Ιωάννης Μακρυγιάννης – Θεός, πατρίδα, ελευθερία και δικαιοσύνη

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Θεός, πατρίδα, ελευθερία και δικαιοσύνη

«Κι αν είμαστε ολίγοι στο πλήθος του Μπραΐμη, παρηγοριόμαστε μ’ έναν τρόπο· ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθε και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά». (Ο Μακρυγιάννης στον Γάλλο ναύαρχο De Rigny πριν την μάχη των Μύλων)

ιωάννης-μακρυγιάννης-θεός-πατρίδα-563061730

Την παλαιά συνοικία του Μακρυγιάννη την ξέρουν όλοι οι Αθηναίοι. Τη δράση του αγωνιστή του ’21, του πρωτεργάτη της 3ης Σεπτεμβρίου και του κατάδικου των στρατοδικείων του Όθωνα την ξέρουν όσοι μελέτησαν τα χρονικά της Επανάστασης και της Βαυαροκρατίας. Είναι όμως λιγοστοί εκείνοι που πρόσεξαν πως ο Μακρυγιάννης μάς άφησε ένα πολύ σημαντικό βιβλίο, την ιστορία της ζωής του, ίσως επειδή ήταν ένας αγράμματος». Έτσι ξεκινά ο Σεφέρης την ομιλία που εκφώνησε στους εξόριστους Έλληνες του Καΐρου για την 25η Μαρτίου του 1943, εν μέσω πολέμου και Κατοχής, μιας άλλης υπαρξιακής κρίσης του Ελληνισμού.

Τα λόγια του ίδιου του Μακρυγιάννη μάς εξηγούν: «Κι όσα σημειώνω τα σημειώ­νω γιατί δεν υποφέρνω να βλέπω το άδικο να πνίγει το δίκιο. Για κείνο έμαθα γράμματα στα γεράματα και κάνω αυτό το γράψιμο το απελέκητο, ότι δεν είχα τον τρόπον όντας παιδί να σπουδάξω: ήμουν φτωχός κι έκανα τον υπερέτη και τιμάρευα άλογα, κι άλλες πλήθος δουλειές έκανα, να βγάλω το πατρικό μου χρέος που μας χρέωσαν οι χαραμήδες, και να ζήσω κι εγώ σε τούτη την κοινωνία, όσο έχω τ’ αμανέτι του Θεού στο σώμα μου. Κι αφού ο Θεός θέλησε να κάμει νεκρανάσταση στην πατρίδα μου, να τη λευτερώσει από την τυραγνία των Τούρκων, αξίωσε κι εμένα να δουλέψω κατά δύναμη, λιγότερο από τον χειρότερο πατριώτη μου Έλληνα… Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομε να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να τη φυλάμε κι όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός “εγώ”, ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς “εγώ”; όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιά­σει ή χαλάσει, να λέγει “εγώ”· όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε “εμείς”. Είμαστε στο “εμείς” κι όχι στο “εγώ”».

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Θεός, πατρίδα, ελευθερία και δικαιοσύνη-1
Ο ταμπουράς του Μακρυγιάννη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Ο Μακρυγιάννης, ψυχικά και σωματικά πονεμένος, είναι ένας από τους μεγάλους πολεμικούς ήρωες του ’21. Παρότι σίγουρα λιγότερο αμερόληπτος από ό,τι θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε, είναι μια προσωπικότητα που δένει πηγαία το φιλοσοφικό πνεύμα των προγόνων που δεν γνώρισε με τη λαϊκή παράδοση αλλά και με τη σύγχρονη πολιτική σκέψη και οργάνωση. Μετενσαρκώνει τη διαχρονικότητα του ελληνισμού, με τα καλά και όλα τα στραβά της. Ίσως αυτός να είναι και ο βαθύτερος λόγος της γοητείας που ασκεί σε όποιον τον μελετά. «Κάθε φορά που η φυλή μας γυρίζει προς το λαό [συμπληρώνει ο Σεφέρης], ζητά να φωτιστεί από το λαό, αναμορφώνεται από το λαό, συνεχίζει την παράδοση που μπήκε θριαμβευτικά στη συνείδηση του έθνους με την Ελληνική Επανάσταση. Ο αγώνας εκείνος ήταν ένα κοινωνικό, πολεμικό και πολιτικό γεγονός. Ήταν συνάμα και ένα πνευματικό γεγονός. Από την τελευταία ετούτη άποψη, την πιο αγνοημένη, είναι σημαντικό να έχουμε τεκμήρια σαν αυτά που μας άφησε ο Μακρυγιάννης».

Τα νιάτα του

Από τον χαλασμό των κλεφτών στη Φιλική Εταιρεία.

Ο Γιαννάκης Τριανταφύλλου γεννήθηκε το 1796 στο Αβορίτι, μικρό χωριό κοντά στο Κροκύλι ∆ωρίδας. Η οικογένεια ήταν αγροτική, αλλά ο πατέρας του φαίνεται πως εμπλεκόταν και στην κλεφτουριά. Σκοτώθηκε στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα από τις δυνάμεις του Αλή Πασά, κατά τον περίφημο χαλασμό των κλεφτών. Η μάνα πήρε την κυνηγημένη οικογένεια στη Λιβαδειά και ο μικρός από τρυφερή ηλικία εργάστηκε ως υποτακτικός. 

Μας άφησε μια πολύ γραφική περιγραφή της πρώτης του επαφής με όπλο, ενώ ήταν παραπαίδι του Παναγιώτη Λιδωρίκη, ζαπτιέ (χωροφύλακα) στη ∆εσφίνα: «Έγινα ως δεκατεσσάρων χρονών και πήγα σ’ έναν πατριώτη μου εις Ντεσφίνα […] Ήταν γιορτή και παγγύρι τ’ Αγιαννιού. Πήγαμε στο παγγύρι. Μό ’δωσε το ντουφέκι του να το βαστώ. Εγώ θέλησα να το ρίξω. Ετσακίστη. Τότε μ’ έπιασε σ’ όλο τον κόσμον ομπρός και με πέθανε στο ξύλο. ∆ε μ’ έβλαβε το ξύλο τόσο· περισσότερον η ντροπή του κόσμου. Τότε όλοι τρώγαν και πίναν κι εγώ έκλαιγα. Αυτό το παράπονο δεν ήβρα άλλον κριτή να το ειπώ να με δικιώσει. Έκρινα εύλογο να προστρέξω στον Αϊ-Γιάννη, ότι στο σπίτι του μό ’γινε αυτηνή η ζημιά και η ατιμία. Μπαίνω τη νύχτα μέσα στην εκκλησιά του και κλειώ την πόρτα κι αρχινώ τα κλάματα με μεγάλες φωνές και μετάνοιες: “Τ’ είναι αυτό πού ’γινε σ’ εμένα, γομάρι είμαι να με δέρνουν;”. Και τον περικαλώ να μου δώσει άρματα καλά κι ασημένια και δεκαπέντε πουγκιά χρήματα, κι εγώ θα του φκιάσω ένα μεγάλο καντήλι ασημένιο. Με τις πολλές φωνές κάμαμε τις συμφωνίες με τον άγιο». Όλα τα στοιχεία του χαρακτήρα του είναι ήδη εκεί: δυναμισμός, αγάπη για τα όπλα, εντονότατη αίσθηση της φιλοτιμίας, μια ιδιαίτερη πίστη στην πολύ προσωπική του σχέση με το Θείο.

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Θεός, πατρίδα, ελευθερία και δικαιοσύνη-2
Ενδυμασία του Μακρυγιάννη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Σύντομα μετακινήθηκε στην Άρτα, στον γαιοκτήμονα Θανάση Λιδωρίκη, αδελφό του προηγούμενου. Με την εργατικότητα και το επιχειρηματικό του δαιμόνιο ανέλαβε τη διαχείριση της περιουσίας του και σύντομα κατάφερε να συσσωρεύσει και αξιόλογο δικό του πλούτο, ως έμπορος αγροτικών προϊ­όντων και κατ’ επέκταση δανειστής. Έχει κατηγορηθεί ως τοκογλύφος, αν και η επένδυση σε προϊόντα που αγοράζονταν σε χαμηλή τιμή και μεταπωλούνταν όταν η τιμή αυξανόταν ήταν μια γενικευμένη πρακτική, και όχι μόνο στην οθωμανική Ελλάδα. 

