ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Προσμονή και θλίψη

Η Κυριακή πάντα μου γεννούσε αντιφατικά συναισθήματα· μιας χαρούμενης προσμονής και ταυτόχρονα μιας θλίψης και μιας ματαίωσης. Γυρίζοντας στα μικράτα μου, προσπαθώ να καταλάβω γιατί νιώθω έτσι… Ίσως να μου έχει μείνει από τότε που περίμενα τη μάνα μου να έρθει να με πάρει για βόλτα, τις Κυριακές, κι εκείνη τελικά δεν μπορούσε να έρθει στο οικοτροφείο. Δούλευε μακριά και δεν της έδιναν άδεια. Εγώ περίμενα. Μετά, κρυβόμουνα πίσω από κάποια πόρτα, για να κλάψω με την ησυχία μου. Όποτε ερχόταν, ήταν φορτωμένη με τα καθαρά μου ρούχα και κάποια καινούργια – από τα παιδιά της οικογένειας όπου δούλευε. Μου έφερνε φρούτα και μπισκότα. Δεν τα ήθελα. Εγώ ήθελα να με πάρει από εκεί. Όχι να με πάει βόλτα και μετά να με γυρίσει στις καλόγριες. Ήταν πολύ λίγες οι ώρες κοντά της.

Μεγαλώνοντας, αφού είχα φύγει πια απ’ τις καλόγριες και πήγαινα σχολείο, όπως τα άλλα παιδιά, περίμενα τις Κυριακές πώς και πώς, ελπίζοντας πάντα σε κάτι πιο χαρούμενο και όμορφο, που τελικά δεν ερχόταν. Η σχολική σκούρα μπλε ποδιά, φρεσκοσιδερωμένη, κρεμασμένη στην καρέκλα, από πάνω ο άσπρος πικέ γιακάς, που έπρεπε να ραφτεί στην ποδιά, και δίπλα η τσάντα έτοιμη για τη Δευτέρα.

– Είσαι διαβασμένη;

Αυτή η ερώτηση με συνοδεύει μέχρι σήμερα, εν όψει της Δευτέρας που έρχεται. 

Υπήρχαν και κάποιες «καλές» Κυριακές. Αυτές είχαν γεύση σοκολάτας αμυγδάλου. Σαν την άσπρη πάστα που τρώγαμε τις «πολύ καλές» Κυριακές με τη νονά μου. Όταν ερχόταν επίσκεψη, μετά το μεσημεριανό φαγητό βγαίναμε βόλτα οι δυο μας και καταλήγαμε πάντα στο ζαχαροπλαστείο. Αχ, η μυρωδιά και η γεύση αυτής της σοκολάτας! Μικρό μέγεθος σήμαινε καλή συμπεριφορά, μεσαίο σήμαινε καλοί βαθμοί και στη γιορτή μου η μεγάλη, μέσα σε χάρτινη συσκευασία. Αυτά είναι ακόμα τα κριτήριά μου κατά την επιλογή σοκολάτας. Παράξενο δεν είναι;

«Καλές» μου Κυριακές ήταν και οι δύο της Αποκριάς. Βόλτα στο Ζάππειο ντυμένη Κοκκινοσκουφίτσα, να θέλω οπωσδήποτε να βρω πίσω από τους θάμνους τον κακό λύκο. Είχα σκεφτεί και τι θα του έκανα αν τον πετύχαινα πουθενά…

Φωνές και ξυλιές (στα μουλωχτά, γιατί μας βλέπανε), επειδή σ’ αυτές τις εξερευνήσεις έχανα πάντα ή το κόκκινο καπελάκι ή τα κόκκινα γάντια της στολής και θα έπρεπε να αγοραστούν ξανά για την επόμενη χρονιά. Άλλες φορές με ντύνανε Αμαλία. Το φέσι στο κεφάλι μου δεν στεκότανε με τίποτα. Όπως και ο φιόγκος που μου φοράγανε τις άλλες Κυριακές. Ένα σωρό τσιμπιδάκια για να στερεωθεί και μόλις ξυνόμουνα λίγο, αυτός τσούλαγε κι έπεφτε στο αυτί μου. Χάλια κατάσταση.

Όλα αυτά όμως μου αρέσανε, γιατί ήταν διαφορετικά. Είχαν χρώμα, κίνηση, μουσική, αυτή που τώρα λέμε λάτιν, και κυρίως θέαμα! 

«Καλή» Κυριακή ήταν και όταν πηγαίναμε σινεμά. Πιο μικρή στο Σινεάκ και πιο μεγάλη, μαζί με τον θείο μου, σε κάποια ταινία με τον Μασίστα. Του είχε αδυναμία ο θείος. Στο Σινεάκ προτιμούσα Χοντρό και Λιγνό. Δεν μπορούσα τον Σαρλό. Με παίρνανε τα κλάματα με τα βάσανά του. Αρκετά μεγάλη μπόρεσα να δω τις ταινίες του χωρίς να συγκινηθώ βαθιά.

Ευτυχώς που τις κανονικές Κυριακές μού επιτρέπανε να διαβάζω εξωσχολικά βιβλία. Λογοτεχνία δηλαδή. Αυτό μου έσωσε τη ζωή. Βιβλία που μου έφερνε η μάνα μου από εκεί όπου δούλευε και Κλασικά Εικονογραφημένα, αγορασμένα από το χαρτζιλίκι μου. Έτσι, εντελώς τυχαία, διάβασα στα δώδεκα χρόνια μου το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι. Δεν κατάλαβα τίποτε, αλλά μου άρεσε. Η χαρούμενη προσμονή της Κυριακής μάλλον εκεί ακουμπάει. ■

* Η Λίλα Πατρόκλου είναι συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Τα βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο.