ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Ντέμπορα Φέλντμαν: Το αληθινό πρόσωπο του «Unorthodox»

deborah_feldman_01575aeec531

Ήταν η σειρά που έκανε πάταγο τις ημέρες της καραντίνας. Το «Κ» μίλησε με τη συγγραφέα του βιβλίου στο οποίο βασίστηκε το μπλoκμπάστερ του Νetflix,  τη γυναίκα που πήρε το μεγαλύτερο ρίσκο στη ζωή ενός παγιδευμένου ανθρώπου: να διεκδικήσει την ελευθερία της.

Η έκφραση «σ’ αγαπώ» δεν υπήρχε στο λεξιλόγιο της ερμητικά κλειστής, υπερ-ορθόδοξης εβραϊκής κοινότητας Σάτμαρ, στην οποία μεγάλωσε η Ντέμπορα Φέλντμαν στο Γουίλιαμσμπεργκ της Νέας Υόρκης. «Τα γίντις είναι μια περίπλοκη γλώσσα, με διαφορετικές μορφές και διαλέκτους. Μεγάλωσα με μια συγκεκριμένη εκδοχή, η οποία, πρώτον, ήταν “απολυμασμένη” για θρησκευτική χρήση και, δεύτερον, είναι μια αμερικανοποιημένη εκδοχή μιας παλαιότερης ουγγρικής διαλέκτου», μου εξηγεί η Αμερικανίδα συγγραφέας, μέσω Zoom, από το Βερολίνο, όπου ζει τα τελευταία χρόνια. «Σε αντίθεση με την πιο φιλολογική εκδοχή της, στην οποία δεν είχαμε πρόσβαση, η δική μας διάλεκτος δεν περιείχε το ρήμα “αγαπώ”. Είχαμε όμως το “μου αρέσει”. Οπότε μπορούσες να πεις “μου αρέσεις” ή “μου αρέσει το παγωτό”».

Μαζί με τις άγνωστες για τους περισσότερους πτυχές της καθημερινότητας των Σάτμαρ, η γερμανο-εβραϊκή γλώσσα βρέθηκε στις «έξυπνες» οθόνες πολλών την περίοδο του εγκλεισμού. Ο λόγος ήταν το «Unorthodox», μια σχετικά μικρή παραγωγή του Netflix που έκανε πρεμιέρα στα τέλη Μαρτίου. Η μίνι σειρά, το «αουτσάιντερ» που βρέθηκε στις πρώτες θέσεις των προτιμήσεων των συνδρομητών, βασίζεται στο πρώτο –αυτοβιογραφικό– βιβλίο της Φέλντμαν, «Unorthodox: The Scandalous Rejection of My Hasidic Roots». Στο μπεστ σέλερ βιβλίο, που εκδόθηκε το 2012, η Φέλντμαν περιγράφει τη ζωή και τη φυγή της από την κοινότητα.

Αν και η σειρά έχει βιογραφικές αποκλίσεις από το βιβλίο, ο βασικός κορμός παραμένει ο ίδιος: η Φέλντμαν, όπως και η κεντρική ηρωίδα της σειράς, Έστι, μεγάλωσε στο ασφυκτικό περιβάλλον μιας κοινότητας που αρχικά συστήθηκε σε ουγγρικό έδαφος το 1905. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η κοινότητα δημιουργήθηκε ξανά στη Νέα Υόρκη από επιζώντες του Ολοκαυτώματος. Η χασιδική κοινότητα συντηρεί το έντονο συναίσθημα της απώλειας και του τραύματος, απαγορεύει την επαφή με τον έξω κόσμο, επιβάλλει ευσεβή βίο και έχει το δικό της εκπαιδευτικό σύστημα. Ο ρόλος της γυναίκας είναι η αναπαραγωγή, για την «αναπλήρωση» εκείνων που χάθηκαν στο Ολοκαύτωμα.

Στο Γουίλιαμσμπεργκ, στα σπίτια της κοινότητας δεν υπάρχουν τηλεοράσεις και η πρόσβαση στο Ίντερνετ γίνεται μέσω καλά κρυμμένων έξυπνων συσκευών. Και όταν η γειτονιά του Μπρούκλιν άρχισε να γίνεται πόλος έλξης για τους χίπστερ, οι γυναίκες Σάτμαρ έχαναν το δικαίωμά τους στα T-shirts με μακριά μανίκια, τα οποία έπρεπε να αντικαταστήσουν με πλεκτές μπλούζες που δεν κόλλαγαν στο σώμα. Η Φέλντμαν εγκατέλειψε την κοινότητα το 2010.

