ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Αλμυρές Κυριακές

Όλες οι Κυριακές μύριζαν λιβάνι και θυμίαμα, απαρέγκλιτα. Ιδίως οι καλοκαιρινές είχαν ένα μάλλον πιο ιδιαίτερο τυπικό. Φρέσκα ρούχα, διπλωμένα στη σάλα να πάρουν επισημότητα, καθαριότητα και πρωινές τρυφεράδες. Μετά, πεταγόμαστε στη μέρα με τον ήλιο να μας παραδίδει σχεδόν χαιρέκακα στη ζέστη της πυρωμένης ασφάλτου και του γκρι τσιμέντου. Ευτυχώς για εμάς, το μαρτύριο κρατούσε λίγο, μιας και η ενορία μας, ο Άγιος Αρτέμιος, στρατηγικά χωροθετημένος επί της Φιλολάου, απείχε περίπου ένα χιλιόμετρο. Βρισκόμασταν ασθμαίνοντας οι γυναίκες στον γυναικωνίτη και εγώ στο ιερό. Η εβδομαδιαία επικοινωνία μου με το θείο είχε μόλις αρχίσει. 

Μπαίνοντας στην εκκλησία, σε έπαιρνε μια γλυκιά μυρωδιά αναμεμειγμένη με τη δροσιά του μυστηρίου. Μετά, και για περίπου δύο ώρες, όλες οι υποχρεώσεις, ανάλογα με την Κυριακή, σε έκαναν να ξεχνιέσαι και να νιώθεις δοσμένος στο ξεχωριστό. Μετά τη λειτουργία, το ιδανικό για μένα ήταν οι κηδείες. Με την αλαζονεία του πρόσκαιρα αθανάτου, παρατηρούσα τους θλιμμένους συγγενείς. Άλλοι αμέσως σου έδιναν την εντύπωση του πραγματικού πόνου και άλλοι απλώς προσποιούνταν. Αυτά τα μυστήρια είχαν και τη μεγαλύτερη ωφέλεια για ένα εντεκάχρονο σαν κι εμένα, μου έδιναν το βήμα μιας απόκοσμης εξουσίας πάνω σε δυστυχείς και ανήμπορους ανθρώπους, χτυπημένους, τις περισσότερες ευτυχώς φορές, από την κανονικότητα του μοιραίου. 

Μόλις έβγαινα πάλι πίσω στον ήλιο, αμέσως το σκηνικό άλλαζε. Ήταν καλοκαίρι και περίπου κάθε Κυριακή, τουλάχιστον εκείνη τη χρονιά, είχα εκδρομή για μπάνιο στο εξωτικό Καβούρι, τη Ριβιέρα της Αθήνας. Έφτανα στο σπίτι σχετικά νωρίς για απλό πρωινό και μετά μπανιερά και στη στάση. Το λεωφορείο, ναυλωμένο από τοπικό πρακτορείο εκδρομών, πάντα ένα Mercedes πράσινο με καφέ καθίσματα που όλο το καλοκαίρι μύριζε κιτρολέμονο – αυτή ήταν η οσμή που ανέδιδαν μικρά πράσινα χάρτινα δεντράκια ποτισμένα με το συγκεκριμένο άρωμα. Καθώς τρέκλιζε στη Συγγρού, πάντα φρόντιζαν να με ξυπνήσουν όταν έπαιρνε τη Βουλιαγμένης, στο ύψος του Αγίου Κοσμά. Δέντρα, πεύκα που μύριζαν καλοκαίρι και τζιτζίκια αμέτρητα, που κάλυπταν με τον μονότονο ήχο τους την κίνηση των αυτοκινήτων. 

Μόλις φτάναμε, ήμασταν όλοι ανυπόμονοι να βουτήξουμε. Βγάζαμε πρόχειρα τα ρούχα μας και, μόλις απελευθερωνόμαστε, παίρναμε φόρα για τη βουτιά. Η αίσθηση του κρύου νερού σού έδινε αμέσως την αίσθηση της ελευθερίας και του αλατιού. Μετά από λίγες απλωτές, βρισκόμασταν στο μπλε της θάλασσας, η οποία μας αγκάλιαζε, υγρή και δροσερή, όπως ακριβώς το είχαμε φανταστεί. Μέναμε για ώρα στο Καβούρι, που μύριζε νησί και οι μικροί χωματόδρομοί του σε έβγαζαν σε απροσδόκητες οάσεις γεμάτες πεύκα και καλαμιές. 

Εκείνες οι Κυριακές ήταν πραγματικές Κυριακές, ήταν γεμάτες από αντιθέσεις και αισθήσεις που εναλλάσσονταν σχεδόν μυθιστορηματικά. Στο Καβούρι, εκείνες τις Κυριακές διάβασα τα περισσότερα κόμικς του αγαπημένου Λούκι Λουκ και των Αστερίξ και Οβελίξ. Εκείνες οι Κυριακές είναι ακόμη χαραγμένες στον τρόπο που ανοίγω τα μάτια μου τις Κυριακές τα καλοκαίρια, ψάχνοντας τα ρούχα μου στη σάλα. ■

* Ο Δημήτρης Μαρούλης είναι καθηγητής αγγλικής γλώσσας και διδάσκει στη Νάξο.