάρρευση της ελληνικής κατοχής στη Μικρά Ασία και η βέβαιη αποτυχία οποιασδήποτε τουρκικής επίθεσης. Επίσης θεωρούσε ότι η διατήρηση των ελληνικών στρατευμάτων όλο το 1922 θα εξαντλούσε τον Κεμάλ και ίσως τον εξανάγκαζε να συμβιβαστεί. Σε αυτή την περίπτωση η ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να επιδιώξει απευθείας συνεννόηση με τον ίδιο, αποκλείοντας τις Μεγάλες ∆υνάμεις, καθώς αυτές δεν διέθεταν αξιόλογα στρατεύματα στην Ανατολή, ενώ οι επιδιώξεις τους στην περιοχή ήταν εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων.  

Βίκτωρ Δούσμανης – Στην υπηρεσία του έθνους και του βασιλιά-10
Μετακίνηση βαρέος πυροβόλου στο μικρασιατικό μέτωπο (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Τελικά το Συμβούλιο των 5 έλαβε τη μοιραία απόφαση να διορίσει τον Γεώργιο Χατζανέστη ως αρχιστράτηγο της Στρατιάς Μικράς Ασίας και όχι τον ∆ούσμανη, όπως αρχικά είχε αποφασιστεί. Η αλλαγή αυτή προκλήθηκε από την αντίδραση του Ξενοφώντα Στρατηγού, που απείλησε με παραίτηση σε αντίθετη περίπτωση, αλλά και από την τυφλή εμπιστοσύνη του Νικόλαου Στράτου στις ικανότητες του νέου αρχιστράτηγου. Οι σχεδιασμοί ∆ούσμανη, όπως ήταν επόμενο, εγκαταλείφθηκαν και ο νέος αρχιστράτηγος μετά από συνεννοήσεις με την κυβέρνηση ξεκίνησε τους μοιραίους του σχεδιασμούς για την εκστρατεία στην Κωνσταντινούπολη.

Η πολιτική δράση στον Μεσοπόλεμο

Οι διεργασίες στους αντιβενιζελικούς, η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια και η επιστροφή του Βενιζέλου.

Ο ∆ούσμανης παρέμενε άσπονδος πολιτικός εχθρός του Ιωάννη Μεταξά και στα τέλη Αυγούστου του 1922, όταν επήλθε η Καταστροφή και ο βασιλιάς αμφιταλαντευόταν να ορίσει τον Κεφαλονίτη πρωθυπουργό, ο ∆ούσμανης άσκησε όλη του την επιρροή ώστε αυτό να μη συμβεί. Μετά την Επανάσταση των Πλαστήρα – Γονατά, ο ∆ούσμανης αποστρατεύθηκε οριστικά στις 2 Οκτωβρίου 1922. Ακολούθως συνελήφθη, καθώς κατηγορήθηκε ότι συμμετείχε σε παρακυβέρνηση υπό τον πρίγκιπα Νικόλαο που προσπάθησε να εξαναγκάσει την κυβέρνηση για υπερβασίες εναντίον των βενιζελικών. Ο ∆ούσμανης παραπέμφθηκε σε δίκη το 1923, αλλά αθωώθηκε, καθώς δεν παρουσιάστηκαν απτά στοιχεία εναντίον του. 

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την οριστική παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου, ο ∆ούσμανης αποσύρθηκε και δεν πολιτεύτηκε όπως οι άλλοι δύο συνάδελφοί του στο Γενικό Επιτελείο (Μεταξάς, Στρατηγός). Μετά τον πολιτικό αποκεφαλισμό του αντιβενιζελισμού με την εκτέλεση των Έξι, κάποιοι πρότειναν να αναλάβει την αρχηγία του αντιβενιζελισμού, ο ίδιος κολακεύτηκε από την πρόταση, αλλά δεν προέβη σε κάποια ενέργεια. Το σενάριο αυτό δεν προχώρησε, καθώς ο ∆ούσμανης είχε αρκετές αντιπάθειες εντός του αντιβενιζελισμού.

Βίκτωρ Δούσμανης – Στην υπηρεσία του έθνους και του βασιλιά-11
Ο Βίκτωρ Δούσμανης τον Δεκέμβριο του 1922 (TopFoto).

