ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Κρίση: αποσπάσματα μιας εποχής

mich2012

Στην αρχή, τον πρώτο καιρό της κρίσης, πίστευα ότι η δική μου η γενιά ήταν η πιο άτυχη. Είχαμε μόλις τελειώσει με τις σπουδές, ήμασταν έτοιμοι να βγούμε στην αγορά εργασίας, να ζήσουμε με τους όρους μας τα καλύτερά μας χρόνια. Φυσικά, αυτή δεν ήταν παρά μια συναισθηματική προσέγγιση, επειδή ως είδος την έχουμε αυτή την τάση να περιστρεφόμαστε γύρω από τον εαυτό μας. Δεν υπήρξε καμία γενιά πιο άτυχη από καμία άλλη. Καμία ηλικιακή ομάδα. Καμία ομάδα γενικά. Ούτε οι νέοι, ούτε οι συνταξιούχοι, ούτε οι οικογενειάρχες, ούτε οι κάτοικοι της επαρχίας, κανείς. Την κρίση την περάσαμε ως χώρα όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά μόνος του. Άλλους απλώς τους δυσκόλεψε, άλλους τους εξάντλησε, άλλους τους διέλυσε. Κάποιους άλλους τους έδιωξε. Περίπου μισό εκατομμύριο άνθρωποι έφυγαν από τη χώρα αυτά τα χρόνια και βρήκαν στο εξωτερικό, οι περισσότεροι, καλύτερες συνθήκες. Το ένα τους μάτι ήταν εδώ, πάντως, διάβαζαν τις ελληνικές ειδήσεις, μιλούσαν καθημερινά με τους οικείους τους, έρχονταν στις γιορτές, το Πάσχα, για διακοπές. «Πώς τα πάτε εδώ;» Ήξεραν πολύ καλά την επικαιρότητα, αλλά κάτι δεν μπορούσαν να καταλάβουν κι εμείς δεν μπορούσαμε να τους το εξηγήσουμε. Η κρίση αυτών των ετών μπορεί να περιγραφεί μέσα από έρευνες και στατιστικές, μέσα από τις πολιτικές εξελίξεις, μέσα από προσωπικές ιστορίες, μέσα από φωτογραφίες, αλλά τίποτε από αυτά δεν μεταφέρει το σκυθρωπό βλέμμα του διπλανού μας στο λεωφορείο το πρωί ή το πώς μετρούσε τα δίλεπτα ο μπροστινός μας στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. 


Ουρά μπροστά σε ΑΤΜ στο κέντρο της Αθήνας, τον Ιούλιο του 2015, λίγο μετά την επιβολή των capital controls. © Matthew Lloyd / Getty Images / Ideal Image

 Πως φτάσαμε έως εδώ

«Θα σου πω εγώ». Σε πρώτο ενικό και αποφασιστικά. «Θα σου πω εγώ ποια είναι η λύση». Υπήρξε χαρακτηριστικό αυτών των ετών να νομίζουμε όλοι ότι ξέρουμε. «Θα σου πω εγώ πώς φτάσαμε έως εδώ». Η απάντηση ήταν πολύ εύκολη. Φτάσαμε έως εδώ εξαιτίας «αυτών που μας κυβερνούσαν». Και μετά κάποιος είπε: «Ναι, αλλά εσείς τους ψηφίσατε». Και κάποιος άλλος είπε: «Μαζί τα φάγαμε» ή, κατά λέξη, «τα φάγαμε όλοι μαζί». Η φράση αυτή του τότε αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Θεόδωρου Πάγκαλου, αγγίζει πλέον τα όρια του μύθου και αναπαρήχθη όσο καμία άλλη αυτά τα χρόνια, προκαλώντας ατελείωτη οργή, ενώ λειτούργησε άτυπα και ως η αφετηρία μιας κατάστασης που το «μαζί» δεν θα ήταν στο εξής μία από τις λέξεις που θα μας ταίριαζαν. 