«Σαν να μην υπάρχεις»

«Ένα από τα πράγματα που κατάφερα ήταν να κάνω τους ανθρώπους να καταλάβουν ότι αυτό που έζησα εγώ συμβαίνει ακριβώς κάτω από τη μύτη τους», μου λέει η 33χρονη συγγραφέας. «Όταν έφυγα, έλεγα στους έξω ότι ήμουν μια πρώην χασιδική Εβραία. Με κοίταζαν με τεράστια απορία. Υπήρχε πλήρης άγνοια. Όταν κανείς δεν γνωρίζει κάτι για σένα, νιώθεις πολύ μόνος. Είναι σαν να μην υπάρχεις. Ένας από τους στόχους του βιβλίου και της σειράς ήταν η διεύρυνση της πολιτιστικής αλληλοκατανόησης».


Η Ντέμπορα Φέλντμαν φωτογραφίζεται στην πόλη που επέλεξε για το δεύτερο κεφάλαιο της ζωής της: το Βερολίνο. © Gordon Welters/The New York Times

Η Φέλντμαν γεννήθηκε το 1986 και μεγάλωσε με τη γιαγιά και τον παππού της. Ο πατέρας της έπασχε από νοητική υστέρηση, ενώ η μητέρα της εγκατέλειψε την κοινότητα όταν η Φέλντμαν ήταν ακόμα μικρή. Αψηφώντας τους κανόνες, η ίδια διάβαζε κρυφά τις «Μικρές κυρίες» της Λουίζα Μέι Άλκοτ και μυθιστορήματα της Τζέιν Όστιν – θησαυρούς για τη φαντασία της και για την αίσθηση ότι εκεί έξω υπήρχε ένας πολύ διαφορετικός κόσμος. Στα δεκαεπτά της ήρθε η ώρα για το παραδοσιακό συνοικέσιο. Επιλέχθηκε ο νεαρός θρησκευτικός μελετητής  Ίλαϊ. Γνωρίστηκαν και αποφασίστηκε ο γάμος να γίνει κάποιους μήνες αργότερα. Στο διάστημα αυτό θα τον έβλεπε μόνο μια δυο φορές. «Τον χαιρετώ όταν όλοι οι άλλοι έχουν φύγει και προσπαθώ να αποτυπώσω το πρόσωπό του στο μυαλό μου. Γιατί είναι το μόνο δικό του πράγμα για το οποίο μπορώ να είμαι σίγουρη», γράφει στο βιβλίο της. «Όμως, οι εικόνες ξεθωριάζουν γρήγορα και δύο εβδομάδες αργότερα είναι σαν να μην τον γνώρισα ποτέ».

Ο γάμος τελέστηκε ύστερα από επτάμηνη προετοιμασία – για τη συγκέντρωση της προίκας, αλλά και για τα μαθήματα συζυγικής επικοινωνίας και αναπαραγωγής, μεταξύ άλλων. Η σχέση με τον Ίλαι δεν «ολοκληρώθηκε» επί έναν χρόνο, λόγω μιας σεξουαλικής δυσλειτουργίας από τη μεριά της. «Το σώμα μου θα έπρεπε να είναι το ένα και μοναδικό πράγμα στο οποίο θα έπρεπε να μπορώ να βασιστώ. Αντιθέτως, είχε γίνει ο χειρότερος εχθρός μου», γράφει η Φέλντμαν.

Η «απόδραση»

Στα δεκαεννιά της έγινε μητέρα ενός αγοριού, εκτελώντας το «χρέος» της. Το 2006, η νεαρή οικογένεια μετακόμισε από το Γουίλιαμσμπεργκ και η Φέλντμαν ξεκίνησε να φοιτά –κρυφά– στο κολέγιο Σάρα Λόρενς. Το 2010, με τη βοήθεια φίλων, άφησε τον σύζυγό της και μαζί με τον γιο της αποχώρησε από την κοινότητα. Η επικείμενη, τότε, έκδοση του βιβλίου της τη βοήθησε στη δικαστική μάχη για την κηδεμονία του γιου της. Και αν ο πρώτος θόρυβος γύρω από την αυτοβιογραφία έγινε σε τοπικό επίπεδο, ο σημερινός, μέσω της σειράς, είναι ακόμα πιο δυνατός και πολύ πιο διεθνής.

