ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Γράμμα από τη Νέα Υόρκη

gramma-apo-ti-nea-yorki-2373578

Η καθημερινότητα στην αμερικανική μητρόπολη την εβδομάδα που τα θύματα από τον κορονοϊό ξεπέρασαν αυτά της 11ης Σεπτεμβρίου.

Aυτή την εβδομάδα η Νέα Υόρκη προετοιμάζεται για το χειρότερο σημείο της αποκαλούμενης επιδημιολογικής «καμπύλης». Σειρήνες ουρλιάζουν στους δρόμους και για πρώτη φορά σημαίνουν κάτι. Φυσικά οι σειρήνες πάντα σήμαιναν κάτι. Ένα έγκλημα εδώ, ένα καρδιακό επεισόδιο εκεί, μια πυρκαγιά σε ένα διαμέρισμα που κάποιοι καλούνται να σβήσουν. Τώρα όμως, όταν τις ακούς, είτε έχεις δίκιο τελικά είτε όχι, υποθέτεις ότι πρόκειται για κάποιον που αγωνίζεται για μία ακόμα αναπνοή.

Ο χείμαρρος των αστείων και δημιουργικών βίντεο στο YouTube που ανταλλάσσονταν μεταξύ φίλων έχει σιγά σιγά μειωθεί. Από το κωμικό παραλήρημα της μητέρας στο Ισραήλ που είχε φτάσει στα όριά της από την κατ’ οίκον διδασκαλία των παιδιών της, στις δημιουργικές διασκευές κλασικών τραγουδιών όπως το «Bohemian Rhapsody», μέχρι και τις καινοτόμες ταινίες μικρού μήκους που απεικονίζουν τη ζωή στην καραντίνα, τα κλιπ αυτά απέδειξαν για άλλη μια φορά ότι το γέλιο είναι το καλύτερο φάρμακο. Η δημιουργικότητα που ενείχαν ήταν ενθαρρυντική. Ένα είδος τόσο εφευρετικό και καινοτόμο θα είναι σε θέση να βρει μια λύση εν μέσω αυτού του χάους, σωστά; Αλλά ποιος ξέρει γιατί δεν λαμβάνουμε τέτοια βίντεο πια. Ίσως οι άνθρωποι κουράστηκαν από τόση συνδεσιμότητα. Ίσως εξάντλησαν το θέμα. Ή ίσως δεν το βρίσκουν πια τόσο αστείο.

gramma-apo-ti-nea-yorki0
© EPA/Peter Foley

Το να βγαίνει κανείς έξω, στον καθαρό αέρα αυτής της διστακτικής άνοιξης για βόλτες, υπήρξε ανακούφιση, αλλά και περιπέτεια. Ήταν καθησυχαστικό να βρίσκεσαι στο Central Park και να βλέπεις χαμογελαστά πρόσωπα. Από απόσταση δύο μέτρων, οι άνθρωποι κοιτούν ο ένας τον άλλο και, χωρίς λόγια, λένε: «Δεν είναι απίστευτο; Όμως είμαστε όλοι μαζί σε αυτό. Δεν χρειάζεται να πανικοβάλλεσαι». Σίγουρα αυτό συμβαίνει και σε άλλα μέρη της χώρας και του πλανήτη. Όμως οι Νεοϋορκέζοι τείνουν να έχουν την αλαζονική αίσθηση ότι είναι μοναδικοί. Μοναδικά κουλ. Έχουν έναν τσαμπουκά που λέει: «Εντάξει, το ’χουμε!». Και όταν περνούν πλάι από ένα άτομο μεγαλύτερης ηλικίας, παίρνουν τώρα ακόμα μεγαλύτερη απόσταση νιώθοντας σημαντικοί, όπως όταν βάζουν λίγα σεντς στο χάρτινο ποτηράκι ενός άστεγου. «Σε βλέπω. Δεν είναι αυτό ένα εξαιρετικό δώρο σε ένα μέρος σαν τη Νέα Υόρκη;»

Από το «όλοι μαζί» στο  «ο καθένας για τον εαυτό του»

