ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Και Κυριακή να μη λουστείς, αν θέλεις να προκόψεις

Στην οικογένεια του πατέρα μου ήσαν όλοι δεξιοί, ενώ στης μάνας μου όλοι αριστεροί. Όμως, αν σε κάτι ταίριαζαν αυτές οι δύο οικογένειες, αυτό ήταν η κοινή τους αντιπάθεια για την Εκκλησία. Όχι πως δεν υπήρχαν θρησκευάμενοι και στις δύο πλευρές ή πως δεν υπήρχε σεβασμός στα έθιμα του Πάσχα και σε ορισμένες νηστείες. Η αριστερή γιαγιά μου, μάλιστα, ήταν εξόχως αυστηρή με τη νηστεία του Δεκαπενταύγουστου. Μαρία η ίδια, πρόσεχε πολύ να μην έχει λάδι στις φακές την παραμονή της γιορτής της, ενώ κάθε που με συνόδευε να μεταλάβω, με έβαζε να ψάχνομαι στον καθρέφτη, να βρω εκείνο το «χρυσό δοντάκι» που μου έλεγε πως θα αποκτήσω μετά την κοινωνία.

Όμως, όλα κι όλα, με τους παπάδες δεν τα πήγαιναν καλά. «Να μην εξομολογηθείς ποτέ σε παπά, μόνο στον εαυτό σου», έλεγε ο αριστερός παππούς, ενώ ο δεξιός άλλαζε πεζοδρόμιο όταν περπατούσαμε μαζί έξω από εκκλησία. Και, σφίγγοντάς μου το χέρι λίγο παραπάνω από ό,τι συνήθως, γυρνούσε προς το μέρος μου και μου επαναλάμβανε κάπως δογματικά: «Κανείς δεν πρόσθεσε ούτε μία λέξη αλήθειας στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη. Ούτε ο Χριστός, ούτε ο Έγελος, ούτε ο Μαρξ. Να το θυμάσαι αυτό!».

Έτσι, εκείνη την Κυριακή που χάσαμε τη γιαγιά και είχε έρθει ο παπάς της ενορίας μας να μεσολαβήσει να συγχωρεθεί, βρέθηκα στον πρώτο μου μεταφυσικό καβγά. Ο παπα-Ευάγγελος χάιδευε τα μαλλιά της γιαγιάς, που την είχαμε τυλιγμένη με ένα σεντόνι, και κάτι έσκυψε και ψιθύρισε στο αυτί της, λες και τον άκουγε. Ο αριστερός παππούς έκλαιγε παραδίπλα, υποβασταζόμενος από τον δεξιό του συμπέθερο. Κι εκείνη την ώρα μπήκε η Ευγενία, μια παρακόρη που είχαν από τότε που θυμόμουν, με μια λεκάνη νερό να λούσει την ασάλευτη γιαγιά και με ένα μπουκάλι κρασί να την πλύνει κι έπειτα να την ντύσει με το καλό της το φουστάνι. Ο παπάς, σκυμμένος όπως προσευχόταν, δεν την είδε. Και μόνο όταν τον πήραν κάποιες σταγόνες από το νερό, σηκώθηκε εξαγριωμένος και, βάζοντας τον σταυρό στη μασχάλη, πήρε βίαια τη λεκάνη από τα χέρια της Ευγενίας. «Τετάρτη και Παρασκευή τα νύχια σου μην κόψεις και Κυριακή να μη λουστείς αν θέλεις να προκόψεις», απήγγειλε με τη βαθύτερη τελετουργική φωνή που είχε. Σάστισε η Ευγενία και έκανε ένα βήμα πίσω, αμίλητη. Όμως, σαν το ξανασκέφτηκε λιγάκι, σήκωσε τα μάτια με αυθάδεια και, κοιτάζοντάς τον κατά πρόσωπο, του είπε: «Και σε τι να προκόψει η νεκρή κυρά μου, παππούλη;». 

Οι δύο παππούδες κοιτάχτηκαν σαν έφηβοι σε συνωμοσία και άρχισαν να γελούν, όπως συχνά συμβαίνει στις πιο τραγικές στιγμές. Μόνο η μάνα μου μπήκε μπροστά, ίσως η λιγότερο θρήσκα από όλους, λέγοντας στην Ευγενία πως δίκιο είχε ο παπάς. Και δεν της το ’χα.

Δέκα χρόνια μετά, θα πηγαίναμε να υποδεχτούμε στο αεροδρόμιο τον θείο Νικήτα και τη θεία Αμπιγκέιλ, που έρχονταν διακοπές από την Αμερική. Ήταν Κυριακή και ο μπαμπάς είχε κατέβει να πλύνει το αυτοκίνητο. Μετά το Ελληνικό θα πηγαίναμε για ψάρι σε ένα ταβερνάκι στο Καβούρι, όπου πηγαίναμε πάντα τους ξένους που έρχονταν στην Αθήνα. «Έτσι λέτσος θα έρθεις;» μου φώναξε η μάνα μου, που δεν άντεχε τα τρύπια τζιν και τα άβαφτα παπούτσια μου. «Λούσου τουλάχιστον, βρομύλε», είπε γελώντας.

«Δεν κάνει, βρε μάνα, να λουστώ, Κυριακή είναι σήμερα. Θα σε αφόριζε ο παπα-Ευάγγελος αν ζούσε».

Το σκέφτηκε λίγο, μάλλον σοβαρά, κι έπειτα μου είπε ψύχραιμα: «Η Αμπιγκέιλ είναι προτεστάντισσα, τσακίσου να λουστείς»! ■

* Ο Γιώργος Κυριακόπουλος είναι στέλεχος επιχειρήσεων. Το βιβλίο του «Η τρισεγγονή της αραπίνας και άλλες ιστορίες» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις της Εστίας.