Σύντομα φρόντισε να εκτελέσει και το τάμα. «Τότε έφκιασα ντουφέκι ασημένιο, πιστόλες κι άρματα, κι ένα καντήλι καλό. Και αρματωμένος καλά και συγυρισμένος, το πήρα και πήγα στον προστάτη μου και ευεργέτη μου κι αληθινό φίλο, τον Αϊ-Γιάννη, και σώζεται ως το σήμερο. Και τον προσκύνησα με δάκρυα από μέσα από τα σπλάχνα μου, ότι θυμήθηκα όλες μου τις ταλαιπωρίες που δοκίμασα».

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Θεός, πατρίδα, ελευθερία και δικαιοσύνη-3
Ο Μακρυγιάννης αποτυπωμένος «εκ του φυσικού» από τον Karl Krazeizen, το 1828 (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Το 1820 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και υπήρξε δραστήριο μέλος της. «Μπήκα στο μυστικό και πήγα σπίτι μου κι εργαζόμουνε για την πατρίδα μου και θρησκεία μου να τη δουλέψω ’λικρινώς, καθώς τη δούλεψα, να μη με ειπεί κλέφτη κι’ άρπαγο, αλλά να με ειπεί τέκνο της κι εγώ μητέρα μου».

«Η φωνή του Μακρυγιάννη είναι ένας κλώνος από το στιβαρό δέντρο που έδωσε τον Ερωτόκριτο και τη Θυσία του Αβραάμ, έδωσε τα δημοτικά μας τραγούδια, κι έδωσε ακόμη –προτείνω την ταπεινή μου ιδέα για όσο αξίζει– τον πιο μεγάλο καλλιτέχνη που βγήκε από την Ελλάδα, ύστερα από τους αρχαίους, τον Θεοτοκόπουλο». Γιώργος Σεφέρης

Η εκδήλωση της Επανάστασης τον βρήκε στην Πάτρα, σε φαινομενικά εμπορικό ταξίδι, που όμως έκρυβε συνεννοήσεις για τον Αγώνα. Ο ιστορικός Απόστολος Βακαλόπουλος τον ονομάζει «πρώτο επίσημο Έλληνα κατάσκοπο της Επαναστάσεως». Έγινε αντιληπτός, κρύφτηκε στο ρωσικό προξενείο και κατόρθωσε να διαφύγει πίσω στην Άρτα με μια βάρκα. Εκεί αμέσως συνελήφθη και κρατήθηκε για μήνες, με προοπτική τον απαγχονισμό. Όταν κινητοποιώντας γνωριμίες κατάφερε να διαφύγει, ο ένοπλος αγώνας ήταν μονόδρομος. 

«Μακρυγιάννης» ήταν το παρατσούκλι που του κόλλησε στη διάρκεια του Αγώνα: ψηλός, ευσταλής και ευπαρουσίαστος, το πρότυπο του λεβέντη.

Πόλεμος και ειρήνη

Η πολιορκία της Αθήνας, η αντίσταση στον Ιμπραήμ και το κίνημα του 1843.

Αντίθετα με τους περισσότερους που διακρίθηκαν ως οπλαρχηγοί στον Αγώνα, ο Μακρυγιάννης δεν είχε μέχρι το 1821 εμπειρία μάχης. ∆ιαφεύγοντας από την Άρτα, ακολουθεί τον τοπικό οπλαρχηγό Γώγο Μπακόλα, έχοντας μαζί του «μπουλούκι» 18 ανδρών που προσέλαβε από την τσέπη του. Αργότερα ο Γώγος θα κατηγορηθεί ως προδότης και θα τουρκέψει, ο Μακρυγιάννης όμως δεν πείθεται. Ήταν ο δάσκαλός του στα όπλα και θα τον υποστηρίξει με θέρμη. Μαζί αγωνίζονται στα Τζουμέρκα, στην πρώτη μάχη του Πέτα, στην πολιορκία της Άρτας, όπου γίνεται μάρτυρας και του πλιάτσικου: «Κι από τότε, βλέποντας αυτήνη την αρετή, σιχάθηκα το Ρωμέικο, ότ’ είμαστε ανθρωποφάγοι». 

Την άνοιξη του 1822 είχε πλησιάσει τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, είχε συμμετάσχει και στην απελευθέρωση του Πατρατζικίου (Υπάτη) ως οπλαρχηγός τεσσάρων χωριών στα Σάλωνα. Συμμετέχει στην πολιορκία της Αθήνας και διορίζεται πολιτάρχης (αστυνόμος) μόλις την ελευθερώνουν. 

Μετά από μήνες έφυγε πάλι. Βρήκε τον Νικηταρά στη Σαλαμίνα και συνεργάστηκε μαζί του σε επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα. Από το ’24 επικράτησε η εμφύλια διχόνοια και ως Ρουμελιώτης ακολούθησε την πλευρά της κυβέρνησης Κουντουριώτη. Συμμετείχε ενεργά μάλιστα και στη ληστρική κι αιματηρή εκστρατεία καθυπόταξης του Μοριά, όπως και ο Καραϊσκάκης. 

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Θεός, πατρίδα, ελευθερία και δικαιοσύνη-4
Μάχη πρώτη των Αθηνών. Αυγοτέμπερα σε ξύλο του Παν. Ζωγράφου, «σκέψις» Ιωάννη Μακρυγιάννη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Το 1825 εμφανίστηκε ο Ιμπραήμ. Ο Μακρυγιάννης ήταν ανάμεσα στους υπερασπιστές του Ναβαρίνου μέχρι την πτώση του. Εκεί όμως που έλαμψε η στρατηγική του ικανότητα ήταν στους Μύλους της Αργολίδας, όπου εμπόδισε τους Αιγυπτίους να πατήσουν το τελευταίο οχυρό στον Μοριά: το Ναύπλιο. Τραυματίστηκε σοβαρά στο χέρι, αλλά αντέδρασε βίαια στους Φράγκους γιατρούς που θέλησαν να τον ακρωτηριάσουν. «Πήρα το γιαταγάνι και γκρεμίστη κάτου από τη σκάλα και γλύτωσε, ειδέ θα τον πάστρευα. Και σηκώθηκα και πήγα εις την Αθήνα εις τον [εμπειρικό] γιατρό και με γιάτρεψε». 

Ως μάχιμος πάντως επέστρεψε στην Αττική το 1826. Έχοντας αποποιηθεί τον τίτλο του στρατηγού, εντάχθηκε στον τακτικό στρατό που εκπαίδευε ο Φαβιέρος. Οι τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις, μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου το Πάσχα, είχαν θέσει ως στόχο την Αθήνα και το κάστρο της. 

Ο Μακρυγιάννης, που κατηγορεί τον φρούραρχο Γκούρα ότι με τις δολοπλοκίες του έδιωξε το Σώμα του Φαβιέρου και επέτρεψε έτσι την πολιορκία του Κιουταχή, έμεινε για να συμμετάσχει στην άμυνα της Ακρόπολης. «Το κάστρο τώρα θέλει να φάγη εκείνους όπου τό ’τρωγαν τόσα χρόνια και τους έθρεφε σαν μανάρια», λέει σε μια καυστική αποστροφή. Στον ίδιο τον Γκούρα είπε επιτιμητικά: «∆εν πλουταίνει ο άνθρωπος με χρήματα μοναχά, πλουταίνει κι’ από τα καλά του έργα». 

Η κάτω πόλη είχε καταληφθεί και ο ίδιος ήταν υπεύθυνος για έναν τομέα του Σερπετζέ, του οθωμανικού τείχους, στις καμάρες του Ηρωδείου. Υπόγεια γινόταν ένας μουλωχτός πόλεμος με εκρηκτικές στοές επιτιθεμένων και αμυνομένων, και ο Μακρυγιάννης είχε κύριο στόχο να προστατεύει τον Λαγουμιτζή που έσκαβε στα σκοτεινά κάτω από τα πόδια του. Κάθε μέρα ήταν και ένα νέο στρατήγημα για να καταπολεμήσουν τον εχθρό ή και για να τον παραπλανήσουν ότι είχαν περισσότερη δύναμη απ’ ό,τι αληθινά. 

