ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Ξημερώνει Κυριακή

«Μα αυτή η μαΐστρα είναι ίδια με τη δικιά μας στο σπίτι, στη Ζάκυνθο! Να λοιπόν γιατί το αγαπάς τόσο. Από την πρώτη στιγμή που ήρθες το αγάπησες αυτό το μέρος. Είναι η παιδική σου ηλικία. Τα πρώτα σου βήματα».

Έχει δίκιο η γυναίκα μου. Πράγματι, από αυτό το μακρύ δρομάκι με έφερε η μάνα μου στο πατρικό σπίτι, στον Πύργο της Ηλείας. Στο Ινστιτούτο του ΑΣΟ (σ.σ. Αυτόνομος Σταφιδικός Οργανισμός). Το διηύθυνε ο πατέρας μου. Βρισκόταν στην είσοδο της πόλης, απέναντι από το γήπεδο. Είχα γεννηθεί στην Αθήνα, στην Κλινική Μαντά στην Αχαρνών, σε πείσμα του γιατρού που ήθελε να με ρίξει με μια ένεση, μιας και η μητέρα ήταν «μεγαλούτσικη» και είχε ήδη ένα παιδί, τον αδερφό μου. Εκεί πέρασα τα τέσσερα πρώτα χρόνια της ζωής μου και νόμιζα ότι δεν θα θυμάμαι σχεδόν τίποτα. Έλα όμως που, απ’ ό,τι φαίνεται, πολλά μένουν κρυμμένα στο σώμα, στην καρδιά, στο μυαλό.

Αυτό το δρομάκι έπαιρνε για ακόμα μια φορά ο Μεντζέλος, ο άνθρωπός μας για όλες τις δουλειές, φέρνοντας με το ποδήλατο το καλοψημένο κυριακάτικο κοτόπουλο με πατάτες από τον φούρνο. Όμως σήμερα, μια Κυριακή πριν από περίπου 65 χρόνια, το κοτόπουλο ήταν φαίνεται πολύ περισσότερο αλανιάρικο από το κανονικό, καθώς κολύμπαγε ανάμεσα στα πετραδάκια, στη σάλτσα και στο χώμα. Αχ, βρε Μεντζέλο, που με το ποδήλατο αυτό πήγαινες κάθε μέρα στο σχολείο τον αδερφό μου˙ πρώτος στα φυτέματα, πρώτος στα ψώνια στην πόλη, φύλακας-άγγελος της οικογένειας. Βρε, έπρεπε να μας το πεις, γιατί, τι να κάνουμε, είχες κι εσύ τις ατυχίες σου. Σου έπεσε το ταψί καθώς το έφερνες. Έπρεπε να μας το πεις να μη χάσουμε και κανένα δόντι…

Πάλι Κυριακή νομίζω ήτανε, πολύ πρωί όμως αυτή τη φορά. Και πάλι πρωταγωνιστής ο Μεντζέλος, που στην είσοδο του πρώτου και τελευταίου αυτού ερευνητικού ιδρύματος για την ελληνική σταφίδα είχε ανακαλύψει ένα περίεργο φυτό, χωρίς ρίζα, μισοχωμένο στο χώμα, ιδιαίτερα σαρκώδες και κόκκινο σαν φωτιά. Άρον άρον ξύπνησε τον πατέρα μου για να εξετάσει αυτό το εύρημα, αυτό το είδος φυτού που δεν είχε ξαναδεί. Και ο φακός που πήρε εκείνος πραγματικά περίττευε, μιας και του ήταν προφανές πως το εξωτικό φυτό δεν ήταν παρά το λειρί του κόκορα, του άσπρου μεγάλου μας κόκορα, που είχε φάει η αλεπού την προηγουμένη. Το είχε θάψει εκεί στα γρήγορα απ’ ό,τι φαίνεται, για να ‘ρθει κάποια άλλη μέρα να το πάρει, απεφάνθη ο κυρ-Γεωπόνος. Ξυπνήσαμε όλοι και με θαυμασμό περικυκλώσαμε το μαρμάρινο τραπέζι του εργαστηρίου της Χημείας όπου γίνονταν οι μελέτες. Και αποφάσισε: το γέμισε δηλητήριο, νομίζω στρυχνίνη ήτανε, και ζήτησε, από τον Μεντζέλο πάντοτε, να το παραχώσει με προσοχή εκεί όπου το ‘χε βρει.

Μια, δυο μέρες μετά, δεν ξέρω, ίσως και την επομένη, ο Μεντζέλος έφτασε, ακολουθούμενος από άλλους εργάτες, με μια μεγαλούτσικη αλεπού. Τη βρήκε δηλητηριασμένη λίγα μέτρα πιο κει απ’ όπου είχε θάψει τον πολύτιμο θησαυρό της. Όλοι χάρηκαν γι’ αυτόν τον άθλο. Κόσμος πολύς ερχότανε να τη δει, ανάποδα κρεμασμένη, για παραδειγματισμό, στην είσοδο του Ινστιτούτου. Είχε, όπως έλεγαν, ξεκληρίσει μπόλικα κοτέτσια εκεί γύρω.

Μόνο εγώ, και αυτό το θυμάμαι καλά, δεν χαιρόμουνα. Με τρόμο, λύπη και απορία έβλεπα τα γυάλινα μάτια της να με κοιτάνε από κει ψηλά… Μάτια χάντρες σαν αυτά της βιζόν που φόραγε στον λαιμό της τις Κυριακές η μητέρα μου για να πάνε σινεμά στον Πύργο.

* Ο Μιχάλης Μεϊμάρης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος του Ινστιτούτου για τις Τεχνολογίες της Πληροφορίας στην Εκπαίδευση της UNESCO (UNESCO IITE).