Αλλά τις τελευταίες ημέρες όλο και περισσότερα πρόσωπα κρύβονται πίσω από μάσκες. Τώρα μας λένε επίσημα να τις φοράμε. Φυσικά το ποια μάσκα θα φορέσει κανείς είναι μια δύσκολη επιλογή. Σίγουρα δεν θα πρέπει να είναι από αυτές που χρειάζονται οι γιατροί και οι νοσηλευτές στα νοσοκομεία. Μια μπαντάνα κάνει, σωστά; Αλλά σιγά σιγά αρχίζεις και κοιτάς όλο και περισσότερο τι κάνουν οι άλλοι. Πριν από μία εβδομάδα, δεν ήθελα να με συλλάβουν ούτε νεκρή να φοράω μάσκα, παρότι τύχαινε να έχω μία. Δεν ήθελα να θεωρούμαι από εκείνους που είναι υπεύθυνοι για την έλλειψη μασκών. Αλλά τώρα, καθώς αρχίζουν να κυκλοφορούν παντού (καθώς γράφω αυτές τις γραμμές λέγεται ότι ακόμα και η Anna Wintour φοράει μία!), φαίνεται λιγότερο πιθανό κάποιος να κατηγορηθεί επειδή φοράει μια μάσκα που αγόρασε από κατάστημα. Κι έτσι, το «ο καθένας για τον εαυτό του» αρχίζει να κάνει δειλά την εμφάνισή του…

Χθες, πηγαίνοντας βόλτα τον σκύλο, περάσαμε πλάι από έναν άνδρα (με μάσκα) από κατάλληλη απόσταση. Άπλωσε το αριστερό του χέρι. Στην αρχή θεώρησα ότι ήταν κάποιος τύπος χαιρετισμού. Σαν εκείνους της περασμένης εβδομάδας. Άγνωστοί που συνδέονται. Και ύστερα συνειδητοποίησα ότι μας έκανε σινιάλο ώστε να διατηρήσουμε μεγαλύτερη απόσταση. Δεν ήταν φιλική χειρονομία. Η άμεση σκέψη μου ήταν: «Κάνε μου τη χάρη. Είμαι αρκετά μακριά. Εκτός αυτού, μπορείς πολύ εύκολα κι εσύ να μετακινηθείς αν σε ανησυχεί τόσο». Όμως η ξαφνική έλλειψη αλληλεγγύης μού έπεσε βαριά. Μήπως τώρα ο φόβος αρχίζει να μας χωρίζει αντί να μας φέρνει πιο κοντά;

Το τέλος των ψευδαισθήσεων

Ταυτόχρονα, πλέον έχουμε την επίγνωση ότι οι ενέργειές μας έχουν συνέπειες. Όχι μόνο για την εξάπλωση της νόσου, αλλά και για την αποδοχή των νέων κοινωνικών κανόνων. Η δρ Μπιρξ, που στέκεται κάθε μέρα δίπλα στον πρόεδρο Τραμπ και λέει την ιατρική της γνώμη, είπε τώρα ότι για τις επόμενες δύο εβδομάδες δεν θα πρέπει καν να πηγαίνουμε στο παντοπωλείο ή στο φαρμακείο. Η απόφαση να κάνουμε μια τελευταία επιδρομή σε αυτά προκειμένου να είμαστε απολύτως σίγουροι ότι έχουμε αρκετό γάλα (και αφού είμαστε εκεί να αγοράσουμε και κάτι επιπόλαια, όπως τσάι με βότανα ή πατατάκια) είναι δύσκολη. Δεν ανησυχώ τόσο για τον εαυτό μου, όσο για το τι θα σκεφτούν οι θυρωροί για μένα. Ή οι ταμίες. Εάν το κάνω, τότε κι άλλοι θα νιώσουν ότι είναι οκέι να το κάνουν κι εκείνοι. Είτε μας αρέσει είτε όχι, είμαστε συνδεδεμένοι. Σκεφτόμαστε και ενεργούμε ως ομάδα. Όσο μοναδικοί κι αν θέλουν να νιώθουν οι Νεοϋορκέζοι, δεν μπορεί κανείς να το αρνηθεί αυτό πλέον.