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Θεός, πατρίδα, ελευθερία και δικαιοσύνη-5
Καριοφίλι του Μακρυγιάννη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Η 7η Οκτωβρίου ήταν καθοριστική. «Εγώ ήμουν άγρυπνος τόσες βραδιές. Νύχτα κι ήμερα δουλεύαμε… Αποκοιμήθηκα. Οι Τούρκοι, ακούγοντας τον χτύπο του Λαγουμιτζή, συνάζονται πλήθος και κάνουν γιουρούσι…» Στη μάχη που ακολούθησε, ο Μακρυγιάννης τραυματίστηκε στον λαιμό, έπεσε λιπόθυμος και ποδοπατήθηκε. Αργότερα συνήλθε και συνέχισε τη μάχη με ντουφέκια, πιστόλες και τελικά σώμα με σώμα. «Όρμησαν οι Τούρκοι, με ξαναπλήγωσαν στο κεφάλι, στην κορφή. Γιόμωσε το σώμα μου αίμα. Γυρεύουν οι άνθρωποι να με πάρουν να μπούμε μέσα. Τότε τους λέγω: “Αδελφοί, και μέσα να μπούμε κι όξω να μείνουμε, χαμένοι είμαστε αν δε βαστήξουμε τους Τούρκους…”. Τότε οι γενναίοι Έλληνες βάστησαν σα λιοντάρια… Παίρνοντας το δειλινό, μέρασα φυσέκια των ανθρώπων. Ήρθαν και Τούρκοι νέο μιντάτι. Μας ρίχτηκαν μ’ ορμή να μας πάρουν και τη ντάπια μας. Εκεί σκότωσαν τον Νταλαμάγκα κι άλλους πέντ’ έξι. Ξαναλαβώνομαι κι εγώ πίσω στο κεφάλι πολύ κακά. Μπήκε του φεσιού το μπάλωμα στα κόκκαλα, στην πέτσα του μυαλού. Έπεσα κάτου πεθαμένος. Με τράβηξαν οι άνθρωποι μέσα. Τότε ένιωσα. Τους είπα: “Αφήστε με να με τελειώσουνε εδώ, να μην ιδώ τους Τούρκους ζωντανός να μου πατήσουνε το πόστο μου”. Τότε οι καημένοι οι Έλληνες με λυπήθηκαν πολύ· πολέμησαν γενναίως, διώξαν τους Τούρκους από τη ντάπια μας και τους έβαλαν όλους στις καμάρες… Τότε βγήκε ο Λαγουμιτζής και ήρθε σ’ εμάς… Του είπα: “Σύρε μέσα. Αν πεθάνω εγώ, το κάστρο δεν χάνεται· αν πεθάνεις εσύ, χάνεται”». 

Η κατάσταση ήταν απελπιστική, χωρίς τρόφιμα, με τους τραυματίες να πεθαίνουν αβοήθητοι, «μάλλωνε η ψείρα με το σκουλήκι». Ανίκανος για μάχη ο Μακρυγιάννης, ορίστηκε πληρεξούσιος με πέντε καβαλαραίους να αναζητήσει βοήθεια. Βγήκαν εν μέσω αντιπερισπασμού, αλλά έγιναν αντιληπτοί, κυνηγήθηκαν, ο στρατηγός έπεσε από το άλογο και «θύμωσε» η πληγή στο κεφάλι του. Τελικά κατόρθωσαν να φτάσουν στην Αίγινα, όπου ήταν η διοίκηση. 

Συνέχισε έτσι τον πόλεμο απ’ έξω από την Ακρόπολη, με το στράτευμα του Καραϊσκάκη, μέχρι και τη Μάχη του Αναλάτου, όπου το σώμα του ήταν στην αιχμή του δόρατος. Η ήττα έκρινε το τέλος της πολιορκίας και τη συνθηκολόγηση των πολιορκημένων. Εξέθεσε και τον Μακρυγιάννη σε κριτική ότι είχε μερίδιο ευθύνης. Ενώ μπαρκάριζαν στο Φάληρο για να φύγουν ηττημένοι, «Μετράγω τους ανθρώπους μου· ήμουν μ’ εκατόν πενήντα κ’ έμειναν τριά­ντα τρεις κ’ εγώ».

Με την έλευση του Καποδίστρια, τοποθετήθηκε στο Άργος «αρχηγός της Εκτελεστικής ∆ύναμης της Πελοπόννησος και Σπάρτης», αρχιχωροφύλακας δηλαδή για τον Μοριά. Σταδιακά όμως αποστασιοποιήθηκε, μη ανεχόμενος τον αυταρχισμό, και υιοθέτησε τις άδικες φήμες ότι ο κυβερνήτης εργαζόταν για μια «μικρή Ελλάδα» που θα άφηνε τη Ρούμελη απ’ έξω. Τελικά απολύθηκε από τη δημόσια υπηρεσία. 

Την έλευση του Όθωνα υποδέχτηκε με αγαλλίαση. «Σήμερα ξαναγεννιέται η πατρίδα κι ανασταίνεται που ήταν τόσον καιρό χαμένη και σβησμένη». Πάντα θα αντιμετωπίζει την ιδέα της εξουσίας με θεσμικό τρόπο. Μόνιμη επωδός του η διεκδίκηση νόμων και συντάγματος. Όμως παράλληλα μπορούσε να εναντιώ­νεται με πάθος στους εκπροσώπους της Αρχής. Μια φορά είπε στον αντιβασιλέα Χάιντεκ, που τον απειλούσε με τη δύναμη των όπλων: «“∆υστυχία μας των καημένων! Κακά και ψυχρά θα πάμε. Εγώ σου μίλησα αλλιώς κι εσύ μου απαντείς διαφορετικά με μπαγενέτα. Σας λέγω ως φίλος να πασκίσετε και το βασιλέα κι εσάς ν’ αγαπούμε κι όχι να σας φοβόμαστε … Νά ’ρθει ένας να μου ειπεί ότι θα πάει ομπρός η πατρίδα, στρέγομαι να μου βγάλει και τα δυο μου μάτια. Ότι αν είμαι στραβός και η πατρίδα μου είναι καλά, με θρέφει. Αν είναι η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια νά ’χω, στραβός θά ’να είμαι”». 

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Θεός, πατρίδα, ελευθερία και δικαιοσύνη-6
Ο Μακρυγιάννης στη μάχη της Καστέλλας, το 1827. Λιθογραφία του Peter Von Hess (1852, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου την οργάνωσε ακριβώς γι’ αυτό: Για «λευτεριά και δικαιοσύνη» μιλούσε ο όρκος που έβαζε τους συνωμότες να πάρουν. Κατέληξε, όμως, πάλι απογοητευμένος από τις πολιτικές ίντριγκες: «Όσοι μας κυβερνούν, μεγάλοι και μικροί, και υπουργοί και βουλευταί, τό ’χουν σε δόξα, τό ’χουν σε τιμή, τό ’χουν σε ικανότη το να τους ειπείς ότι έκλεψαν, ότι πρόδωσαν, ότι ήφεραν τόσα κακά στην πατρίδα».

Ο Μακρυγιάννης δεν έπαψε να ασχολείται με τα πολιτικά, συχνά μάλιστα με συνωμοτικούς ή υπονομευτικούς τρόπους. Ήταν και αθυρόστομος, οργίλος, παρορμητικός, «ασεβής» προς την εξουσία. Γινόταν συχνά στόχος, και τα παθήματά του μέχρι το τέλος ήταν πολλά. 

Τραγική στιγμή της πολιτικής του εμπλοκής υπήρξε η φυλάκισή του το ’52-’54, για την οποία μιλούμε παρακάτω. Πέθανε τσακισμένος, αλλά πάντα περήφανος και τιμημένος, το 1864, έχοντας προλάβει να δει την έξωση του Όθωνα και την ηθική του αποκατάσταση. Γενικό συμπέρασμα του Μακρυγιάννη για την πολιτική και τους ανθρώπους της, πέραν και του θυμού, πρέπει να ήταν η απόλυτη απομάγευση. Μόνο ο Θεός τού στάθηκε.

Λόγιος ή στοχαστής;

Χωρίς μόρφωση, αλλά με ανοιχτό μυαλό και κρίση.

Ο ίδιος ο Μακρυγιάννης αναγνωρίζει την αμορφωσιά του. Είχε όμως μια βαθύτατη αίσθηση ιστορικής ευθύνης. Αντιλαμβανόταν ότι η γενιά του –και τα κατορθώματά της– θα παρέμενε στα χρονικά ως αυτή που γέννησε τη νεότερη Ελλάδα. 

Ήδη πριν κλείσει ο Αγώνας, είχε αρχίσει να διαφαίνεται ένας ανταγωνισμός αφηγημάτων που αποσκοπούσαν στην καταξίωση, στη μετατόπιση των κατορθωμάτων και στην απόκρυψη των εγκλημάτων, στην εξιλέωση, στην αυτοπροβολή, στην εκτόξευση κατηγοριών. Ο Μακρυγιάννης έβλεπε ότι η πατρίδα «ζημιώθη, διατιμήθη, και όλο σ’ αυτό κατανταίνει, ότι μας ήβρε όλους θηρία» και εξοργιζόταν όταν άνθρωποι που θα έπρεπε μορφωτικά, αγωνιστικά, πολιτικά να είναι ανώτεροι, αποδεικνύονταν στα μάτια του προπετείς. Παρότι παρασυρόταν και ο ίδιος, είχε παρ’ όλα αυτά την ακλόνητη πεποίθηση ότι υπηρετεί το δίκαιο.

Πάντα η σκέψη του ήταν προστατευτική απέναντι στους μη προνομιούχους και, ως άνθρωπος λαϊκός, έβλεπε τον εαυτό του μέρος του κόσμου «από κάτω». Είχε και το θάρρος της γνώμης: «Όπου βρεθεί, στο παλάτι ή την καλύβα, μιλάει σταράτα, μιλάει με ασφάλεια», λέει ο Σεφέρης. «Ο γραφικός χαρακτήρας του Μακρυγιάννη είναι ντόμπρος και απροσχημάτιστος, όπως ήταν και ο ίδιος», κρίνει ο Λίνος Πολίτης. Είναι μια γραφή ειλικρινής και καυστική. «Και τέλος πάντων, πατρίδα, αυτήνοι [οι άξιοι πολεμιστές] κατατρέχονται από τους Εκλαμπρότατους, από τους Εξοχώτατους, από τον Κυβερνήτη σου [Καποδίστρια] κι αδερφούς του… “Ποιος σας είπε” τους λένε “να σηκώσετε άρματα να δυστυχήσετε;”». 

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Θεός, πατρίδα, ελευθερία και δικαιοσύνη-7
Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης σε προχωρημένη ηλικία (ελαιογραφία σε μουσαμά). 

Ως αρχηγός της Εκτελεστικής ∆ύναμης στο Άργος, αναζήτησε μαθήματα γραφής, αποφασισμένος να εξιστορήσει τον Αγώνα και τη ζωή του μέσα σε αυτόν. Από το 1829 που ξεκινά λοιπόν, θα αφηγηθεί όλη του τη ζωή, πριν από την Επανάσταση, μέσα σε αυτήν και μετά από αυτήν. Σπρώχνεται από μια ανάγκη φιλοσοφική και διδακτική: «∆ιά όλα αυτά γράφω εδώ… διά να χρησιμεύσουν αυτά όλα εις τους μεταγενέστερους και να μάθουν να θυσιάζουν διά την πατρίδα τους και θρησκεία τους περισσότερη αρετή… Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις την θρησκεία τους, έθνη δεν υπάρχουν».

Με διαλείμματα, αναγκαία σε περιόδους όπου τον κυνηγάει η κρατική καταστολή, καταφέρνει να συγκροτήσει ένα συνεκτικό αφήγημα. Το 1850, του προσθέτει έναν επίλογο και το κλείνει. Το αποτέλεσμα, εκτός από διήγηση συμβάντων, βρίθει κρίσεων και καταγγελιών κατά ανθρώπων προβεβλημένων. Ο ίδιος ο συγγραφέας δεν φημιζόταν για τη μετριοπάθειά του. Μέσα στο «απελέκητο» γράψιμό του όμως κρύβονται στοχασμοί βαθιοί, σκέψεις φιλοσοφικές, πολιτικές θέσεις, ευτράπελα και ειρωνείες και όλη η περιπλοκότητα της ζωής.

Το κείμενο ανακάλυψε σε μεγάλη ηλικία ο γιος του, συνταγματάρχης Κίτσος Μακρυγιάννης, παραχωμένο σε ένα υπόγειο του σπιτιού, μέσα σε μεταλλικό 
κουτί: «Σημείωνα, λέει ο στρατηγός, και είχα έναν τενεκέ και τά ’βαινα μέσα και τά ’χωνα». Το έδωσε αμέσως στον ερευνητή Ιωάννη Βλαχογιάννη, ο οποίος το μελέτησε και το εξέδωσε σε μια βαρύνουσα μελέτη το 1907. 

Η γραφή ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Κεφαλαία γράμματα χωρίς σημεία στίξης ή παραγράφους, με τις λέξεις με δυσκολία να διαχωρίζονται. Η γραφή ακουστική, χωρίς κανόνες ορθογραφίας, αλλά το ρουμελιώτικο ιδίωμα αυθεντικό – αυτό που μιλούσε ο ίδιος ο συγγραφέας. «Σαν κάτι παλιούς τοίχους που, κοιτάζοντάς τους, θαρρείς πως συλλαβίζεις την κάθε κίνηση του χτίστη, που συναρμολόγησε την αμέσως επόμενη πέτρα με την προηγούμενη, αποτυπώνοντας πάνω στην τελειωμένη οικοδομή τις περιπέτειες μιας αδιάσπαστης ανθρώπινης ενέργειας». Έτσι περιγράφει την όψη του γραπτού ο Σεφέρης. 

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Θεός, πατρίδα, ελευθερία και δικαιοσύνη-8
Η σύζυγός του Αικατερίνη Σκουζέ, σε ελαιογραφία του Σπ. Προσαλέντη (1878, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Χάρη στο γεγονός ότι έγραφε ο ίδιος, όχι μέσω υπαγόρευσης σε γραμματιζούμενους, όπως ο Κολοκοτρώνης κ.ά., οι επιρροές της «καθωσπρέπει» γλώσσας ήταν μηδαμινές. Ό,τι ξενικό, νεωτερικό ή καθαρευουσιάνικο υπάρχει στη γραφή του οφείλεται σε προφορικά ακούσματα. Εκτός λοιπόν από ιστορική μαρτυρία, η γραφή του Μακρυγιάννη είναι και γλωσσολογικό, λαογραφικό τεκμήριο. Η λαϊκότητα του λόγου του δεν αφαιρεί τίποτα από την πηγαία αξία του. Αντιθέτως.

Ο Μακρυγιάννης δεν έχει τυπική μόρφωση, έχει όμως ανοιχτό μυαλό και κρίση. ∆εν γνωρίζει ιστορία, όμως έχει ακούσει για το ένδοξο παρελθόν του Ελληνισμού: «Είχα δύο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα και ένα βασιλόπουλο, ατόφια – φαίνονταν οι φλέβες, τόση εντέλειαν είχαν. Όταν χάλασαν τον Πόρο, τά ’χαν πάρει κάτι στρατιώτες και στο Άργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων· χίλια τάλαρα γύρευαν… Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: “Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι’ αυτά πολεμήσαμε”». 

Το σχόλιο του Σεφέρη για την αναφορά αυτή είναι εξίσου συγκλονιστικό: «∆εκαπέντε χρυσοποίκιλτες ακαδημίες δεν αξίζουν την κουβέντα αυτού του ανθρώπου». Και συνεχίζει: «“Ως λιοντάρι πολεμούσε και ως φιλόσοφος οδηγούσε”, θα πει για τον πρώτο του αρχηγό, τον Γώγο. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει καθόλου να εκφράσει την αντίδρασή του για έναν λογιότατο και για την προγονοκαπηλεία: “Εβάλετε και νέον αρχηγό στο φρούριο της Κόρθος” γράφει μιλώντας στους πολιτικούς της εποχής. “Αχιλλέα τον έλεγαν, λογιότατο. Κι ακούγοντας τ’ όνομα Αχιλλέα, παντυχαίνετε ότ’ είναι εκείνος ο περίφημος Αχιλλέας. Και πολέμαγε τ’ όνομα τους Τούρκους. ∆εν πολεμάγει τ’ όνομα ποτέ, πολεμάγει η αντρεία, ο πατριωτισμός, η αρετή. Κι ο Αχιλλέας ο δικός σας, ο φρούραρχος της Κόρθος, λεβέντης ήταν, Αχιλλέγα τον έλεγαν. Είχε και το κάστρο εφοδιασμένο από τ’ αναγκαία του πολέμου, είχε και τόσο στράτεμα. Όταν είδε τους Τούρκους του ∆ράμαλη από μακριά –και ήταν και καταπολεμισμένος από Ρούμελη, από Ντερβένια– βλέποντάς τον ο Αχιλλέας άφησε το κάστρο κι έφυγε, απολέμιστο. Να ήταν ο Νικήτας, έφευγε; Ο Χατζηχρήστος και οι άλλοι; Όχι βέβαια…”». 