Χωριστήκαμε. Οι μέσα στη Βουλή και οι έξω. Οι Αγανακτισμένοι της επάνω πλατείας με τις ελληνικές σημαίες και οι Αγανακτισμένοι της κάτω πλατείας με την Άμεση Δημοκρατία. Αυτοί που «κλείνουν τον δρόμο και δεν μπορούμε να περάσουμε» και αυτοί που «δεν τους νοιάζει αν θα ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα». Η παλιά γενιά που «τα έφαγε», που «τους ψήφισε», που «ήξερε, αλλά δεν μίλαγε» και η νέα γενιά που «τα βρήκε όλα έτοιμα», που «έχει γνώμη από τον καναπέ», που «κρίση, κρίση, αλλά οι καφετέριες γεμάτες». Αυτοί που έβγαλαν τα λεφτά τους στην Αγγλία, την Ελβετία ή την Κύπρο κι αυτοί που τα άφησαν τρέμοντας στις ελληνικές τράπεζες. Αυτοί που έπαιζαν το παιχνίδι «με ή χωρίς απόδειξη» με τον γιατρό, τον ξενοδόχο ή τον ηλεκτρολόγο και εκείνοι που πλήρωναν κάτι παραπάνω γιατί «έτσι φτάσαμε έως εδώ». Και όσο τα μέτρα λιτότητας αυξάνονταν, μαζί με την ανασφάλεια και την απελπισία, μεγάλωνε και η αίσθηση του διχασμού που κάποιο καιρό αργότερα κορυφώθηκε ανάμεσα στους «ναι» και τους «όχι» του δημοψηφίσματος. 

Εκτός από το δημοψήφισμα που έγινε, υπήρξε κι εκείνο που δεν έγινε το 2011, είχαμε επίσης έξι εκλογικές αναμετρήσεις, από τις οποίες προέκυψαν κυβερνήσεις κάθε λογής, ψηφίστηκαν τρία μνημόνια και παρατηρήθηκαν πρωτοφανείς ανακατατάξεις στο πολιτικό τοπίο. Και μπορεί η περίοδος να ήταν πολύ ιδιαίτερη και αυτό να λειτουργεί ως δικαιολογία, αλλά τόσο εντός της Βουλής όσο και εκτός, στις συζητήσεις μας, στην αιμοδιψή κοινότητα των κοινωνικών δικτύων, στα τηλεοπτικά παράθυρα, ο διάλογος που καταγράφηκε μας κατέδειξε κατώτερους των περιστάσεων. Ταΐσαμε τον εγωισμό μας και δεν αντισταθήκαμε στις μικρότητες ούτε στις πιο ιερές στιγμές, τις πιο μεγάλες τραγωδίες· από τη Μarfin μέχρι το Μάτι, το μοτίβο της αφήγησης ήταν το ίδιο: έλλειψη ψυχραιμίας, έλλειψη ποιότητας, έλλειψη αξιοπρέπειας. Άλλωστε μόνο σε μια ασθενική κοινωνία μπορεί να απλωθεί ένα καρκίνωμα όπως αυτό της Χρυσής Αυγής, με τα γνωστά ολέθρια αποτελέσματα. Θέλω να πω ότι υπάρχουν πολλά για τα οποία δεν θα έπρεπε να είμαστε περήφανοι αυτά τα χρόνια, αλλά υπάρχουν και κάποια για τα οποία θα έπρεπε να ντρεπόμαστε.  


Υπερωρίες στο Υπουργείο Οικονομίας τον Νοέμβριο του 2012, λίγο μετά την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου προγράμματος. © REUTERS/John Kolesidis    

