ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΟΣ

Καραμπόλες

karampoles-2303136

Ποτέ δεν απέκτησα το θάρρος να μπω σε κάποιο σφαιριστήριο και να δοκιμάσω την τύχη μου στο παιχνίδι που έπαιζαν άνθρωποι όλων των ηλικιών, ειδικά νέοι με ψηλοκάβαλα τζιν και εφαρμοστά πουκάμισα.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 άνοιξε επί της Μαρίνου Αντύπα, στάση Λυκούργου, πάνω από την ημιυπόγεια αποθήκη-πωλητήριο καρυδιών και καρυδόψιχας της οικογένειας Κότσαρη, σφαιριστήριο, ισόγειο, γωνιακό, με τζαμαρία και σε κοινή θέα το τραπέζι του γαλλικού μπιλιάρδου, δύο ποδοσφαιράκια και στοιχειώδες αναψυκτήριο προς τέρψιν των θαμώνων. Μέχρι τότε, μπιλιάρδα ακούγαμε και μπιλιάρδα δεν βλέπαμε, καθώς οι εγκαταστάσεις τους βρίσκονταν σε υπόγειους χώρους, από τους οποίους έβγαινε σύννεφο η κάπνα όποτε άνοιγε η πόρτα και οι οποίοι χαρακτηρίζονταν από διακριτικές επιγραφές – η λέξη «μπιλιάρδα» ήταν γραμμένη κατακόρυφα.

Το να συχνάζει κανείς σε τέτοιους χώρους ήταν κατά την άποψη του πατέρα μου το ίδιο μεμπτό με το να κόβει βόλτες στις γειτονιές του Μεταξουργείου. Έτσι, ποτέ δεν απέκτησα το θάρρος να μπω σε κάποιο σφαιριστήριο και να δοκιμάσω την τύχη μου στο παιχνίδι που έπαιζαν άνθρωποι όλων των ηλικιών, ειδικά νέοι με ψηλοκάβαλα τζιν, εφαρμοστά πουκάμισα και τακούνια, και οι οποίοι με χάρη φυσούσαν το περισσευούμενο τεμπεσίρι από την τσόχινη άκρη της στέκας τους.

Χρόνια μετά και αφού απέκτησα το πρώτο μου PC, ανακάλυψα μια ηλεκτρονική έκδοση του σνούκερ, παιχνιδιού συναφούς με το μπιλιάρδο, οπότε άρχισα να βγάζω το άχτι μου παίζοντας μια παρτίδα με το που άνοιγα τον υπολογιστή και μία τουλάχιστον προτού τον κλείσω. Απέφυγα τις «κακοτοπιές» των σφαιριστηρίων, δεν έμαθα όμως ποτέ να παίζω με αντίπαλο, μια και πίσω από την εικόνα του παιχνιδιού στην οθόνη βρίσκεται το μηχάνημα. Σκληρός αντίπαλος συχνά, αλλά άψυχος, δεν πίνει, δεν καπνίζει, το ίδιο του κάνει αν χάνει ή αν κερδίζει. Εγώ όμως παθιάζομαι και όποτε κερδίζω, με αποζημιώνω με ένα μεταμεσονύκτιο σνακ. Το ίδιο βέβαια κάνω και όταν χάνω. Το σνακ σνακ, ως έπαθλο και ως τιμωρία. Κι έτσι βρίσκομαι πάντα κερδισμένος. Ή χαμένος.

*To άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον Γαστρονόμο Φεβρουαρίου, τεύχος 154.