«Είμαι λιγότερο ευάλωτη τώρα, πολύ πιο προετοιμασμένη. Όμως έχουμε το ίδιο αίσθημα έκπληξης, δεν περιμέναμε μια τέτοια αντίδραση», λέει χαμογελώντας. «Το Νetflix σίγουρα επένδυσε, αλλά με έναν αρκετά μικρό προϋπολογισμό, με τη λογική ενός μικρού, art πρότζεκτ. Οι άνθρωποι που εργάστηκαν σε αυτό είχαν πολύ πάθος, αλλά κανείς δεν περίμενε μια τέτοια έκρηξη. Έχει να κάνει και με τον κορονοϊό, καθώς όλοι είχαμε περισσότερο δικό μας χρόνο. Χαίρομαι όμως, ως συγγραφέας, ως καλλιτέχνις, με αυτή την αντίδραση, γιατί σημαίνει ότι έχουμε μια επιρροή και μπορούμε να αλλάξουμε τον πολιτιστικό διάλογο. Αισθάνεσαι ότι η δουλειά σου κατόρθωσε να σπάσει κάποια φράγματα γλώσσας και κουλτούρας και να αποκτήσει νέο νόημα».


Η εξαιρετική επιλογή της Σίρα Χάας για τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Έστι τροφοδότησε περαιτέρω τον «μύθο» της μίνι σειράς του Νetflix. © Anika Molnar/Netflix

Η συμμετοχή της στη μίνι σειρά ήταν «συναισθηματική» και όχι επίσημη. Με την Άννα Γουίνγκερ και την Αλέξα Καρολίνσκι, οι οποίες συνυπογράφουν το τηλεοπτικό «Unorthodox», είναι στενές φίλες και το πρότζεκτ ήταν κάτι που συζητούσαν καιρό. Η αίσθησή τους ήταν ότι η σειρά μπορούσε τώρα να βρει ένα κοινό, κάτι που πριν από μία δεκαετία φάνταζε αδύνατο. «Μιλούσαμε για τα πάντα, σε κάθε βήμα», σημειώνει η Φέλντμαν. «Είμαι εκατό τοις εκατό σύμφωνη με κάθε απόφαση που ελήφθη, δεν μετανιώνω για τίποτα».

Σύμφωνα με τη Φέλντμαν, υπήρξε μια άτυπη ανταλλαγή: χαμηλότερο μπάτζετ για μεγαλύτερη καλλιτεχνική ελευθερία, περιλαμβανομένου του να γυριστεί η σειρά σε γίντις, μια γλώσσα την οποία μόνο μερικές εκατοντάδες ανθρώπων χρησιμοποιούν παγκοσμίως. Από την υπογραφή των συμβολαίων μέχρι την προβολή μεσολάβησε λιγότερο από ένας χρόνος. Η εξαιρετική επιλογή της Σίρα Χάας για τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Έστι τη χαροποίησε πολύ και οι δυο τους δέθηκαν ιδιαίτερα στα γυρίσματα.

Και στα ελληνικά

Για τη Φέλντμαν η μεγαλύτερη επιτυχία είναι ότι το τελευταίο διάστημα, σε μια εποχή που ο εκδοτικός χώρος βρίσκεται σε κρίση, διεθνείς οίκοι ενδιαφέρθηκαν για το βιβλίο. Ανάμεσά τους, ο οίκος Παπαδόπουλος αγόρασε πολύ πρόσφατα τα δικαιώματα για την ελληνική αγορά. Την ίδια στιγμή, η νέα «αποκάλυψη» της υπερ-συντηρητικής χασιδικής κοινότητας έφερε κι ένα φρέσκο κύμα κριτικής, που ενώθηκε με εκείνο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου. Για κάποιους η Φέλντμαν ήταν πολύ «μαλακή» με την πρώην κοινότητά της, ενώ για κάποιους άλλους ιδιαίτερα σκληρή. «Και τα δύο ισχύουν», λέει η ίδια. «Από τη μια απέφυγα να εστιάσω σε κάποια πράγματα, γιατί πιστεύω ότι η δουλειά μου ως συγγραφέα ήταν μια ξεκάθαρη αφήγηση γύρω από τη δική μου εμπειρία ζωής και η αίσθησή μου ήταν ότι αυτή η αφήγηση έπρεπε να εξηγεί γιατί αποφάσισα να φύγω. Γράφω λοιπόν γι’ αυτά που με ώθησαν να φύγω και αφήνω άλλα άσχημα, γιατί δεν είχαν σχέση με την ανάπτυξή μου, αλλά εστιάζω στο χειρότερο κομμάτι της εμπειρίας μου, γιατί αυτό με ώθησε να φύγω».