Μια αφιλόξενη χώρα

Η Ελλάδα της κρίσης υπήρξε αφιλόξενη. Μπορούσες να το διακρίνεις παντού. Από τις παρατημένες οικοδομές μέχρι τις άδειες βιτρίνες στους εμπορικούς δρόμους. Σε γενικές γραμμές, οι μόνες επιχειρήσεις που έμοιαζαν να ευδοκιμούν ήταν τα σουβλατζίδικα και τα ανταλλακτήρια χρυσού, που γέμισαν μια εποχή τους δρόμους και απορρόφησαν κοσμήματα, οικογενειακά κειμήλια, ακόμα και δόντια. Οι δε τοίχοι έγιναν κίτρινοι από τα αυτοκόλλητα των «Ενοικιάζεται» και «Πωλείται». Όλοι ξέρουμε κάποιον που σώθηκε πουλώντας το πατρικό του, κάποιον που έμεινε σε ένα τριάρι στο Κολωνάκι για 300 ευρώ, κάποιον άλλον που αγόρασε ένα διαμέρισμα «τσάμπα» – υπήρξαν και αυτοί που εκμεταλλεύτηκαν τις συγκυρίες ή όσους είχαν ανάγκη. Για τους ιδιοκτήτες, πάντως, τα ακίνητα υπήρξαν ευχή και κατάρα: από τη μια παρείχαν μια ανακούφιση, ειδικά τον καιρό που το να έχεις «λεφτά στην άκρη» δεν ήταν ιδιαίτερα ασφαλές, από την άλλη όμως υπέφεραν από το «χαράτσι» και τον ΕΝΦΙΑ. Όσο για τους ενοικιαστές, από εκεί που μπορούσαν να μείνουν «σε καλή περιοχή» πληρώνοντας περίπου το μίνιμουμ, βρέθηκαν να δίνουν «πέντε νοίκια μπροστά» για ένα σπίτι με παλιά κουφώματα – το Airbnb άλλαξε το τοπίο εντελώς, δίνοντας μια τελευταία, παράδοξη νότα σε μια κατάσταση μη κανονική.

Όλοι επίσης ξέρουμε ή έστω ακούσαμε για κάποιον που έδωσε τις πινακίδες του και πάρκαρε το αυτοκίνητό του επ’ αόριστον σε κάποιο γκαράζ, κάποιον που έτρωγε για καιρό μόνο μακαρόνια, που έβγαλε τους χειμώνες χωρίς πετρέλαιο, που ψώνισε από τα κινέζικα, αλλά δεν το παραδέχτηκε ποτέ, που δεν σήκωνε το τηλέφωνό του όταν έβλεπε άγνωστο νούμερο, γιατί «θα ’ναι απ’ την τράπεζα», κάποιον που στηνόταν έξω από το φαρμακείο ζητώντας από αγνώστους να του αγοράσουν τα φάρμακά του. Όλοι ξέρουμε και κάποιον που ήξερε κάποιον άλλο που είχε έναν φίλο που δούλευε στο υπουργείο ή στις Βρυξέλλες ή κάπου, τέλος πάντων, και κάποια στιγμή «έμαθε» ότι πρέπει να αγοράσουμε προμήθειες «γιατί θα πεινάσουμε». Οι θεωρίες συνωμοσίας έδιναν κι έπαιρναν, άλλες λογικές και άλλες απίθανες. Ότι όλα είναι ένα σχέδιο εξόντωσης. Ότι μας ψεκάζουν. Ότι γενικά κάτι μας κρύβουν. Δεν πρέπει να υπήρξε φορά που να μπήκα σε ταξί και, αφού είπα τι δουλειά κάνω, να μη με ρώτησε ο οδηγός «αν ξέρω κάτι».


Περιμένοντας να ανοίξουν οι πόρτες για το συσσίτιο του Ιδρύματος Γαλήνη στο Μεταξουργείο, τον Μάρτιο του 2015. © Υannis Behrakis    

Στις ουρές των ΑΤΜ

Οι καλύτερες συζητήσεις πάντως έγιναν στις ουρές μπροστά από τα ΑΤΜ μετά την επιβολή των capital controls, τότε που κοιμόμασταν και ξυπνούσαμε με την απειλή του Grexit. Ξαφνικά εκείνη την περίοδο είχαμε όλοι γίνει εξπέρ στην οικονομία και στην πολιτική, ξέραμε πότε συνεδριάζει το Eurogroup και τι είναι τα spreads, διατυπώνονταν σχεδόν μηχανικά διάφορες αόριστες κατάρες προς τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε, κάποιοι συμπαθούσαν λίγο τον Γιουνκέρ ή τον Ολάντ, αλλά πολύ λίγοι τον Ντάισελμπλουμ ή τον Ντράγκι, αρκετοί μπορούσαν να αναλύσουν με λεπτομέρειες το μοντέλο της Ισλανδίας και τι ακριβώς έγινε στην Αργεντινή. Θυμάμαι έναν κύριο που έπειτα από μια πολύ σύντομη κουβέντα μου είπε ότι είναι πεπεισμένος ότι «στο τέλος θα μας σώσουν οι Ρώσοι». 

Το καλοκαίρι του ’15 τα εισοδήματά μας πια είχαν μειωθεί κατά 40% σε σχέση με την αρχή της κρίσης, η ανεργία έφτανε στο 27%, ένας στους τρεις Έλληνες ζούσε σε συνθήκες φτώχειας, από την Ευρώπη έβγαινε μια αίσθηση ότι «μας κουράσατε», διέρρεαν σενάρια περί δραχμής και «plan b» και, σε αυτές τις συνθήκες, η Ελλάδα βρισκόταν στο προσκήνιο μιας άλλης κρίσης, παράλληλης με την οικονομική, αλλά επίσης διχαστικής, καθώς για άλλους ήταν «μεταναστευτική» και για άλλους «προσφυγική». Και πάλι οι αντιδράσεις υπήρξαν ποικίλες: κάποιοι διαμαρτυρήθηκαν, κάποιοι τρόμαξαν, κάποιοι ξέσπασαν, κάποιοι έτρεξαν να βοηθήσουν, κάποιοι απλώς φωτογραφήθηκαν.   


Κλειστά καταστήματα και απεριόριστη προσφορά ενοικιαζόμενων ακινήτων – μία από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες της κρίσης ©AP Photo/Petros Giannakouris

Όσα δεν γυρίζουν πίσω

«Το καλό της κρίσης είναι ότι θα μάθουμε να ζούμε με λιγότερα» – κάποιος το είπε αυτό, κάποιος άλλος το πίστεψε, διαδόθηκε ως άποψη, μια εποχή το ακούγαμε συνέχεια. Η αλήθεια είναι ότι ψωνίζοντας μόνο τα απαραίτητα, ψάχνοντας προσφορές και συγκρίνοντας τιμές, εξοικονομήσαμε περίπου το 1/4 των χρημάτων που ξοδεύαμε στα σούπερ μάρκετ την προηγούμενη δεκαετία. Μπορεί να στερηθήκαμε κάποια πράγματα, αλλά «μάθαμε να ζούμε με λιγότερα». Φυσικά, αυτό δεν είναι κάτι που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα σε κάποιον που έχασε τη δουλειά του ή το σπίτι του και βρέθηκε ξαφνικά να περιμένει στη σειρά για το συσσίτιο.

Σε λοιπές καθημερινές συνήθειες, όπως ήταν λογικό, έγιναν κάποιες εκπτώσεις στην ποιότητα (ή ακόμα και στην ποσότητα) του φαγητού, το κάπνισμα μειώθηκε λίγο, όμως αυξήθηκαν η κατανάλωση αλκοόλ, ο τζόγος και τα διαζύγια, με την περιρρέουσα τοξικότητα να απλώνεται αναπόφευκτα ανάμεσα στα ζευγάρια. Αυξήθηκε κατακόρυφα, επίσης, η κατανάλωση αντικαταθλιπτικών, αγχολυτικών και αντιψυχωσικών φαρμάκων. «Μάθαμε να ζούμε με λιγότερα», μάθαμε να ζούμε θυμωμένοι, να είμαστε εσωστρεφείς, ανασφαλείς, ηττοπαθείς.   

Κάποια πράγματα δεν γυρίζουν πίσω. Η ψυχική μας υγεία. Οι αποταμιεύσεις μιας ζωής. Οι οικογένειες που διαλύθηκαν. Τα όνειρα που πήγαν χαμένα. Η φυσιογνωμία της χώρας. Τα στοιχειώδη εργασιακά μας δικαιώματα: «τουλάχιστον έχω δουλειά». Αυτά όλα χάθηκαν κάπου ανάμεσα στο Καστελλόριζο και στην Ιθάκη, και η «ανάπτυξη» δεν θα τα φέρει πίσω. Αυτά όλα πάνε. Κυρίως, όμως, δεν γυρίζει πίσω ο χρόνος. Σκεφτείτε το. Ως διά μαγείας να ξαναβρισκόμασταν στο 2009, να μην υπήρχε κρίση, και να είχαμε μπροστά μας μια δεκαετία να την περάσουμε σαν άνθρωποι. Σε πρώτο πληθυντικό και αποφασιστικά. Να φτάναμε στο σήμερα και να είχαμε να αναπολήσουμε ζωή. ■