gramma-apo-ti-nea-yorki2
© Ryan Christopher Jones/The New York Times

Και μετά, εκτός από τον φόβο και την αβεβαιότητα, υπάρχει και το γελοίο. Τολμώ να γράψω ότι υπήρξαν στιγμές που φαντασιωνόμουν να κολλήσω μια ήπια μορφή του Covid-19 μόνο και μόνο για να μπορώ να απέχω λίγο από αυτό το «όλοι μαζί». Για να μπορέσω να απομονωθώ στο κρεβάτι μου χωρίς να κατηγορηθώ, να μου ετοιμάζουν τα γεύματά μου και να ηρεμήσω για 14 ημέρες. Μόνη θεραπεία γι’ αυτή τη φαντασίωση είναι μια άλλη γελοία συνήθεια: η μαζική ανάγνωση και παρακολούθηση των μαρτυριών των ασθενών με Covid-19. Ανθρώπων που ήταν νέοι και υγιείς, αλλά περιγράφουν τη φριχτή εμπειρία να νιώθουν ότι αναπνέουν κομμάτια γυαλί καθώς περιμένουν στα επείγοντα. Ή η παρακολούθηση του Κρις Κουόμο, τηλεοπτικού δημοσιογράφου και αδελφού του κυβερνήτη της Πολιτείας, ο οποίος δίνει ρεπορτάζ από το υπόγειό του στο οποίο έχει απομονωθεί αφού κόλλησε τον ιό. Μιλάει για υψηλούς πυρετούς, για το πώς τρέμει από τα ρίγη, για ψευδαισθήσεις. Όλοι οι τηλεοπτικοί φίλοι του και ο αδελφός του τον επαινούν για την ανδρεία του. Το θεωρώ αποτρόπαιο. Συναρπαστικό με τον χειρότερο τρόπο. Γιατί δεν είναι στο κρεβάτι; Ένας ευγενικός ιατρικός εμπειρογνώμων στην τηλεόραση συνεχίζει να του λέει, στον αέρα, ότι πρέπει να κάτσει στο κρεβάτι. Μπορείς να αισθανθείς πόσο δυσανασχετεί ο γιατρός με αυτό το τσίρκο. Για το ότι όλοι τον αποκαλούν ήρωα που μοιράζεται τα συμπτώματά του μαζί μας αντί να τον εγκαλούν για την ανόητη συμπεριφορά. Και την αλαζονεία. Τη σιγουριά του ότι, παρά τα τρεμάμενα δόντια και τις παραισθήσεις, θα επιβιώσει, παρότι το ίδιο το κανάλι του μεταδίδει συνεχώς ειδήσεις για ανθρώπους που δεν τα καταφέρνουν. Αμφιβάλλω ότι πραγματικά σχεδιάζει την τηλεοπτική μετάδοση του θανάτου του, οπότε αναγκαστικά υποθέτω πως όντως πιστεύει ότι δεν μπορεί να συμβεί σε αυτόν. Έχει σκεφτεί ποια θα είναι η επίδραση στο κοινό εάν η κατάστασή του επιδεινωθεί; Δεν θα είναι ενθαρρυντικός («θέλω απλώς να δείξω ότι μπορούμε όλοι να το περάσουμε»). Θα είναι το αντίθετο. Απογοητευτικό. Τρομακτικό. Αλλά η γελοιότητα είναι όλη δική μου. Συνεχίζω να παρακολουθώ. Γοητευμένη. Συνεπαρμένη.

Στην εποχή της «υπερ-συνείδησης»

