ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Ο τυφλός και το λαχείο

Η Κυριακή έχει καταχωρισθεί μέσα μου σαν μια πολύπλοκη ιστορία. Μέρα αργίας ή στριμώχνεις σε αυτήν ό,τι δεν πρόλαβες τις καθημερινές; Δεν θα λύσω την απορία μου σήμερα, αλλά, τουλάχιστον, θα δημοσιοποιήσω τις συναισθηματικές εκκρεμότητες που έχω μαζί της… 

Άκουγα από παιδί για κυριακάτικες εκδρομές, γιορτινούς έρωτες, κυριακάτικα ρούχα, κυριακάτικο τραπέζι, βόλτες της Κυριακής, και πάει λέγοντας… Μεγάλη επένδυση δηλαδή… Περίμενα πολλά από αυτήν. Της είχα «αναθέσει» να δώσει αντίκρισμα σε επιθυμίες μου που δεν «χόρτασαν». Ενώ λοιπόν είχα πειστεί ότι «…διά τούτο ευλόγησε Κύριος την ημέραν την εβδόμην και ηγίασεν αυτήν», σταδιακά ταυτίστηκε στη σκέψη μου με τη ματαίωση. Μου επιβλήθηκε σαν σχέση που όλο υπόσχεται και ποτέ δεν «κάθεται»!

Στα χρόνια της εφηβείας, δεκαπεντάχρονος και απογοητευμένος από τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες, είπα να πάψω να της δείχνω εμπιστοσύνη. Έτσι, εκεί που είχαμε τακτοποιήσει τη «συνάφειά» μας, ήρθε μια Κυριακή που έφερε τα πάνω κάτω… 

Πρωινό Σεπτέμβρη του ’68. Ξεκινάω για Αθήνα με τα πόδια. Κατηφορίζω την Κυψέλης. Στρίβω. Παλαιά Σχολή Ευελπίδων. Προσπερνώ το μπρούντζινο άγαλμα εφήβου στο κέντρο της αλάνας. Έργο του Απάρτη. Φυτεμένες περιφερειακά του πάρκου πικροδάφνες. Διαχέομαι! Στο Άλσος Οικονομίδη, ένας ηλικιωμένος τακτοποιεί τις καρέκλες. Προσπερνώ προτομές ηρώων του ’21. Το Πεδίον του Άρεως ακόμη ησυχάζει. Η Πατησίων με υποδέχεται. Στο Μουσείο πίνουν καφέ με επιτηδευμένη νωχέλεια. Αστυνομικά όργανα επιβάλλουν τάξη σε άτακτες προθέσεις. Καταπίνουν ό,τι κινείται. Άρματα πιέζουν τον ασφαλτοτάπητα. Θορυβούν. Κοντοστέκομαι γωνία Πατησίων και Πανεπιστημίου. Απασχολεί το βλέμμα μου ένας τυφλός άνδρας. Στέκεται δίπλα στον μεταλλικό στύλο του φαναριού. Επεξεργάζομαι αν πρέπει να τον βοηθήσω να περάσει απέναντι. Μεταθέτω την ευθύνη σε κάποιον περισσότερο «φιλάνθρωπο» από εμένα. Το καφεκοπτείο Λουμίδη, αν και κλειστό, σκορπίζει μυρωδιές. Βαθιά εισπνοή. Ανηφορίζω τη Σταδίου. Η σκέψη επανέρχεται στον τυφλό. Στις παρυφές του ψυχισμού μου, ένοχο συναίσθημα παίρνει θέση: «Κι αν δεν προθυμοποιηθεί κανείς να τον περάσει απέναντι;». Διακόπτω τη διαδρομή. Επιστρέφω στο σημείο όπου τον συνάντησα. Ούτε ένας δεν τον φρόντισε! Παραμένει θλιβερά μόνος στο φανάρι. Με ξεσηκωμένα τα «αλτρουιστικά» μου (!) τον πλησιάζω…

«Κρατηθείτε από το χέρι μου. Πού θέλετε να πάτε;» 

«Πουθενά. Πουλάω λαχεία».

Εκείνος δεν με βλέπει. Εγώ όμως έχω κοκκινίσει. Νιώθω ανόητος. Εκτός από τη δικτατορία της εποχής, αντιμετωπίζω ολοκληρωτικά και την ντροπή μου. Βιώνω αίσθημα υπερβολικά άβολο. Χώνω αμήχανα το χέρι στην τσέπη. Κουδουνίζουν ελάχιστες δραχμές. Υπολογίζω με την αφή. Ζητώ να μου δώσει ένα λαχείο. «Πάρε όλη τη σειρά». Επιμένω στο ένα, αφού μόνο γι’ αυτό φτάνουν τα κέρματά μου. Το παίρνω κι εξαφανίζομαι τρέχοντας. Είμαι σίγουρος πως έχω εκτεθεί δημόσια…

Λίγες μέρες αργότερα, αυτό το λαχείο κέρδισε περίπου ένα εκατομμύριο δραχμές! Ποσό ιδιαίτερο για τις προδιαγραφές ενός δεκαπεντάχρονου της εποχής και τη μικροαστική οικογένειά του. Περισσότερο σημαντικό, όμως, επειδή αυτή η Κυριακή υπήρξε αντιτραυματική στις προσδοκίες μου…

Τώρα που σας παραμύθιασα για τη δικαίωση των ανυστερόβουλων προθέσεων και αισθημάτων, κατανοείτε ότι έστησα σκηνικό και αφηγήθηκα αυτό που θα ήθελα να υπάρχει στις μυθοποιημένες Κυριακές μου. Όχι σώνει και καλά οικονομικά οφέλη, αλλά αντιματαιωτικά συμβάντα. 

Κάποιες αλήθειες χρειάζεται να μυθοποιηθούν. Μερικοί μύθοι, για να σαγηνεύσουν, χρειάζεται να αποκτήσουν αληθοφάνεια… Καληνύχτα! ■