ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Ο Αμάρ, που αγαπάει τη ζωή και τους ανθρώπους

_dsc6741

Είναι καλοκαίρι του 2012 και στα χωράφια των χωριών γύρω από την πόλη Μανμπίτζ (αρχαία Ιεράπολη) της Συρίας χρυσίζουν τα στάχυα και οι καλαμποκιές χορεύουν στο απαλό αεράκι. Οικογένειες ολόκληρες δουλεύουν τη γη, ετοιμάζοντας τη συγκομιδή ή φροντίζοντας τους λαχανόκηπους. Στο σπίτι της οικογένειας Αλτζασίμ ζουν μονοιασμένοι οι γονείς και τα επτά αδέλφια, μοιράζοντας τον χρόνο τους ανάμεσα στις σπουδές και τις δουλειές. Ο μεγάλος γιος, 21 χρονών, θέλει να σπουδάσει ηλεκτρολόγος μηχανικός στο Χαλέπι, αλλά αναγκάζεται να κρυφτεί στην ύπαιθρο, γιατί είναι σε ηλικία στράτευσης και οι κυβερνητικές δυνάμεις «χτενίζουν» τις μεγάλες πόλεις, αναζητώντας τους στρατεύσιμους που θα επανδρώσουν τις τάξεις τους. Τρία χρόνια κάνει υπομονή, δουλεύοντας στα χωράφια. Τον Απρίλιο του 2015 είναι πια 24 ετών και μαζί με τον 22χρονο αδελφό του ακολουθούν τη συμβουλή του πατέρα και περνούν παράνομα στην Τουρκία. Εγκαθίστανται στο Αντέπ, όπου πέντε μήνες μετά έρχεται και ο 17χρονος αδελφός τους. Δεν μπορούν όμως να βρουν δουλειά. Είχαν αργήσει, σκέφτονταν, η πόλη ήταν γεμάτη πρόσφυγες που είχαν έρθει μήνες πριν και είχαν πιάσει τις δουλειές. Αποφασίζουν να φύγουν για την Κωνσταντινούπολη, όπου ο μεγαλύτερος στέκεται τυχερός και βρίσκει δουλειά σε ένα εστιατόριο ως σεφ. Του αρέσει η μαγειρική, ιδιαίτερα η τουρκική και η ιταλική κουζίνα. Σιγά σιγά εξασφαλίζει θέσεις εργασίας και στα δύο αδέλφια του. Το μέλλον μοιάζει να τους χαμογελά.

Από τη Σμύρνη στη Χίο

Άρχισε να σκέφτεται την προοπτική του ταξιδιού στην Ευρώπη λίγους μήνες αργότερα, μετά το τηλεφώνημα ενός φίλου, παλιού γείτονα στο χωριό, ο οποίος ζούσε πια στη Σμύρνη. Έμεινε στη δουλειά όσο χρειάστηκε για να συγκεντρώσει τα χρήματα τα οποία θα χρειαζόταν για τα «ναύλα» που θα πλήρωνε στους λαθρεμπόρους και όσα ακόμα μπορούσε να αποταμιεύσει. Τον Οκτώβριο του 2017 φτάνει στη Σμύρνη και κλείνει θέση σε μια βάρκα για τη Λέσβο. Τρεις φορές ξεκίνησαν και τρεις φορές τούς σταμάτησε το Λιμενικό μεσοπέλαγα και τους ζήτησε να γυρίσουν πίσω στις τουρκικές ακτές. Το σκέφτηκε καλά και ζήτησε από τους λαθρεμπόρους να του βρουν βάρκα για τη Χίο. Χρειάστηκε να περιμένει ώσπου να προκύψει «δρομολόγιο». Λίγες ημέρες αργότερα, τον ειδοποίησαν να ετοιμαστεί και του έδωσαν σημείο συνάντησης. Εκατόν τριάντα άτομα μεταφέρθηκαν με φορτηγά στην ακτή, όπου περίμεναν τρεις βάρκες. Το σύνθημα να ξεκινήσουν δόθηκε με το πρώτο φως της αυγής: «Λοιπόν, βλέπετε εκεί απέναντι τη Χίο, είναι εύκολο να οδηγήσετε τη βάρκα, να, ορίστε, έτσι. Θα τραβήξετε κατευθείαν για το νησί», τους είπαν και ξεκίνησαν. Σαράντα λεπτά αργότερα, ήταν πενήντα μέτρα από την ακτή. Μερικές γυναίκες με μωρά στην αγκαλιά ήταν οι πρώτες που είδαν τους άντρες του Λιμενικού που τους περίμεναν στην παραλία. Άρχισαν να φωνάζουν τρομαγμένες, πανικοβλήθηκαν ότι δεν θα τους αφήσουν να πλησιάσουν και θα πρέπει να γυρίσουν πίσω. Με τις φωνές τους ενώθηκαν το κλάμα των παιδιών και τα βογγητά απελπισίας των αντρών, που έβλεπαν τις ελπίδες τους να διαψεύδονται και πάλι. Όμως οι λιμενικοί, φοβούμενοι ότι λόγω της αναστάτωσης οι βάρκες μπορούσαν να αναποδογυρίσουν, τους έγνεψαν να ηρεμήσουν και τους άφησαν να αποβιβαστούν με ηρεμία. Τους οδήγησαν στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης της Βιάλ, όπου έδωσε τα στοιχεία του, επιβεβαίωσαν τη συριακή του ταυτότητα, κατέθεσε αίτημα ασύλου και πήρε ημερομηνία συνέντευξης για τις αρχές Ιανουαρίου 2018. Του έδωσαν κουβέρτα και λίγα είδη πρώτης ανάγκης, αλλά δεν υπήρχε θέση στα κοντέινερ, οπότε για μέρες κοιμόταν κάτω από τα αστέρια. Ήταν ακόμη ζεστός ο καιρός, ήταν νέος, γερός, δεν τον πείραζε. Λίγες μέρες αργότερα, αγόρασε μια σκηνή και εκεί ξεχειμώνιασε, παρότι το κρύο ήταν τσουχτερό. Έμεινε στη Χίο σχεδόν έναν χρόνο. Περνούσε τον καιρό του προσφέροντας εθελοντική εργασία, μαζί με τους εργαζομένους των ΜΚΟ και άλλους εθελοντές. Έκανε φίλους ανάμεσά τους και με τη βοήθειά τους βελτίωσε τα αγγλικά του.

