ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΟΣ

Και οι NY Times πίνουν ρετσίνα!

kai-oi-ny-times-pinoyn-retsina-2171783

Το εθνικό μας κρασί βρίσκει στις σελίδες της αμερικανικής εφημερίδας την αναγνώριση που του αξίζει. Ο οινοκριτικός της, Eric Asimov, το συγκαταλέγει ανάμεσα στα 10 κρασιά που θα θυμάται από το 2016.

Μεταφράζω από το άρθρο του οινοκριτικού των New York Times, Eric Asimov:

«Τι εννοούμε λέγοντας το “καλύτερο” όταν μιλάμε για κρασί; Οχι βεβαίως τα “σπουδαιότερα”, καθώς τα σπουδαιότερα κρασιά μπορεί να μην είναι κατάλληλα για μια συγκεκριμένη περίσταση. Αυτό που κάνει ένα κρασί το “καλύτερο” είναι η στιγμή που επιλέγεις να ανοίξεις το μπουκάλι. Δεν είναι απλώς μια υπόθεση ποιότητας, παρόλο που η ποιότητα είναι πολύ σημαντική. Είναι ένας συνδυασμός, της περίστασης, της παρέας, του φαγητού που τρως και του τόπου όπου το τρως. Και τελικά αυτό που μετράει είναι η ανάμνησή σου.

»Συνεπώς αυτή δεν είναι μια λίστα με τα “10 καλύτερα” κρασιά, αλλά μάλλον μια απαρίθμηση των πιο αξιομνημόνευτων κρασιών που ήπια το 2016, κρασιών που δεν έχουν μόνο υπέροχη γεύση, αλλά έμειναν και στους νευρώνες μου για λόγους πιο περίπλοκους από το γεγονός ότι βρίσκονταν μέσα στο ποτήρι μου. Είναι “ταπεινά” και βαθύτατα. Τα απαριθμώ από το νεότερο στο παλαιότερο».

Eδώ ξεκινά ένας ύμνος για τη ρετσίνα που πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις. Οχι απλώς γιατί το επιχείρημα του Asimov ισχύει, αλλά γιατί έχουμε στα χέρια μας έναν θησαυρό που μπορούμε και πρέπει να «εκμεταλλευτούμε». Ευτυχώς το αντιλήφθηκαν κάποιοι Ελληνες οινοποιοί, όπως ο Στέλιος Κεχρής, με το Δάκρυ του Πεύκου, ή η εταιρεία Wines of Athens, που αναβάθμισε το Σαββατιανό, την ντόπια ποικιλία από όπου προέρχεται η αθηναϊκή ρετσίνα. Και τους δύο τους βράβευσε ο «Γ» γι’ αυτήν ακριβώς την προσπάθεια αξιοποίησης του «εθνικού» μας κρασιού. Σήμερα αρκετές εταιρείες φτιάχνουν ρετσίνα και από άλλες ποικιλίες, όπως η Γαία του Γιάννη Παρασκευόπουλου, στην οποία αναφέρεται ο οινοκριτικός, και δίνουν εξαιρετικά αποτελέσματα: ο Ροδίτης, το Ασύρτικο, ακόμα και το Ξινόμαυρο. Γνώση και καλή οινοποίηση ήθελε η ρετσίνα για να λάμψει και, όταν της συμπεριφερθήκαμε καλά, μας αντάμειψε με το παραπάνω.

Επιστρέφουμε στη μετάφραση: «Η ρετσίνα είναι ίσως ανάμεσα στα πιο περιφρονημένα κρασιά του κόσμου. Είναι ένα παραδοσιακό ελληνικό λευκό όπου προστίθεται το πικάντικο άρωμα ενός ρετσινιού από πεύκο. Από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνουν οι φοιτητές οινολογίας είναι ότι η ρετσίνα είναι φριχτή. Ενα ταξίδι στο Σαν Φρανσίσκο μού έδωσε τη δυνατότητα να ξανασκεφτώ αυτή την προκατάληψη. Σταμάτησα στη «Σούβλα», μια μικρή αλυσίδα εμπνευσμένη από τα σουβλατζίδικα στην Ελλάδα, όπου σερβίρουν εξαιρετικό ψητό κρέας. Στη λίστα υπήρχαν λίγα ελληνικά κρασιά και η διαβεβαίωση ότι “η ρετσίνα τους είναι πρώτης ποιότητας”. Δοκίμασα ένα ποτήρι.

»Τι αποκάλυψη! Η ρετσίνα, ένα non vintage (κρασί χωρίς έτος παραγωγής) από την Gaia, με ονομασία Ritinitis Nobilis, ήταν όμορφη, φωτεινή και ισορροπημένη, με διακριτά τα αρώματα του πεύκου. Ηταν ακόμα πιο γευστική με το ψητό αρνί και τη σαλάτα.  Σκέφτηκα πόσο εύκολο είναι να καταργήσεις παραδόσεις αιώνων όπως η ρετσίνα, αν δεν ταιριάζουν με τις σύγχρονες “ευαισθησίες”. Ομως για τον χώρο και το φαγητό, για το εστιατόριο «Σούβλα», ήταν το ιδανικό κρασί. Αργότερα, ο σομελιέ του εστιατορίου Betony στο Μανχάταν μού σέρβιρε ένα ποτήρι  χωρίς να μου πει ποιο είναι. Το αναγνώρισα αμέσως και πρέπει να πω ότι ταίριαζε απολύτως και στο συγκεκριμένο εστιατόριο, που σερβίρει σύγχρονη αμερικανική κουζίνα».

Τι χρείαν έχομεν μαρτύρων;

Αν οι New York Times, που φημίζονται για τη σημασία που δίνουν στο κρασί και στο φαγητό, που έχουν «μαζέψει» κάποιους από τους διασημότερους food writers, δεν ντρέπονται να προτείνουν τη ρετσίνα ακόμα και με αμερικανική κουζίνα, ας πάψουμε και εμείς να είμαστε οι «επαρχιώτες» που ντρέπονται για το χωριό τους. Ας καταλάβουμε ότι έχουμε στα χέρια μας έναν θησαυρό και ας τον βάλουμε στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι μας, τίποτα δεν πάει καλύτερα με μια γουρουνοπούλα στον φούρνο!