Εξίσου γελοία είναι η σκέψη που έχω κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου πως κάθε διαδρομή στο μπακάλικο ή στο φαρμακείο είναι ένα είδος αρχέγονου κυνηγιού. Ένας κίνδυνος που είμαι διατεθειμένη να πάρω για την υγεία και την ευημερία της οικογένειάς μου. Αυτό που κάποτε ήταν καθημερινό και αυτονόητο αντικαταστάθηκε από αυτή τη συνεχή υπερ-συνείδηση. Ποιος είναι γύρω μου, τι αγγίζω, πόση ώρα χρειάζομαι, ποια είναι η καλύτερη διαδρομή μέχρι το αλεύρι, το ψωμί, το βούτυρο; Και όσο κι αν προσπαθώ, δεν μπορώ να ξεπεράσω ότι ξέχασα στο ταμείο ένα τεράστιο πακέτο χαρτομάντιλα, ενώ τα πλήρωσα. Τα σκέφτομαι εμμονικά. Παράλογα λέω στον εαυτό μου ότι διακινδύνευσα ζωές για να τα αγοράσω τελικώς για το τίποτα. Παρότι έχω να φάω τονοσαλάτα πάνω από έναν χρόνο, δεν μπορώ να σταματήσω να κατηγορώ τον εαυτό μου που ξέχασα να αγοράσω κονσέρβες τόνου στην τελευταία μου εξόρμηση στο μπακάλικο. Πώς θα περάσω δύο εβδομάδες χωρίς αυτές; αναρωτιέμαι.

gramma-apo-ti-nea-yorki4
© EPA/JUSTIN LANE

Χθες άκουσα έναν κοινωνιολόγο στην τηλεόραση να μιλά για τον τρόπο που οι άνθρωποι αντιδρούν σε περιόδους κρίσης όπως αυτή. Στο τέλος της συνέντευξης ο δημοσιογράφος τον ρώτησε αν πιστεύει πως υπάρχει ελπίδα να επιστρέψουμε στην «παλιά μας ζωή» στο μέλλον. Η απάντησή του ήταν ανατριχιαστική. Ήταν σίγουρος ότι ο πολιτισμός μας θα ανακάμψει ακόμα κι αν πάμε στο χειρότερο πιθανό σενάριο, κατά το οποίο η πανδημία θα πάρει εκατομμύρια ζωές. Η κοινωνία στο σύνολό της θα προχωρήσει. «Όμως για ανθρώπους σαν κι εμένα», είπε, «ανθρώπους μιας παλαιότερης γενιάς, η ζωή δεν θα προχωρήσει. Μέχρι να υπάρξει ικανοποιητική θεραπεία ή εμβόλιο, πιστεύω πως θα βρισκόμαστε σε μόνιμο περιορισμό». Ξαφνικά συνειδητοποίησα για πρώτη φορά αυτή την προφανή αλήθεια. Τα μέτρα και οι απαγορεύσεις μπορεί να αρθούν ή να χαλαρώσουν, όμως η κατάσταση για τους ηλικιωμένους δεν θα αλλάξει. Για εκείνους, η πρόσβαση σε έναν αναπνευστήρα δεν αποτελεί εγγύηση καλής έκβασης.

Περί «νέας κανονικότητας»

Κάπως έτσι αισθάνεται κανείς πως τα περιθώρια στενεύουν. Κάτι κακό έρχεται. Γνωρίζω πόσο προνομιούχα είμαι, εγώ που το γράφω αυτό. Εγώ και όλοι όσοι αγαπώ εξακολουθούν να είναι ασφαλείς. Έχω ένα ευρύχωρο σπίτι, τρόφιμα (εκτός από κονσέρβες τόνου) και οικονομική ασφάλεια. Έχω πρόσβαση σε ένα πανέμορφο πάρκο. Εκτός από τις σειρήνες, δεν είμαι (προς το παρόν) αντιμέτωπη με τον πανικό στα νοσοκομεία σε όλη την πόλη. Αυτό που με βασανίζει είναι πιθανώς προϊόν αυτού του υπερβολικού χρόνου που έχω στα χέρια μου και τα πολύ λίγα άλλα που έχω για να επικεντρωθώ. Όμως ανατριχιάζω όταν ακούω να μιλούν για τη «νέα κανονικότητα». Πρόκειται για μια ανόητη, πανάσχημη φράση, ευρέως χρησιμοποιούμενη, που ήδη μοιάζει να μην έχει νόημα. Αλλά θα σας πω αυτό: τη νύχτα, όταν ξαγρυπνάω στο κρεβάτι προσπαθώντας να το κατανοήσω όλο αυτό, προσεύχομαι για τη Νέα Υόρκη μου όπως δεν είχα προσευχηθεί ποτέ ξανά. ■

*  H Sheila Shrivastava ζει στη Νέα Υόρκη και εργάζεται ως κοινωνιολόγος.