Εν τέλει η γραφή του είναι πολιτική φιλοσοφία, όχι παράθεση γεγονότων, όπως σημειώνει ο Ιωάννης Κακριδής, που τον συγκρίνει με αρχαίους φιλοσόφους. Κι ενώ κατακεραυνώνει τα στραβά κι εγκλήματα, παράλληλα διαπιστώνει: «Αυτούς λένε ανθρώπους σημαντικούς· και καλό κάν’νε και κακό· είναι όμως λιγότερο το κακό αυτεινών και πολύ το καλό· σώνουν την πατρίδα στο καλό, στο κακό βλάβουν άτομα. Ο άνθρωπος είναι και διά το καλό και διά το κακό· όταν κάνει λίγο κακό και μεγάλο καλό, ο Θεός τον συχωράγει». 

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Θεός, πατρίδα, ελευθερία και δικαιοσύνη-9
Ξύλινο τάσι με μεταλλική μπορντούρα που αναγράφει με σαβάτι: ΤΑΣΙΟΝ του ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ // 1850 // ΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑΣ ΝΕΚΡΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΙΣ ΗΜΑΣ ΤΟΥΣ ΑΜΑΡΤΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΖΩΜΕΝ ΚΑΙ ΦΡΕΝΟΜΕΘΑ ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑΣ / ΑΜΑΡΤΩΛΟΙ (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Το χειρόγραφο των απομνημονευμάτων σήμερα αγνοείται: ο Βλαχογιάννης, αφού το μετέγραψε, το επέστρεψε στον Κίτσο Μακρυγιάννη. Όταν στο τέλος της ζωής του αυτός δώρισε τα κειμήλια του πατέρα του στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, καταγράφηκαν όπλα, ρούχα, προσωπικά αντικείμενα, ο ταμπουράς του, οκτώ από τα ξύλινα «κάδρα» με την απεικόνιση της Επανάστασης, το ίδιο το νεκρικό εκμαγείο του προσώπου του, αλλά κείμενο κανένα. Είναι βέβαιο ότι δεν έμεινε στα χέρια του Βλαχογιάννη, όμως δεν είναι γνωστό εάν δόθηκε αλλού, αν υπάρχει κάπου κρυμμένο, αν καταστράφηκε στην Κατοχή, αν ίσως εμφανιστεί κάποτε πάλι… 

Το δεύτερο κείμενο του Μακρυγιάννη κατατέθηκε αργότερα στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη από τον Άγγελο Παπακώστα, βοηθό του Βλαχογιάννη, στον οποίο το είχε αφήσει. Γραμμένο τη δεκαετία του 1850, κυκλοφόρησε με τον εμπνευσμένο τίτλο Οράματα και Θάματα μόλις το 1983, μεταγραμμένο από τον ίδιο τον Παπακώστα. Ο Μακρυγιάννης φαίνεται να μην το διαχώριζε ως είδος από τα απομνημονεύματα: «Στορικό» ονόμαζε το ένα, «το άλλο στορικό» το άλλο. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για ένα πνευματιστικό κείμενο, όπου η πραγματικότητα συμπλέκεται με τις ενοράσεις ενός ακραίου θρησκευτικού αισθήματος που τον κατέλαβε όσο περνούσαν τα χρόνια. Η θρησκεία ήταν ο τρόπος του να οργανώσει το μυαλό του, που υπέφερε ολοένα και πιο βαθιά από τις επιληπτικές συνέπειες ακραίων τραυμάτων στο κεφάλι, που δεν έγιαναν ποτέ. Ο Βλαχογιάννης δεν είχε επιλέξει να το δημοσιεύσει, ίσως διότι με τα κριτήρια της εποχής ήταν προϊόν μιας διαταραγμένης νόησης, και η φήμη του ήρωα έπρεπε να προστατευτεί. Σήμερα όμως, χάρη στα Οράματα και Θάματα, μαθαίνουμε πολλά για τα μετέπειτα χρόνια του Μακρυγιάννη, για τη δύσκολη κατάσταση που βίωνε. Επιπλέον, χάρη στο κείμενο αυτό, συγκρίνουμε το δημοσίευμα του Βλαχογιάννη με ένα αυθεντικό γραπτό του συγγραφέα, οπότε μπορούμε να έχουμε καλύτερη εικόνα και για τα ίδια τα χαμένα απομνημονεύματα. 

Το συμπέρασμα το αφήνουμε πάλι στον Σεφέρη: «Υπάρχει μια καλή παιδεία – εκείνη που ελευθερώνει και βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον εαυτό του· και μια κακή παιδεία – εκείνη που διαστρέφει και αποστεγνώνει και είναι μια βιομηχανία που παράγει ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχουν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος. Αν ο Μακρυγιάννης μάθαινε γράμματα την εποχή εκείνη, πολύ φοβούμαι πως θα έπρεπε να απαρνηθεί τον εαυτό του, γιατί την παιδεία την κρατούσαν στα χέρια τους οι “τροπαιούχοι του άδειου λόγου”, καθώς είπε ο ποιητής, που δεν έλειψαν ακόμη. ∆εν επαινώ το Μακρυγιάννη γιατί δεν έμαθε γράμματα, αλλά δοξάζω τον πανάγαθο Θεό που δεν του έδωσε τα μέσα να τα μάθει».

Μία εικόνα, χίλιες λέξεις

Η αποτύπωση της Επανάστασης από τη συνεργασία Μακρυγιάννη – Ζωγράφου.

Ο πειρασμός του αγράμματου στρατηγού να καταφύγει στην εικόνα ήταν μεγάλος: ήθελε κάτι να το διαβάζουν όλοι. Η έμπνευση ήρθε κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης μαζί με τον στρατηγό Τσορτς στα μέρη της Ακαρνανίας όπου είχε πολεμήσει. Όπως όμως ο Μακρυγιάννης δεν γνώριζε γραφή, ακόμα λιγότερο ήξερε να ζωγραφίζει.

«Πήρα ένα ζωγράφο Φράγκο, και τον είχα να μου φκιάσει σε εικονογραφίες αυτούς τους πολέμους. ∆ε γνώριζα τη γλώσσα του. Έφκιασε δυο-τρεις, δεν ήταν καλές· τον πλέρωσα κι έφυγε». Ο Μακρυγιάννης δεν αναγνώριζε τη ζωγραφική του ξένου, που υποθέτουμε περισσότερο θα ταίριαζε με αυτά που ξέρουμε από τον φιλελληνισμό. Ήθελε κάτι γνήσιο και ελληνικό. 

«Αφού έδιωξα αυτόν το ζωγράφο, έστειλα κι έφεραν από τη Σπάρτη έναν αγωνιστή, Παναγιώτη Ζωγράφο τον έλεγαν… ήφερε και τα δυο του παιδιά· και τους είχα στο σπίτι μου όταν εργάζονταν. Κι αυτό άρχισε από το 1836 και τελείωσε τα 1839. Έπαιρνα το ζωγράφο και βγαίναμε στους λόφους και τό ’λεγα: “Έτσι είναι εκείνη η θέση, έτσι εκείνη· αυτός ο πόλεμος έτσι έγινε· αρχηγός ήταν των Ελλήνων εκείνος, των Τούρκων εκείνος…”»  Το επίθετο Ζωγράφος ήταν δηλωτικό ενός κληρονομημένου επαγγέλματος: αγιογράφος. Σήμερα υπάρχει αμφιβολία αν Παναγιώτης ήταν ο πατέρας όπως παραδοσιακά θεωρείτο ή αντίστροφα: ο ίδιος ο Μακρυγιάννης τα μπερδεύει. ∆εν ξέρουμε καν αν οι γιοι ήταν τελικά δύο ή μόνο ένας. Ίσως ο πατέρας να εκτέλεσε την πρώτη σειρά σε ξύλο και ο γιος να αντέγραψε σε χαρτί. Ίσως πάλι αυτός που υπογράφει ∆ημήτριος στο χαρτί να ήταν αντίστροφα ο πατέρας και όχι ο γιος. 

Εν πάση περιπτώσει, ο Ζωγράφος, ας τον πούμε έτσι απλά, αποτύπωσε τη «σκέψη» του Μακρυγιάννη σε ξύλινα «κάδρα», δουλεμένα με αυγοτέμπερα. Κατά τον Σεφέρη: «Οι ζωγραφιές αυτές που παρασταίνουν μ’ εξαιρετική ακρίβεια τις μάχες που θέλουν ν’ αποδώσουν –πολλές φορές σαν ένα στρατιωτικό ντοκουμέντο– είναι συνάμα μια χαρά των ματιών. Είδα άνθρωπο να δακρύζει την πρώτη φορά που τις αντίκρισε. Κάποτε σου θυμίζουν λαϊκά κεντήματα, όπως λ.χ. η έξοχη πολιορκία του κάστρου της Αθήνας· κάποτε σε ξαναφέρνουν σε περιβόλια που έμειναν χλωρά από την ώρα που τα πρωτοείδε ο τεχνίτης· κάποτε σε κάνουν ν’ ανασαίνεις την ατμόσφαιρα μαγείας και φόβου του παραμυθιού των παιδικών χρόνων· είναι μια πρωτάκουστη και συνάμα μια πολύ παλιά ραψωδία».