Μετά την κήρυξη της Αβασίλευτης ∆ημοκρατίας τον Απρίλιο του 1923 και την αναγνώριση του νέου πολιτεύματος από τον Μεταξά, ο ∆ούσμανης προσχώρησε στους αδιάλλακτους και συμμετείχε στις ζυμώσεις των ακραίων του αντιβενιζελισμού. Μετά τις δημοτικές εκλογές τον Οκτώβριο του 1925 και την ήττα του Σπυρίδωνος Μερκούρη στην Αθήνα από τον βενιζελικό Σπυρίδωνα Πάτση, ξεκίνησε ένας δημοσιογραφικός πόλεμος δηλώσεων μεταξύ Μεταξά και Τσαλδάρη. Τότε προβλήθηκε η ιδέα για ενοποίηση όλων των κομμάτων του αντιβενιζελισμού χωρίς τους Ελευθερόφρονες, ιδέα στην οποία προσχώρησε και ο ∆ούσμανης στηρίζοντας την πρωτοβουλία. Σε σύσκεψη που ακολούθησε όλων των αδιαλλάκτων στα γραφεία της εφημερίδας ΣΚΡΙΠ στην οποία συμμετείχε και ο ∆ούσμανης, εκδηλώθηκαν πολλές αντιθέσεις ακόμη και μεταξύ τους για το πώς έπρεπε να προχωρήσουν (Ελεύθερος Τύπος, 2.11.1925). Τελικά το σχέδιο ναυάγησε, καθώς την τελευταία στιγμή υπαναχώρησε ο Τσαλδάρης. 

Ομοίως και ο Βίκτωρ ∆ούσμανης συνέγραψε και ολοκλήρωσε το 1926 το έργο Η εσωτερική όψις της Μικρασιατικής εμπλοκής και, σύμφωνα με επιστολή του προς τον Στρέιτ, είχε αντιμετωπίσει οικονομικά προβλήματα και αδυνατούσε να το εκδώσει. Στην ίδια επιστολή ζητούσε από τον Στρέιτ να εκδώσει και τα δικά του απομνημονεύματα για να δικαιωθεί η μνήμη του «νεκρού Βασιλιά» (ΕΛΙΑ, Αρχείο Γεώργιου Στρέιτ, φάκ. 39, επιστολή ∆ούσμανη προς Στρέιτ, 18 Αυγούστου 1926). Ο αντιβενιζελικός Τύπος δημοσίευσε εκτεταμένα αποσπάσματα από το βιβλίο του ∆ούσμανη, που κατηγορούσε τον Βενιζέλο ότι ανέλαβε εκστρατεία χωρίς να έχει κάνει τον παραμικρό υπολογισμό και τελικά τις ευθύνες του αρχικού του λάθους ανέλαβαν και πλήρωσαν άλλοι (ΣΚΡΙΠ, 29.10.1928, «Άστοχος ενέργεια Βενιζέλου»). Το βιβλίο του ∆ούσμανη εξέθετε ανεπανόρθωτα τον Παπούλα, καθώς δεν του καταλόγιζε μόνο τα λάθη του αλλά τον περιέγραφε χωρίς περιστροφές ως εντελώς ανίκανο και εν ολίγοις βασικό υπεύθυνο της τελικής ήττας. Το βιβλίο του ∆ούσμανη εξόργισε τον Παπούλα, ο οποίος απάντησε μέσω διαδοχικών δημοσιευμάτων στον Ημερήσιο Τύπο του βενιζελικού δημοσιογράφου και στενού του συνεργάτη Ιωάννη Πασά.

Τον Ιούλιο του 1926 ο ∆ούσμανης ανέλαβε διευθυντής σύνταξης στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια και ο ίδιος συνέγραψε πολλά από τα λήμματά της που αφορούσαν στρατιωτικά και ιστορικά ζητήματα. Τον Μάρτιο του 1928 ο ∆ούσμανης συμμετείχε στην ίδρυση της εκδοτικής εταιρείας Πυρσός υπό τον επιχειρηματία Παυσανία Μακρή με το αξίωμα του αντιπροέδρου, η οποία ανέλαβε να συνεχίσει και να ολοκληρώσει το εκδοτικό εγχείρημα μιας νέας μεγάλης εγκυκλοπαίδειας (Η Καθημερινή, 27.3.1928). 