o-amar-poy-agapaei-ti-zoi-kai-toys-anthropoys0
Μία από τις αμέτρητες βάρκες που έφυγαν από τα τουρκικά παράλια και έφτασαν στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου. Ο φωτογράφος Σεργκέι Πομονάρεφ ήταν ανάμεσα σε αυτούς που βραβεύτηκαν με Πούλιτζερ για τη δουλειά τους στο προσφυγικό. © Alyssa Schukar/The New York Times

Στη Λάρισα και στον Ελαιώνα

Στις 26 Αυγούστου 2018, έχοντας ήδη εξασφαλίσει τη λευκή κάρτα, ενημερώθηκε ότι μπορούσε πια να ταξιδέψει στην ηπειρωτική Ελλάδα, καθώς είχε βρεθεί γι’ αυτόν μια θέση στον καταυλισμό στο Κουτσόχερο της Λάρισας. «Ήταν σαν φυλακή», θυμάται. «Ένας καταυλισμός με κοντέινερ ανάμεσα σε δύο βουνά, στη μέση του πουθενά. Δεν είχες να κάνεις κάτι, καθόσουν όλη μέρα ή περιφερόσουν χωρίς σκοπό». Τηλεφώνησε σε έναν φίλο του που ήταν στον καταυλισμό του Ελαιώνα και του είπε ότι, αν δεν έβρισκε κάπου αλλού να πάει, θα αυτοκτονούσε. Τον προσκάλεσε να μείνει μαζί του, παράνομα. Έζησε εκεί ένα εξάμηνο. Βρήκε βοήθεια και καθοδήγηση από οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν εκεί, όπως η 360 και η ΑΝΚΑΑ, έφτιαξε για πρώτη φορά στη ζωή του βιογραφικό και άρχισε να εργάζεται εθελοντικά ως διερμηνέας. Έκανε αίτηση για μια θέση εργασίας στην οργάνωση Solidarity Now και προσελήφθη ως διερμηνέας, αρχικά στον καταυλισμό της Καβάλας («πολύ όμορφη πόλη, τη λένε μικρό Μόντε Κάρλο») και από τον περασμένο Ιούλιο στον καταυλισμό των Θερμοπυλών. Από τις 28 Αυγούστου 2019 πήρε και επισήμως άσυλο στην Ελλάδα.

Αυτή είναι η ιστορία του πρόσφυγα. Αυτή είναι η ιστορία του Αμάρ Αλτζασίμ. Ταλαιπωρήθηκε, ρίσκαρε, κινδύνευσε, και πάλι ήταν από τους τυχερούς. Δεν ήταν, όμως, μόνο η τύχη που τον έφερε έως εδώ. «Προσπάθησα πολύ σκληρά να μάθω αγγλικά, δεν έμεινα άπραγος, αυτό ήταν το κλειδί για να έχω περισσότερες ευκαιρίες. Θέλησα να μάθω και ελληνικά, παρακολούθησα κάποια μαθήματα, αλλά είναι δύσκολη γλώσσα», λέει. Η μητέρα του, οι δύο αδελφές του και ένας αδελφός είναι ακόμα παγιδευμένοι στη Συρία, δεν έχουν αρκετά χρήματα για να πληρώσουν τους λαθρεμπόρους που θα τους μεταφέρουν σε ευρωπαϊκό έδαφος. Ο πατέρας του πέθανε τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς του 2017, δεν μπόρεσαν να ξανανταμώσουν οι δυο τους…

Η ζωή και τα όνειρα

Έχει ξεκινήσει να μαθαίνει προγραμματισμό μέσω ίντερνετ, είναι καλός στο σχέδιο και του αρέσουν η μόδα και η μαγειρική. Κάνει όνειρα και θα τα κυνηγήσει, φαίνεται στο βλέμμα του. Στην Ελλάδα είναι ευτυχής, έχει φίλους και αγαπά τη ζωή εδώ. Νιώθει πρόσφυγας; «Είμαι ένας άνθρωπος. Αν συναντήσω κάποιον, ίσως με δει ως πρόσφυγα, ίσως όμως απλώς με δει ως Αμάρ». Ο Αμάρ αγαπά τη ζωή και τους ανθρώπους, θέλει να είναι με φίλους και να περνά όμορφα. «Λένε ότι η ζωή είναι μικρή», λέει. «Νομίζω ότι πρέπει να είμαστε ευτυχισμένοι και να κάνουμε και άλλους ευτυχισμένους». ■