ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Το ιερό χρέος της Μάγδας Φύσσα

gettyimages-607423002

«Γιατί έπρεπε να φτάσουμε εκεί; Γιατί έπρεπε να χάσει τη ζωή του ο Παύλος; Αυτά τα “γιατί” θα μας φάνε», μου είχε πει τον Σεπτέμβριο του 2017 η Μάγδα Φύσσα στο σαλόνι του σπιτιού της στο Κερατσίνι, μόλις 300 μέτρα μακριά από το σημείο δολοφονίας του γιου της. Ήταν ντυμένη στα μαύρα, με μια αλυσίδα στον λαιμό που σχημάτιζε το όνομα του Παύλου κι ένα τσιγάρο στο χέρι. Μετρούσε ήδη δεκάδες παρουσίες στο δικαστήριο. Θα ακολουθούσαν πολλές ακόμη. Παρακολουθούσε ανελλιπώς τη δίκη της Χρυσής Αυγής, ακόμη και τις ημέρες που οι υπόλοιπες θέσεις στο ακροατήριο ήταν κενές.

«Δεν είμαι εκεί γιατί έχω αντοχές, αλλά γιατί πρέπει. Το χρωστάω στον Παύλο. Νιώθω ότι είναι και εκείνος εκεί και τους αντιμετωπίζει. Αυτή η δίκη όμως δεν αφορά μόνο εμένα, μας αφορά όλους, όλη την Ελλάδα», μου είχε πει.

Σε κάθε δικάσιμο, από τη θέση της στο κοινό, μέσα από μαρτυρίες, στοιχεία και τις επίμονες ερωτήσεις της προέδρου, βίωνε ξανά τη δολοφονία του γιου της. Τον περασμένο Ιούλιο άκουσε τον καθ’ ομολογίαν δράστη Γιώργο Ρουπακιά να χαρακτηρίζει με κυνισμό την πράξη του «απλή ανθρωποκτονία». Τον Οκτώβριο είδε τους κατηγορούμενους πρώην βουλευτές της Χρυσής Αυγής τον έναν μετά τον άλλο στο εδώλιο, να απαρνούνται τη σχέση τους με τον ναζισμό, παρά τα ντοκουμέντα. Απέδιδαν τις φωτογραφίες με τις σβάστικες ή το σήμα των SS και τα γραπτά της μισαλλόδοξης εθνικοσοσιαλιστικής ρητορικής στις «ιδεολογικές αναζητήσεις της νιότης» τους. Βάφτιζαν τον ναζιστικό χαιρετισμό ως «αρχαιοελληνικό», επικαλούνταν το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό ή παρουσίαζαν ως ιστορική κριτική γραπτά που εξυμνούσαν τον Χίτλερ. Η Μάγδα Φύσσα βρισκόταν εκεί, μπροστά σε κάθε άρνηση ή υπεκφυγή, ακούγοντας την υπερασπιστική γραμμή που επιχειρούσε να προτάξει κάθε κατηγορούμενος. Ήταν σίγουρα ψυχοφθόρο. Ένιωθε, όμως, ότι ήταν χρέος της.

Δεν περίμενε, αλλά απαιτούσε, όπως μου είχε πει παλιότερα, να αποδοθεί δικαιοσύνη. Αυτή η αδιάλειπτη παρουσία την καθιστά σύμβολο κατά του ναζισμού. Θα μπορούσε όλα αυτά τα χρόνια να αναζητά διαρκώς δημόσιο λόγο. Δεν το επιδίωξε όμως. Τα λόγια της στον Τύπο ήταν πάντα μετρημένα. Αρκούσε η παρουσία της στο ακροατήριο της δίκης. Λειτουργούσε ως υπόμνηση. Εξασφάλιζε ότι ακόμη και σε περιόδους που το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης ατονούσε, υπήρχε κάποιος που κοιτούσε.

«Για εμάς δεν θα αλλάξει κάτι. Δεν θα έχουμε τον Παύλο πίσω. Το θέμα είναι να βγει κάτι για τη γενιά σας, να μην υπάρξουν κι άλλα θύματα», μου είχε πει εκείνο το απόγευμα του 2017 στο Κερατσίνι. «Έστω κι έναν να γλιτώσουμε, πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντικό». ■