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Θεός, πατρίδα, ελευθερία και δικαιοσύνη-10
Πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως. Αυγοτέμπερα σε ξύλο του Παν. Ζωγράφου, «σκέψις» Ιω. Μακρυγιάννη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα). 

Με βάση την αρχική σειρά των ξύλινων κάδρων, εκτέλεσε τέσσερις υδατογραφικές σειρές σε στρατσόχαρτο. Την πρώτη πρόσφερε στον Όθωνα, τις άλλες τρεις στους πρέσβεις των τριών προστάτιδων δυνάμεων: Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία. Προηγουμένως, οργάνωσε αποκαλυπτήρια σε μεγάλο συμπόσιο με 240 καλεσμένους στο κτήμα του, από την καλή κοινωνία πολιτικών, στρατιωτικών, απομάχων και φιλελλήνων της Αθήνας. 

Οι πίνακες ήταν αρχικά είκοσι πέντε, αλλά ο τελευταίος είχε καταστραφεί θεληματικά για τον φόβο των Αρχών. Ο Μακρυγιάννης, παρότι αντιμετώπιζε τον Όθωνα με σεβασμό ως ανώτατο άρχοντα, είχε έντονη αντίδραση στον αυταρχισμό του αντιβασιλέα Άρμανσπεργκ, τον οποίο ο τελευταίος αυτός πίνακας απεικόνιζε να ξεριζώνει την καρδιά της Ελλάδας, με τη μορφή νεαρής όμορφης γυναίκας. 

Ο πρώτος, συμβολικός, πίνακας απεικονίζει τη «∆ικαία απόφασι του Θεού διά την απελευθέρωσιν της Ελλάδος». Ο Παντοκράτορας ευλογεί τη χώρα, πλαισιωμένη από τους βασιλείς Όθωνα και Αμαλία, παράλληλα με αυτήν των βασιλέων των τριών δυνάμεων. Στο πλάι προσκυνούν τα πλήθη κατά ιεραρχική σειρά: ιεράρχες, ποιμένες, αγωνιστές, ο λαός. 

Στη δεύτερη εικόνα αρχίζει η εξιστόρηση με ένα φλάσμπακ: Ο σουλτάνος έχει αλώσει την Κωνσταντινούπολη και κάθεται στον θρόνο του. ∆ιατάζει να αλυσοδεθούν οι προύχοντες που τον υποδέχονται με δώρα και στέλνει τον στρατό να καταπολεμήσει τους κλέφτες που κυκλοφορούν ανυπότακτοι στα βουνά. Ο πρωτεργάτης εθνεγέρτης Ρήγας σπέρνει τον σπόρο της ελευθερίας. Όλη η ιδεολογία του ’21 σε μία ζωγραφιά. 

Οι υπόλοιποι πίνακες εξιστορούν τον Αγώνα, σε μια προσπάθεια λογικής αλληλουχίας συμβάντων. ∆εν πρόκειται για φωτογραφίες μίας στιγμής: κάθε εικόνα αποτελεί αφήγηση ημερών, εβδομάδων, μηνών ίσως, με γεγονότα που λαμβάνουν χώρα σε ολόκληρες περιφέρειες. Το μάτι του καλλιτέχνη βλέπει το τοπίο σαν πουλί από ψηλά και το υπόμνημα που συνοδεύει τις αριθμήσεις μέσα στον πίνακα επεξηγεί τη σειρά με την οποία πρέπει να διαβάζουμε την εικόνα. Με σημερινούς όρους θα λέγαμε ότι κάθε εικόνα είναι ένα graphic novel. 

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Θεός, πατρίδα, ελευθερία και δικαιοσύνη-11
Η δικαία απόφασις του Θεού για την απελευθέρωση της Ελλάδος. Αυγοτέμπερα σε ξύλο του Παν. Ζωγράφου, «σκέψις» Ιω. Μακρυγιάννη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα). 

Ο πρώτος από τους αφηγηματικούς πίνακες (πίνακας 3) αφορά τον ναυτικό αγώνα. Μέσα σε ένα κάδρο βλέπουμε Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά, μέχρι και… το Γαλαξίδι. Βλέπουμε πυρπολήσεις στην Ερεσσό, στην Τένεδο, στην Κω κ.ο.κ. Είναι η πιο ακραία περίπτωση αδιαφορίας για την αντικειμενική γεωγραφία, στο πλαίσιο μιας συνεκτικής όμως διήγησης. Ίσως ακριβώς αυτός να είναι και ο λόγος που ο στεριανός Μακρυγιάννης ξεκινά με τη θάλασσα: ∆εν ξέρει πού να την τοποθετήσει στη σειρά, βλέπει ότι «δεν μαζεύεται» και αποφασίζει να την προτάξει για να καλύψει αρχή και τέλος. 

Η απεικόνιση δεν είναι, φυσικά, ρεαλιστική. Προοπτική δεν υφίσταται, τα τοπία μοιάζουν με τις στιλιζαρισμένες απεικονίσεις της αγιογραφίας. Άνθρωποι, άλογα, πλοία, σπίτια, κάστρα, δέντρα αποτελούν ομοιόμορφα εικονίδια, «ιδεογράμματα» μιας εικαστικής γραφής, όπως τα ονόμασε η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα. Οι Τούρκοι φορούν πολύχρωμα σαλβάρια, οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ όμως είναι ομοιόμορφα κόκκινοι, μια και πρόκειται για τακτικό στράτευμα. Φουστανέλες φορούν οι Έλληνες αλλά και οι Τουρκαλβανοί. Όμως οι τελευταίοι φορούν γιλέκα σε διάφορα χρώματα, ενώ οι πρώτοι είναι κατάλευκοι, ίσως ως ένδειξη της αγνότητας του σκοπού. Οι ιερείς, τα τακτικά σώματα στρατού, οι προεστοί, οι γυναίκες, έχουν ιδιαίτερα εικονίδια. 

Οι ομάδες (σώματα στρατού, λαός, ιερείς κ.λπ.) εικονίζονται ως πυκνά γεωμετρικά μπουλούκια, όπου διακρίνεται η πρώτη σειρά, με τους πίσω μόνο ως κουκκίδες για τα κεφάλια. Οι οπλαρχηγοί και τα σημαίνοντα πρόσωπα τοποθετούνται ξεχωριστά, ανάλογα με τη σημασία του καθενός. Κάθε πρωταγωνιστής είναι τοποθετημένος μετωπικά, με τα πόδια ανοικτά, κραδαίνοντας σπαθί και καριοφίλι οι πολεμιστές, όπως θα τους βλέπαμε στη λαϊκή τέχνη. Αυτοί δικαιούνται να φορούν χρωματιστά ρούχα, για να ξεχωρίζουν από τα πλήθη, δεν πρέπει όμως να τους συγχέουμε με τα αντίστοιχα τουρκαλβανικά χρωματιστά μπουλούκια. 

Μέσα στην αφήγηση, ένα πρόσωπο μπορεί να εμφανίζεται πολλαπλά. Στον πίν. 4 της Αλαμάνας, ο Θανάσης ∆ιάκος εμφανίζεται τρεις φορές: μεγάλος μάς συστήνεται στο προσκήνιο, στο μέσο της εικόνας τον αναγνωρίζουμε αιχμάλωτο από την πιτσιλισμένη αίματα φουστανέλα, και στο επάνω μέρος της εικόνας τον βλέπουμε παλουκωμένο, μόνο και νεκρό. 

Μερικές φορές τα μεγάλα γεγονότα συνοδεύονται και από ανεκδοτολογικές λεπτομέρειες: Στο Κομπότι (πίν. 6) «επληγώθη ο Καραϊσκάκης εις τους όρχεις, καθ’ ην στιγμήν ξεβρακωθείς, ύβριζε τους Τούρκους δεικνύων τα οπίσθιά του». Στην Άλωση του Μεσολογγίου (πίν. 15), δύο γυναίκες αμύνονται πιάνοντας τον Τούρκο από τα γένια. Και, σημαντική λεπτομέρεια, συχνά δείχνει γυναίκες που βοηθούν τους πολεμιστές προσφέροντας νερό και περίθαλψη. 

Τα άλογα είναι σε συγκεκριμένες πόζες της αγιογραφίας πάλι. Τα καράβια όλα όμοια σε συστάδες: μεγάλες φρεγάτες για τους Οθωμανούς, μικρότερα για τους Έλληνες. Τα σπίτια κουτάκια, τα ταμπούρια απλά σχήματα που ορίζουν τον τόπο της άμυνας. 

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Θεός, πατρίδα, ελευθερία και δικαιοσύνη-12
Πόλεμος των Βασιλικών. Αυγοτέμπερα σε ξύλο του Παν. Ζωγράφου, «σκέψις» Ιω. Μακρυγιάννη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα). 

Στο υπόμνημα κάθε πίνακα, εκτός από τα γεγονότα, αναφέρονται με επιμονή και όσα ονόματα πρωταγωνιστών μπορεί να θυμηθεί ο αφηγητής. Στόχος του ήταν να βεβαιώσει ποιος είχε συμμετοχή σε ποια συμβάντα και να αντιμετωπίσει την ατελείωτη ψευδολογία. Τελευταίο έργο στη σειρά, ο πίνακας των Φιλελλήνων, που «γράφονται εις την πλάκα της αθανασίας»: Ως μη Έλληνες, τους οφειλόταν διπλή τιμή.

Ακόμη ανικανοποίητος, ο Μακρυγιάννης θέλησε οι εικόνες του να διαδοθούν ευρέως. ∆ανείστηκε πίσω τη σειρά που είχε προσφέρει στον Όθωνα και την έστειλε στον Αλέξανδρο Ησαΐα στην Τεργέστη. Αυτός θα πήγαινε στο Παρίσι να τη λιθογραφήσει, να δημοσιευτεί. Όμως ξεκίνησε να δουλεύει δική του εικονογραφία, τελείως διαφορετικής υφής, εξοργίζοντας τον Μακρυγιάννη. Προτού καταλήξει η διαμάχη, ο Ησαΐας πέθανε και τα έργα χάθηκαν κάπου στη Βενετία. Βρέθηκαν στη Ρώμη μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα από τον λόγιο Ιωάννη Γεννάδιο και φυλάσσονται σήμερα στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Από τις υπόλοιπες σειρές, η αγγλική βρίσκεται στις Βασιλικές Συλλογές στο Κάστρο Ουίνδσορ, η γαλλική και η ρωσική αγνοούνται – ειδικά για τη γαλλική γνωρίζουμε ότι ο πρέσβης που την είχε παραλάβει τη θεωρούσε ανάξια λόγου και είχε λάβει εντολή να την επιστρέψει στον στρατηγό. 

Οκτώ αυθεντικοί πίνακες σε ξύλο σώζονται μόνο, αυτοί που είχαν δοθεί από το γιο του Μακρυγιάννη στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Μαζί και δύο χάρτινες εικόνες, που δεν γνωρίζουμε από ποια σειρά προέρχονται. Ο στόχος πάντως του Μακρυγιάννη να δημοσιοποιήσει τα έργα του επιτεύχθηκε τελικά: το 1927 κυκλοφόρησαν λιθογραφημένα από τον Ελβετό φωτογράφο Fred Boissonnas, σε έκδοση του Γενναδίου. 

Τα κάδρα αποτελούν μοναδικές απεικονίσεις του ’21 με μάτια ελληνικά, με τεχνοτροπία ντόπια κάπου μεταξύ βυζαντινής παράδοσης και νεότερης λαϊκής τέχνης, αλλά αφήγηση εν τέλει πιο ρεαλιστική από τη δυτική εικονογραφία, διότι ήταν βασισμένη στην ακριβή απόδοση των συμβάντων. Είναι ιστορικές μαρτυρίες.

Μακρυγιάννης ο Αθηναίος

Πολιτάρχης στην Αθήνα και πρωταγωνιστής στο κίνημα που συντάραξε την πόλη το 1843.

Η σύνδεση του Μακρυγιάννη με την πόλη της Αθήνας προέκυψε μέσα από τις περιπέτειες μιας ζωής. Η Επανάσταση είναι αυτή που τον έφερε το 1823 στο πολεμικό πεδίο της Ανατολικής Στερεάς, ακολουθώντας τα βήματα του Οδυσσέα Ανδρούτσου.

Η πόλη, καθ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα, υπήρξε τόπος διεκδικούμενος. Ήταν ένα σταυροδρόμι στεριάς και θάλασσας, βορρά και νότου, με τον ίδιο τρόπο που στην αρχαιότητα η Αθήνα έγινε πολιτικό και στρατηγικό κέντρο. Επιπλέον, με το βάρος της ιστορίας της, διέθετε έναν συμβολισμό που αμέσως μετά την απελευθέρωση θα έκανε την ανακήρυξή της σε πρωτεύουσα περίπου αναγκαστική, κι ας υπήρχαν μεγαλύτερα αστικά κέντρα. 

Όταν ο Μακρυγιάννης διορίστηκε πολιτάρχης στην Αθήνα, μετά την ευτυχή κατάληξη των πολιορκιών της πρώτης φάσης της Επανάστασης, ήταν 26 ετών, διέθετε εμπειρία από την αστική και οικονομική ζωή της Άρτας και ήδη είχε αναδειχθεί σε αξιόλογο οπλαρχηγό. Με τα εφόδια αυτά, άσκησε μια εξουσία που μας παρουσιάζει επιτυχημένη στην τήρηση της τάξης, την καταστολή του εγκλήματος, τη λειτουργία των αγορών.  

Μεταφέρει και μερικά ενδεικτικά από τα συμβάντα που αντιμετώπισε. «Ήταν και κάτι αρχοντόπουλα κι’ αγαπούσαν τις γυναίκες· στανικώς πιάσαν ένα κορίτζι να το διατιμήσουν. Πήγα και τους έπιασα· την είχαν κρυμμένη σε μίαν κασσέλα μέσα… τους λέγω: “Εσείς, νοικοκυρόπουλα, είστε να βοηθήσετε κ’ εσείς να λευτερωθή ή πατρίδα, ή παντίδοι; Να σας πιάση στανικώς την αδερφή σας τόσες ημέρες να κάνη ένας το κέφι του καλά σας έρχεται; ∆εν τον σκοτώνετε τον αίτιον;” – Ναι, έλεγαν – “Εγώ δεν σας πειράζω, ούτε θέλω να μαθευτήτε. Το κορίτζι να το δικιώσετε. Όπου βρήτε γυναίκα, όπου σας θέλη μοναχή της, να πάτε ελεύθερα· στανικώς – σκοτωνόμαστε”».

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Θεός, πατρίδα, ελευθερία και δικαιοσύνη-13
Χαρακτικό του A. F. Stademann (1841, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα). Στη θέα αυτή από τον Αρδηττό φαίνονται αριστερά και τα δύο σπίτια του Μακρυγιάννη, το μεγάλο δίπατο και το παλαιότερο. Ο κήπος του κρύβεται από την υψομετρική διαφορά με το Ολυμπιείο. Πίσω διακρίνεται ακόμα ο Σερπετζές. 

Έπιασε έναν κλέφτη και τον φοβέριζε, αλλά του έδωσε και μία υπόσχεση: «Να μου δώσεις τα χρήματα και να σου δώσω τα βρετικά σου, ό,τι τά ’ύρες, δεν τά ’κλεψες· και να φάμε ψωμί μαζί και να πας εις την δουλειά σου». Τελικά ομολόγησε και ο Μακρυγιάννης τήρησε τον όρκο με τον δικό του τρόπο: «“Όσο να σ’ απολύσω, του είπα, θα τρώμε μαζί”. Εγώ είχα ανάγκη να τον βαστήσω μαζί μου πέντ’ έξι ημέρες, να μάθω γνώση αυτόν, να μη ματακλέψη ξένα χρήματα, και να λάβουν προσοχή κ’ οι άλλοι … Του φκειάνω κ’ ένα γκιουλέ ως πέντε οκάδες και βάνω επάνου εις τον γκιουλέ αυτά: “Όποιος θέλει να κλέβη, καθώς η αφεντιά του, ας τηράγη τον ίδιον· κι’ ας κλέβη όποιος αγαπάη”. Του πέρασα εις τον λαιμόν τον γκιουλέ, και τα γράμματα απάνου, τον πήγα εις την μέση στο παζάρι, οπού ’ναι η καμάρα του παζαριού, το ’δωσα μόνος μου εκατό ξυλιές και κάμποση ώρα κρεμασμένος από τα χέρια – ότι εκείνα έκλεψαν. Τον κατέβαζα, πηγαίναμε τρώγαμε ψωμί. Το δειλινό μισή ώρα κρεμασμένος και δέκα ξυλιές όσο οπού ’ρθε η ∆ευτέρα. Τελειώσαμε· φάγαμε μαζί, έπιαμε ως αδελφοί, το ’δωσα και τ’ αγώγι και τον έδιωξα. Εις τ’ Ανάπλι τον αντάμωσα και μό ’καμε ένα τραπέζι και μου συχώρεσε την μάννα και τον πατέρα, ότι έγινε τίμιος άνθρωπος και καζάντησε από την δουλειά του. Και τ’ αργαστήρια των Αθηναίων μέναν ανοιχτά τη νύχτα και κλεψιές δεν ματάγιναν».

Μόλις βγήκε πολυτραυματίας από την Αθήνα στη διάρκεια της μεγάλης πολιορκίας, κι ενώ η κάτω πόλη είχε ήδη καταληφθεί από τον Κιουταχή, δεν είχε διστάσει στην Αίγινα να κάνει συμβόλαια αγοράς μεγάλου κτήματος ακριβώς έξω από τον Σερπετζέ, εκεί που κόντεψε να πεθάνει και στην περιοχή που θα κατέληγε να πάρει το όνομά της από τον ίδιο. Από παλιά αθηναϊκή οικογένεια ήταν και η γυναίκα του, η Αικατερίνη Σκουζέ, με την οποία είχαν νωρίτερα παντρευτεί όταν εκείνος είχε έρθει τραυματίας από τη Μάχη των Μύλων το ’25. Το προικοσύμφωνο, που σώζεται, φέρει ημερομηνία 26 ∆εκεμβρίου. Μαζί θα έκαναν 12 παιδιά, από τα οποία μερικά μόνο επέζησαν. 

Αυτοί ίσως –μαζί με μια διαίσθηση ότι η Αθήνα θα γινόταν εν τέλει πολιτικό κέντρο– να ήταν οι λόγοι της επένδυσης σε τόπο πολιορκημένο. Το κτήμα εκτεινόταν από δίπλα στον χώρο των στύλων του Ολυμπίου ∆ιός μέχρι τη σημερινή οδό Μακρυγιάννη στα όρια του Μουσείου της Ακρόπολης, και από το τείχος κοντά στον σημερινό πεζόδρομο της ∆ιονυσίου Αρεοπαγίτου μέχρι την οδό Αθανασίου ∆ιάκου όπου εκβάλλει ο σταθμός του μετρό. Σε αυτή την τελευταία γωνία άρχισε μάλιστα να χτίζει και το πρώτο του σπίτι, όταν εγκαταστάθηκε μετά την απελευθέρωση. Το κτήμα όλο, σε αυτή την εξοχική περιοχή έξω από τα όρια της πόλης, φύτεψε ο ίδιος με δέντρα οπωροφόρα και κηπευτικά. 

Προοδευτικά ο Μακρυγιάννης έχτισε και δεύτερο, μεγαλύτερο σπίτι, πίσω από το πρώτο μέσα στο κτήμα. Καταγγέλθηκε μάλιστα ότι χρησιμοποίησε υλικά από τον Σερπετζέ, ο οποίος τότε κατεδαφιζόταν, χωρίς να λάβει άδεια από τους εργολάβους που είχαν αγοράσει το σχετικό δικαίωμα. Μάλιστα διακόσμησε την αυλή του με μωσαϊκό που απεικόνιζε την Επανάσταση.

Στο άκρο του κτήματος προς το Ολυμπιείο υπήρχε υψομετρική διαφορά με δύο σπηλαιώδεις κοιλότητες. Σήμερα έχουν κρυφτεί πίσω από τον ισόδομο τοίχο που χτίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα για να οριοθετήσει τον αρχαιολογικό χώρο από την πλευρά της λεωφόρου Αμαλίας που έκοψε το κτήμα. Εκεί ο Μακρυγιάννης διαμόρφωσε το καταφύγιό του. Η μία σπηλιά έγινε κελί «μοναστικό» και η διπλανή παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννου. Εδώ αποτραβιόταν για ώρες και ημέρες, έγραφε όταν ήταν καλά, έκανε τις ατελείωτες μετάνοιές του όταν υπέφερε από τα τραύματα, εδώ έλαβαν χώρα αρκετές από τις παραισθητικές εμπειρίες του, που αφηγείται στα Οράματα και Θάματα». Όμως εδώ ήταν και ο τόπος πολλών πολιτικών διεργασιών γύρω από την προετοιμασία της επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου. 

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Θεός, πατρίδα, ελευθερία και δικαιοσύνη-14
Σχέδιο του ζωγράφου Βίκτωρα Λάντσα με τον Μακρυγιάννη νεκρό, δημοσιευμένο από τον Βλαχογιάννη στα Απομνημονεύματα. 

Η κορυφαία πολιτική πράξη του ήταν πράγματι αυτό το κίνημα που συντάραξε την Αθήνα το 1843, υποκινημένη και οργανωμένη συνωμοτικά από τον Μακρυγιάννη. Το σπίτι του περικυκλώθηκε από στρατό, αλλά η παρέμβαση του συνταγματάρχη ∆ημητρίου Καλλέργη, στρατιωτικού επικεφαλής των κινηματιών, αποσόβησε την κατάσταση, πείθοντας τις δυνάμεις του Όθωνα να προσχωρήσουν σε αυτόν. 

Ο Στρατηγός είχε υπάρξει πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου της Αθήνας μέχρι να το διαλύσουν οι Βαυαροί επειδή ζητούσε «σύνταμα». Μετά έγινε βουλευτής εκπρόσωπος της Αθήνας για τη σύνταξη του νέου συντάγματος. Στο αίτημά του αυτό είχε μεγάλη συνέπεια και η εξουσία ποτέ δεν τον συγχώρεσε. «Ο Μακρυγιάννης είναι πάντα γι’ αυτούς ένα άγριο θηρίο που πρέπει να κλειστεί στο κλουβί». Οι κατηγορίες και φήμες τον θέλουν μέχρι και να έχει σχεδιάσει τη δολοφονία του Όθωνα. Σε κατ’ οίκον περιορισμό το ’52, γράφει στον Θεό: «Και δε μας ακούς και δε μας βλέπεις… Και να σκούζω νύχτα και μέρα από τις πληγές μου. Και να βλέπω δυστυχισμένη τη φαμίλια και παιδιά μου πνιγμένα στα κλάματα και ξυπόλητα… και έξη μήνες φυλακωμένος σε δυο αδρασκελιές κάμαρη… Και γιατρό να μη βλέπομε, ούτε ν’ αφήνουν κανένα να πλησιάσει να μας ιδεί… Όλοι θέλουν να χαθούμε. Μας κάνουν ανάκρισες ολουνών, κατ’ οίκον έρευνα, σπίτια, κατώγια, ταβάνια, κασέλες, εικόνες δικές σου… Και τις 13 τουτουνού του μήνα… ήρθε ο μοίραρχος με τη στολή του, όπου μας φύλαγε, και μου λέγει να πάγω στη φυλακή του Μεντρεσέ, όπου φυλακώνουν τους κακούργους…». 

Πέρασε πάνω από χρόνο στο κακόφημο κάτεργο, όπου τον βασάνισαν άγρια. Αλλά και «Αφού με λευτέρωσαν και πήγα στο χαλασμένο μου σπίτι και στην ταλαίπωρή μου οικογένεια… μ’ ανάδωσαν οι πληγές… Πήγα στη σπηλιά πού ’ναι στο περιβόλι μου να ξανασάνω… Μου ρίχνουν πέτρες και με χτυπούν και μαγαρσές ανθρώπινες απάνω μου: “Φάγε απ’ αυτές, στρατηγέ Μακρυγιάννη, να χορτάσεις πού ’θελες να κάμεις σύνταμα!”». 

Πλήρως δεν αποκαταστάθηκε ηθικά παρά μόνο λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατό του το 1864, μετά την έξωση του Όθωνα, οπότε και του αποδόθηκε ο οφειλόμενος τίτλος του αντιστρατήγου.

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Θεός, πατρίδα, ελευθερία και δικαιοσύνη-15
Ορειχάλκινος ανδριάντας του Μακρυγιάννη στη συμβολή των οδών Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Βύρωνος, έργο του γλύπτη Γιάννη Παππά (Shutterstock). 
Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή