ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Η Κυριακή των Κυριακών

Φέρναμε κόκκινα αυγά από το σπίτι και τσουρέκια-πλεξούδα από τον Ασημακόπουλο. Οι νονοί κουβαλούσαν σοκολατένια αυγά με βελούδινη κορδέλα ή σοκολατένια κουνέλια. Μαζευόμασταν στο κτήμα από νωρίς με Seat, Renault quatrelle, Peugeot 403. Τα θρησκευτικά μας καθήκοντα είχαν τελειώσει με την Ανάσταση – και δεν ήταν τόσο θρησκευτικά, όσο υπαρξιακά: μαθαίναμε με ψαλμωδίες και βεγγαλικά πως ό,τι πεθαίνει ξαναγεννιέται.

Η κουζίνα μύριζε άνηθο και κρεμμυδάκι φρέσκο. Οι γιαγιάδες είχαν ξεπατώσει από την προηγουμένη τις βρούβες κι είχαν γυρίσει μέσα έξω τα εντεράκια μ’ ένα μολύβι (ας μη σχολιάσουμε ψυχαναλυτικά το μολύβι που στριφογυρνάει στα έντερα). Οι άντρες περνούσαν το αρνί δεμένο χειροπόδαρα στη σούβλα, στο μεταξύ τα κάρβουνα σιγόκαιγαν. Δεν σκεφτόμασταν το σφαχτό σαν κάτι που έζησε, ούτε μας αγρίευε το παλούκωμα. Σφίγγαμε στην αγκαλιά μας τα κοτοπουλάκια του Μινιόν, ζεστές χνουδωτές καρδιές που ζούσαν μέσα στο κουτί των παπουτσιών μας για καμιά βδομάδα. Μετά μας έλεγαν ότι «έφυγαν», «χάθηκαν», «πήγαν στη μαμά τους».

Οι μεγάλοι άρχιζαν να πίνουν από νωρίς. Κάρφωναν έναν μουσαμά με λουλούδια στο ξύλινο τραπέζι, έφερναν την νταμιζάνα, έκοβαν το κοκορέτσι κατευθείαν μέσα στο πιάτο. Και δώσ’ του ρετσίνα Κουρτάκη, «κάθε μέρα γιορτή». Γυρίζαμε τη σούβλα με τη σειρά, η ζέστη μάς τσουρούφλιζε τα μάγουλα. Η φύση αναστέναζε. Μαργαρίτες, πασχαλιές και παπαρούνες ως εκεί που έφτανε το μάτι, φτιάχναμε ματσάκια για τις μαμάδες. Κηπουρούς δεν είχαμε.

Τρώγαμε όλοι μαζί. Οι γονείς κάπνιζαν στα μούτρα των παιδιών. Το τρανζίστορ έπαιζε ό,τι του ερχόταν, από εκκλησιαστικούς ύμνους και Μητροπάνο ως καλαματιανό. Στην εφηβεία κοιτάγαμε το στόμα των πατεράδων μας, πόσο άτσαλα μασούσαν. Σκεφτόμασταν: μια μέρα θα φύγω, θα κάνω Πάσχα στο Παρίσι, στη Νέα Υόρκη, θα τους στέλνω τηλεγραφήματα. Κι εκείνοι, λες κι ήταν βαλτοί, μουρμούριζαν: «Βόηθα τη μάνα σου, άντε μπράβο». Οι μανάδες έλεγαν: «Βάλε μια ζακέτα, καλοκαίρι το πέρασες;». Χόρευαν παραπατώντας επειδή τα είχαν τσούξει λιγάκι. Οι διονυσιασμένοι γονείς μας.

Στα χρόνια του Δημοτικού, η ένταση του γλεντιού μάς έκανε να γαργαλάμε τα αδέρφια μας ή να χλιμιντρίζουμε. Πηδούσαμε πάνω κάτω στο κρεβάτι κι οι σούστες έτριζαν. Εξελιχθήκαμε σε έφηβους ποιητές που κλειδώνονταν στο μπάνιο διαβάζοντας με στόμφο τις «Παράξενες Ειδήσεις» στον Καζαμία της γιαγιάς: «Στον Κρόνο και στον Δία η βροχή αποτελείται από διαμάντια». «Η καρδιά της γαλάζιας φάλαινας είναι τόσο τεράστια, που ένας άνθρωπος μπορεί να κολυμπήσει στις αρτηρίες της». Ύστερα γλαρώναμε βλέποντας ταινίες με την Καρέζη και τον Ηλιόπουλο: «Κι αν σ’ αγαπώ δεν θα σου το πω / το ’χω για κακό να μην έχω μυστικό».

Μαζί με την κούραση άρχιζαν οι βλακείες. Οι μικρότεροι ανακάτευαν το λίπος του αρνιού με χώμα, πευκοβελόνες και ζάχαρη. «Τι αηδίες είναι αυτές» φώναζαν οι μισοί, «αφήστε τα παιδιά» οι άλλοι μισοί. Έτσι μάθαμε ταυτόχρονα ότι όλα απαγορεύονται και όλα επιτρέπονται – η τρέλα, η απερισκεψία, το κολύμπι στις αρτηρίες της γαλάζιας φάλαινας. Ύστερα από χρόνια κάναμε Πάσχα και στο Παρίσι και στη Νέα Υόρκη. Δεν γλιτώσαμε από το παρελθόν τρώγοντας gigot d’agneau rôti.

Τώρα έρχεται κατά πάνω μας το φάντασμα της γιορτής, τυλιγμένο σε πατημένα χαμομήλια, πέτσα αρνιού και γύρη. Ξέρει ότι ξέρουμε πως σήμερα είναι Κυριακή κι όχι Δευτέρα ή Πέμπτη. Η Κυριακή των Κυριακών. Η μόνη Κυριακή με αυτοπεποίθηση εδώ κι έναν μήνα. Διπλώνει μέσα της ξανά και ξανά και ξανά δεκάδες Κυριακές του Πάσχα. ■

* Η Αμάντα Μιχαλοπούλου είναι συγγραφέας.