Η δύσκολη σχέση με το γυναικείο σώμα –η ιδέα ότι είναι «βρώμικο», αλλά και αναγκαίο εργαλείο αναπαραγωγής– και η αποστροφή της προς τις σεξουαλικές της «υποχρεώσεις» βρέθηκαν στο επίκεντρο της απόφασης. Όπως και η επιθυμία ο γιος της να μη μεγαλώσει στο σκληρό αυτό περιβάλλον. «Το βιβλίο δεν είχε να κάνει με το να είμαι καλή ή κακή με την κοινότητα. Είχε να κάνει με το να πω την ιστορία μου, τη δική μου εμπειρία. Δεν ήμουν υποχρεωμένη, μέσα από το βιβλίο, να εξηγήσω τον ιουδαϊσμό γενικότερα και ολόκληρη την κοινότητα. Το ίδιο ισχύει και για τη σειρά», λέει.

«ΟΚ, καταλαβαίνουμε, αλλά μη μιλάς»

Μέλη της πρώην κοινότητάς της έχουν παρομοιάσει τη Φέλντμαν με τον Ναζί υπουργό Προπαγάνδας Γιόζεφ Γκέμπελς, ενώ, σύμφωνα με την ίδια, ο εβραϊκός κόσμος, σε γενικές γραμμές, δεν τρέφει ιδιαίτερη συμπάθεια για την ίδια. «Ακόμα και οι σύγχρονοι Εβραίοι δεν αισθάνονται άνετα όταν λέω την ιστορία μου. Λένε “ΟΚ, καταλαβαίνουμε, αλλά μη μιλάς”. Έχω δεχτεί κατηγορίες και από τους ορθόδοξους και από τους μη ορθόδοξους. Λένε ότι προκαλώ αντισημιτισμό, ότι θα είμαι υπεύθυνη για το επόμενο Ολοκαύτωμα. Οι άνθρωποι που δεν μεγάλωσαν στο Σάτμαρ δεν θέλουν να ξέρουν τι συμβαίνει εκεί. Δεν θέλουν να διαχειριστούν την αμηχανία και την ανάγκη να δώσουν μια εξήγηση», λέει.


© Alexa Vachon

Συγχρόνως, η Φέλντμαν κάνει τη δική της κριτική απέναντι στην κοσμική κοινωνία και πιστεύει ότι ο δυτικός πολιτισμός δεν έχει καταφέρει ακόμα όσα θα έπρεπε σε σχέση με τα δικαιώματα των γυναικών και τα θέματα ισότητας των φύλων. Το 2014 κυκλοφόρησε το δεύτερο, επίσης αυτοβιογραφικό, βιβλίο της με τίτλο «Exodus: A Memoir», όπου καταγράφονται οι εμπειρίες της νέας της ζωής, εκτός κοινότητας. Σύμφωνα με την ίδια, το βιβλίο δεν γράφτηκε όπως επιθυμούσε, λόγω πίεσης από την πλευρά του αμερικανικού εκδοτικού οίκου. Αυτή την περίοδο η Φέλντμαν εμβαθύνει στη γίντις λογοτεχνία, ως μέρος της έρευνας για το νέο της βιβλίο, το οποίο γράφει στα γερμανικά. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα εμπνευσμένο από την ταλαντούχα συγγραφέα Έστερ Κράιτμαν, αδελφή του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, του γεννημένου στην Πολωνία Αμερικανο-εβραίου συγγραφέα, ο οποίος βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1978.

«Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι ήμουν ένας σύγχρονος άνθρωπος»

Για τη Φέλντμαν τα βιβλία παραμένουν ένα καταφύγιο. Όχι όμως η σύγχρονη λογοτεχνία, με την οποία δεν ταυτίζεται ακόμα. «Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι ήμουν ένας σύγχρονος άνθρωπος», λέει. Αντίθετα, προσπαθώντας να καλύψει το χαμένο έδαφος, διαβάζει κλασικά έργα. Τι άλλο απολαμβάνει η ίδια σήμερα; Να κάνει βόλτες στο δάσος με τον σκύλο της –ένα κρητικό Κοκόνι– ακούγοντας Σούμαν και Σούμπερτ, να διαβάζει ποίηση και να φροντίζει τα φυτά της βεράντας της. «Η ζωή μου είναι γεμάτη από απλές απολαύσεις. Δεν είμαι πολύ φιλόδοξη σε αυτόν τον τομέα. Δεν έχω πάει ποτέ σε κλαμπ. Όταν ήμουν νεότερη, είχα ένα μικρό παιδί και δεν μπορούσα, τώρα πια δεν με ενδιαφέρει», λέει.

Δεκατεσσάρων ετών σήμερα, ο γιος της είναι ένα «φυσιολογικό» παιδί, το οποίο, όπως λέει εκείνη, κάποια εποχή έκανε πολλές ερωτήσεις, που απαντήθηκαν. Την ίδια στιγμή, ο πρώην σύζυγός της εγκατέλειψε και εκείνος με τη σειρά του την κοινότητα. Κοσμικός σήμερα, όπως και η Φέλντμαν, μένει στο Νιου Τζέρσεϊ με τη δεύτερη γυναίκα του και τα δύο τους παιδιά, ενώ διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με τη συγγραφέα και τον γιο τους.

Το ταξίδι στην Κρήτη

Στο Βερολίνο, πόλη που η Φέλντμαν χαρακτηρίζει «πρωτεύουσα» του δυτικού κόσμου, η συγγραφέας νιώθει σήμερα σαν στο σπίτι της. Μεγαλώνοντας με το τραύμα του Ολοκαυτώματος, είχε μια τεράστια περιέργεια για τη Γερμανία, ενώ η γλωσσική «συγγένεια» γίντις-γερμανικών ήταν άλλος ένας παράγοντας. Της λείπει κάτι από την πρώην ζωή της; «Ο κήπος της γιαγιάς μου», λέει. «Ήταν μια ξεχωριστή γυναίκα, η οποία είχε τον μόνο κήπο της κοινότητας. Ήταν μια δυνατή γυναίκα, που στις χειρότερες στιγμές της κρατιόταν από τις καλές. Έμαθα πολλά από εκείνη. Όταν έφυγα, έπασχε ήδη από άνοια, ήταν σαν να την είχα ήδη “αποχαιρετήσει”».

Τον Οκτώβριο του 2018 η Φέλντμαν ταξίδεψε στην Κρήτη για διακοπές, κοντά στον Πλακιά. Πιστεύει ότι η ελληνική φιλοξενία είναι η καλύτερη στον κόσμο και ονειρεύεται μια μέρα, όταν ο γιος της θα τελειώσει το σχολείο, να ζει ένα μέρος του χρόνου στην Ελλάδα. Τα ελληνικά βρίσκονται άλλωστε στη λίστα γλωσσών με τις οποίες θέλει να ασχοληθεί, όπως τα ουγγρικά, αφού τελειώσει με γλώσσες όπως τα γαλλικά, που μαθαίνει τώρα.

Η Ντέμπορα Φέλντμαν μπορεί σήμερα να ονειρεύεται. Πιστεύει ότι τα βιώματά της θα αποτελούν πάντα πλούσια πηγή για την ίδια, ότι οι «δαίμονες» θα τη συντροφεύουν για καιρό ακόμα, αλλά και ότι συνεχώς διευρύνει την οπτική της. Άφησε πίσω της μια προδιαγεγραμμένη μοίρα για να χτίσει μια άλλη, απόλυτα δική της. «Δεν πιστεύω στις παραδοσιακές δυτικές ιδέες περί ευτυχίας. Ευτυχία για μένα δεν είναι η επιτυχία, ο πλούτος, το στάτους, οι συμβατικές σχέσεις και οι οικογενειακές δομές. Για μένα, η ευτυχία έχει να κάνει με την αυθεντικότητα. Το να έχεις ανθρώπους στη ζωή σου που σε δέχονται γι’ αυτό που είσαι και μέσα από εκείνους βλέπεις τον εαυτό σου», λέει λίγο πριν κλείσουμε τις κάμερες. «Πιστεύω ακόμα στον διάλογο. Το πεπρωμένο μου ήταν να βρω τη φωνή μου και το πεπρωμένο μου είναι να τη χρησιμοποιήσω».