Μετά την επανεμφάνιση του Βενιζέλου στο πολιτικό προσκήνιο, ο ∆ούσμανης ενεργοποιήθηκε εκ νέου και μέσω δημοσιευμάτων στον Τύπο προσπάθησε να υπερασπιστεί την πολιτική του βασιλιά πριν και κατά τη διάρκεια του Εθνικού ∆ιχασμού. Στα ίδια δημοσιεύματα έκανε σκληρή επίθεση στον Βενιζέλο, τον οποίο κατηγορούσε ως αποκλειστικό υπεύθυνο για τον διχασμό της Ελλάδας (Ενδεικτικά: Η Καθημερινή, 3.1.1928, «Αποκαλύψεις ∆ούσμανη»). Στην προεκλογική περίοδο του 1928 οι ιθύνοντες του Λαϊκού Κόμματος του έκαναν πρόταση να πολιτευθεί στην Αθήνα, αλλά τελικά δεν υλοποιήθηκε η υποψηφιότητά του.

Μετά την επανεμφάνιση του Βενιζέλου στο πολιτικό προσκήνιο, ο Δούσμανης ενεργοποιήθηκε εκ νέου και μέσω δημοσιευμάτων στον Τύπο προσπάθησε να υπερασπιστεί την πολιτική του βασιλιά πριν και κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού.

Μετά τη θριαμβευτική επιστροφή του στην εξουσία το 1928, ο Βενιζέλος προσπάθησε να γεφυρώσει το χάσμα με τον αντιβενιζελισμό και για τον λόγο αυτό πρότεινε να εκλεγούν αριστίνδην αντιβενιζελικές προσωπικότητες προτείνοντας, ανάμεσα σε άλλους, και τον Βίκτωρα ∆ούσμανη, κάτι που όμως τελικά δεν συνέβη. Το 1930 ο ∆ούσμανης εκφράστηκε δημοσίως κατά της σιδηροδρομικής σύνδεσης της Βουλγαρίας με το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, καθώς αυτό θα της έδινε τη δυνατότητα να μεταφέρει αιφνιδιαστικά στρατεύματα στην πόλη σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής των δύο χωρών (Μακεδονία, 16.1.1930). Το όνομα του ∆ούσμανη προτάθηκε εκ νέου για εκλογή στη Γερουσία το 1933, αλλά στις ψηφοφορίες που ακολούθησαν στην κοινή συνεδρίαση Βουλής Γερουσίας ο ∆ούσμανης έλαβε μόλις δύο ψήφους και στη θέση εξελέγη ο Νικόλαος Λεβίδης σχεδόν παμψηφεί, αφού ψηφίστηκε και από τους βενιζελικούς.

Βίκτωρ Δούσμανης – Στην υπηρεσία του έθνους και του βασιλιά-12
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος συζητώντας με δημοσιογράφους τον Οκτώβριο του 1928 (Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», Χανιά).

Μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Κονδύλη, ο ∆ούσμανης συμπεριλήφθηκε σε έναν κατάλογο κατά κανόνα αντιβενιζελικών αξιωματικών που έλαβαν υλικές και ηθικές αμοιβές για την προσφορά τους (Η Καθημερινή, 18.11.1935). Μετά την κήρυξη της 4ης Αυγούστου, φαίνεται ότι επήλθε κάποιου είδους συμφιλίωση μεταξύ Μεταξά και ∆ούσμανη, καθώς ο τελευταίος ήταν σταθερά καλεσμένος με τη σύζυγό του στις σημαντικότερες εκδηλώσεις του νέου καθεστώτος στις οποίες παρευρισκόταν ο πρωθυπουργός. Την ίδια περίοδο ο ∆ούσμανης εκπόνησε μελέτη για το ζήτημα της λίμνης Μαραθώνα, όπου πρότεινε στην κυβέρνηση Μεταξά την τέλεση έργων πλευρικώς της τεχνητής λίμνης, ώστε να ανέβει η στάθμη της (Η Καθημερινή, 2.2.1938).

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο ∆ούσμανης παρέμεινε στην Αθήνα χωρίς να συνεργαστεί με τις κατοχικές κυβερνήσεις, καθώς αυτές εκδηλώθηκαν κατά του βασιλιά Γεωργίου Β΄. Ο Βίκτωρ ∆ούσμανης παρέμεινε συνεπής βασιλόφρων μέχρι το τέλος της ζωής του, νιώθοντας δικαιωμένος από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του 1946 υπέρ της βασιλείας. Πέθανε στις 12 Ιανουαρίου 1949 σε στρατιωτικό νοσοκομείο στην Αθήνα και κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Βίκτωρ Δούσμανης – Στην υπηρεσία του έθνους και του βασιλιά-13
Ο Βίκτωρ Δούσμανης έφιππος. Ελαιογραφία σε μουσαμά του Γεωργίου Ροϊλού (Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Αθήνα/Φωτογράφιση: Σταύρος Ψηρούκης).
Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή