ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Στο μπεκετικό σύμπαν του Άρη Σερβετάλη

sto-mpeketiko-sympan-toy-ari-servetali

Ο γνωστός ηθοποιός μιλά στο «Κ» για την παράσταση «Περιμένοντας τον Γκοντό», το έργο του Σάμιουελ Μπέκετ, τον ρόλο του ως Άγιος Νεκτάριος και τις ημέρες που έψαχνε τον δρόμο του φτιάχνοντας έπιπλα και καταστρώματα καραβιών.

«Θυμάμαι τους ανθρώπους που δουλεύαμε μαζί και ξύναμε τα καταστρώματα. Ένας ήταν από τη Βουλγαρία. Μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση το κολατσιό του. Ήταν ψωμί, αλάτι και κρεμμύδι. Του λέω, τι τρως; Μου λέει, αυτό είναι. Καμιά φορά μόνο έφερνε ντομάτα ή λίγο σαλάμι. Έβλεπες ανθρώπους χειρώνακτες, που δεν κολλούσαν πουθενά. Ό,τι κι αν ήταν, θα έμπαιναν στη διαδικασία να το κάνουν, και μιλάμε για δύσκολα πράγματα, αλλά το έκαναν με πολλή αγάπη».

Η αίσθηση του χειροποίητου υπάρχει παντού στον Άρη Σερβετάλη. Είτε μιλάει για τον καιρό που πέρασε επισκευάζοντας καταστρώματα δίπλα σε παλιούς μάστορες, είτε για τα έπιπλα που φτιάχνει στον ελεύθερο χρόνο του, για τη δουλειά του στο θεατρικό σανίδι ή στον κινηματογράφο, είτε για την αγωνία του Μπέκετ, ο 43χρονος ηθοποιός δίνει σχήμα και μορφή στους ρόλους που ενσαρκώνει, λαξεύοντας κάθε φορά τον εαυτό του. «Ο προβληματισμός, ειδικά στους μεγάλους συγγραφείς, είναι ίδιος, απλώς αλλάζουν οι ποσοστώσεις και οι δυναμικές. Εκεί έχει ενδιαφέρον η συνθετική σου ικανότητα, πώς θα αλλάξεις το ύφος και τα πράγματα. Έτσι κι αλλιώς φέρεις τον εαυτό σου. Κι αυτά που λένε, δεν είμαι εγώ, είμαι ο ρόλος. Ποιος είναι ο ρόλος, ποιος είμαι εγώ; Είμαι εγώ σε συνθήκες άλλες».

Ανοίγει την γκρίζα πόρτα του ισογείου που γράφει «Αποθήκη». Ο τίτλος και το δάπεδο του μικρού δωματίου, βαμμένο πράσινο με λευκές γραμμές, ανήκουν, με διαβεβαιώνει, στον προηγούμενο ενοικιαστή. Πριν κλειδώσει την πρώτη πόρτα για να ξεκλειδώσει τη δεύτερη και μπούμε μέσα στο res ratio network studium, τον μεγάλο ενιαίο χώρο προβών και πειραματισμού που χρησιμοποιεί ο ίδιος, αλλά διαθέτει και σε άλλους καλλιτέχνες, παρατηρώ τα αραδιασμένα ξύλα και έναν πάγκο εργασίας. «Εδώ ήταν το εργαστήριό μου για το ξύλο», λέει.
Από την πρώτη μας συνάντηση, ένα ζεστό απόγευμα στο Αττικό Άλσος, μου έμεινε στον νου η αναφορά του στη σχέση του με την ξυλουργική που κληρονόμησε από τον μαραγκό πατέρα του. Μιλούσε για το πλανάρισμα, το τρίψιμο, τον τρόπο που το ξύλο παίρνει σχήμα με έναν τρόπο σχεδόν στοργικό.

Η διαδικασία των συνδέσεων

Όταν οι εργασίες του έγιναν αρκετά θορυβώδεις για όσους έκαναν πρόβα στο στούντιο, μετέφερε το εργαστήριο στο υπόγειο του σπιτιού του, όπου πέρασε μεγάλο μέρος της καραντίνας κατασκευάζοντας έπιπλα. Απολαμβάνει, λέει, τη διαδικασία των συνδέσεων, τον τρόπο που θα συνδεθούν τα κομμάτια ενός επίπλου για να πάρει σχήμα και μορφή. Μπορεί να χρειαστεί λίγο τρίψιμο, μια μικρή επεξεργασία, για να ταιριάξει. Η επεξεργασία του ξύλου, λέει, είναι για τον ίδιο μια διαδικασία γείωσης. «Δεν έχει υπεκφυγές, αντιμετωπίζεις την αλήθεια». Το λάθος δεν κρύβεται, το λένε και οι μεγαλύτεροι τεχνίτες. «Ταπεινώνεσαι. Αντιμετωπίζεις την πραγματικότητα, θες δεν θες, αυτό είναι το ενδιαφέρον με τις χειρωνακτικές εργασίες. Είτε θα πεις είναι στραβό και δεν πειράζει είτε θα το ξανακάνεις από την αρχή».

Κάτι που δεν απέχει, συμπληρώνει, από την τέχνη της υποκριτικής. «Απλώς στις πρόβες του θεάτρου έχεις τη δυνατότητα να επανέλθεις, να δεις το λάθος και να το ξαναπιάσεις από την αρχή. Στην παράσταση έχεις τη δυνατότητα να το αποδεχτείς όσο πιο γρήγορα γίνεται, να μη μείνεις ενοχικά στο λάθος και χάσεις όλη την παράσταση. Η αποδοχή του θα σε απελευθερώσει. Είναι σαν να έχεις πολλές παραγγελίες και κάθε μέρα να φτιάχνεις ένα χειροποίητο κομμάτι, διότι η παράσταση είναι κάτι χειροποίητο».

Ο «δικός τους» Άρης

Οι συνεργάτες του Άρη Σερβετάλη μιλούν για έναν άνθρωπο με χιούμορ, «διαβασμένο», μεθοδικό. Έναν ερευνητή που μπαίνει «βιωματικά» μέσα στο κείμενο. Ο ίδιος περιγράφει τον εαυτό του ως έναν πρακτικό άνθρωπο, δίπλα στν σύντροφό του, εικαστικό και σκηνοθέτη Έφη Μπίρμπα. «Η Έφη έχει μια αστείρευτη έμπνευση, είναι κάτι πηγαίο, αναβλύζει. Εγώ είμαι το εργαλείο».  

sto-mpeketiko-sympan-toy-ari-servetali0

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Κακλέας είναι ένας από τους παλαιότερους συνοδοιπόρους του σε μια συνεργασία που βγάζει συνεχώς νέους καρπούς. Γνωρίστηκαν σε ένα σεμινάριο του κ. Κακλέα για τον Πέερ Γκυντ το 1999 και ακολούθησε η πρώτη τους συνεργασία στην παράσταση «Ουπς!» στον Τεχνοχώρο την επόμενη χρονιά. Εκεί ήταν, μας λέει ο γνωστός σκηνοθέτης, που ο σεναριογράφος Θοδωρής Πετρόπουλος είδε τον Άρη Σερβετάλη και φαντάστηκε τον χαρακτήρα του Λάζαρου στη σειρά «Είσαι το ταίρι μου».

Περίπου δέκα χρόνια μετά συνεργάστηκαν ξανά στην 24ωρη παράσταση «Μερσιέ και Καμιέ» του Σάμιουελ Μπέκετ στο Φεστιβάλ Αθηνών. «Θυμάμαι το πρόσωπο του Κώστα Φιλίππογλου (σ.σ. συμπρωταγωνιστή του) στις 20 ώρες της παράστασης. Τον κοίταζα και έβλεπα αυτή την ωχρότητα και τον ιδρώτα, το απλανές βλέμμα, και έβλεπα το πρόσωπό μου. Ήταν μια στιγμή που κοιταζόμασταν και ένιωσα να διαστέλλεται ο χρόνος», μας λέει. Ένα κοίταγμα, μια αναμονή που μπορεί στον συνηθισμένο θεατρικό χρόνο να διαρκούσε ένα λεπτό, στην παράσταση διαρκούσε μέχρι και είκοσι. «Βιώνεις την πραγματικότητα. Τον μπεκετικό χρόνο όμως θα τον αγγίζαμε εάν κάναμε την πρώτη ιδέα που είχε ο Γιάννης, δηλαδή να κάναμε την παράσταση 72 ώρες», μας λέει γελώντας.

Ο κ. Σερβετάλης όμως είχε καταδυθεί στο σύμπαν του Μπέκετ λίγο νωρίτερα, με το «Άτιτλο» της Έφης Μπίρμπα. Τότε συναντήθηκε με το έργο και τις ιδέες του Ιρλανδού συγγραφέα, που άσκησαν επάνω του μια βαθιά επιρροή. «Με συγκλόνισε ότι έρχεται συνεχώς σε επαφή με μια ακραία κατάσταση του ανθρώπου που είναι σε περισυλλογή. Βρίσκεται συνεχώς σε μια διαδικασία ερώτησης, χωρίς να βρίσκει απαραίτητα απαντήσεις. Σαν να κοιτάζει ένα έπιπλο και να σκέφτεται από τον καπλαμά και τα νερά του ξύλου μέχρι το ότι αυτό μπορεί να στήριζε μια τηλεόραση στο σπίτι που έμενε με τους δικούς του και χάλασε. Οι συνειρμοί, ο χρόνος στα έργα του μοιάζει να έχει γίνει ένα πράγμα. Παρελθόν, παρόν και μέλλον μαζεύονται όλα σε μια στιγμή, τη στιγμή που όλα καταγράφονται μέσα μας. Αυτό μου αρέσει στον Μπέκετ. Είναι ένας καταγραφέας εσωτερικής διεργασίας».

Περιμένοντας τον Γκοντό

Αυτό το καλοκαίρι, ο Άρης Σερβετάλης συναντάει ξανά τον Μπέκετ στην παράσταση «Περιμένοντας τον Γκοντό», σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα. Ο κ. Κακλέας θεωρεί τον ψηλόλιγνο ηθοποιό ιδανικό ερμηνευτή του αινιγματικού συγγραφέα. «Ο Μπέκετ απαιτεί από τον ηθοποιό μια βαθιά αίσθηση σκοτεινής αισιοδοξίας και μια σωματικότητα, και ο Άρης είναι επιδέξιος σε αυτό», λέει.

Η εκφραστικότητα μέσα από το σώμα τράβηξε την προσοχή του κ. Σερβετάλη ήδη από τα χρόνια των σπουδών του στη δραματική σχολή «Διομήδη Φωτιάδη». Επηρεάστηκε από τη δασκάλα του, Αμάλια Μπένετ, και εντάχθηκε σε χορευτικά σχήματα. Πιο μεθοδικά δούλεψε την κίνηση στη σκηνή με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου στο «2» και στη «Μήδεια». «Αισθανόμουν μια έλξη προς τη σωματικότητα», λέει. «Δεν μου προκαλεί κάποια συγκίνηση απλώς να λέγονται τα πράγματα.Ενώ να βλέπω τον άλλο να πασχίζει, ένα σώμα να προσπαθεί για κάτι, με μετατοπίζει. Όταν εκφέρει και λόγο παράλληλα, μου δημιουργεί και μια αλήθεια».

Πάντως ο «Γκοντό», αν και δεν ήταν στο «πρόγραμμα» -ήρθε ως ιδέα στον Γιάννη Κακλέα μέσα στην αναμονή της καραντίνας-, έρχεται κατά τον Άρη Σερβετάλη ως συνέχεια του Ρινόκερου και του Δον Κιχώτη. «Νομίζω ότι αυτά τα έργα συμπληρώνονται. Η γραμμή που τα ενώνει είναι η διαδρομή του ανθρώπου προς το άγνωστο, η αναμονή, η εσωτερική αναζήτηση μέσα σε άγνωστα τοπία. Όπως ο Δον Κιχώτης έμπαινε σε διαδρομές και συνεχώς έβαζε τον εαυτό του μπροστά στην αναμέτρηση, το ίδιο συμβαίνει και με τους δύο ήρωες, τον Εστραγκόν και τον Βλαδίμηρο, που μέσα από την αναμονή σκαρφίζονται παιχνίδια για να σκοτώσουν αυτή την πλήξη ή τη διαδικασία να αποφύγουν να αναμετρηθούν με τον εαυτό τους».

Ο «εγκεφαλικός» Βλαδίμηρος και ο «αυθόρμητος» Εστραγκόν είναι, μας λέει ο κ. Σερβετάλης, σαν ένας άνθρωπος που παλεύει με τον ορθολογισμό και την παρόρμηση και ζητούν από τον Γκοντό να τους βγάλει από το αδιέξοδο της σκέψης, να τους δείξει ποιος είναι ο στόχος. Ο ίδιος αισθάνεται πιο πολύ Βλαδίμηρος ή Εστραγκόν; «Νομίζω ότι είμαι ακριβώς αυτό, μια το ένα, μια το άλλο, δεν είμαι ένα πράγμα».

Σε αυτή την αναζήτηση παρεμβάλλονται ο Πότζο, ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Άρης Σερβετάλης, και ο Λάκι. Κατά την ανάγνωση του Γιάννη Κακλέα οι δυο τους είναι τα είδωλα των δύο πρωταγωνιστών που τους φέρνουν αντιμέτωπους με αυτό που προσπαθούν να αποφύγουν. «Ο Πότζο είναι ένας φαρσέρ, ένας σαλός, που τους μιλάει με τα δικά τους δεδομένα, μέσα από ένα παιχνίδι, μέσα από μια στρεβλή διαδικασία περιγραφής κάποιων εικόνων, και ταράζει τη σκέψη τους».

Φαινομενικά, συμπληρώνει, ο Πότζο χρησιμοποιεί το προσωπείο της βίας και της ωμότητας καταπιέζοντας τον Λάκι. «Είναι σαν να είναι το ίδιο πρόσωπο και μέσα από αυτό το παιχνίδι παρουσιάζει στους άλλους δύο αυτό που δεν θέλουν να αποδεχτούν, ότι όλοι κρύβουμε αυτή την ωμότητα, ότι λέμε για τον άλλο ότι είναι βίαιος αλλά δεν αναγνωρίζουμε τη βία που έχουμε μέσα μας. Λέμε ότι ο άλλος είναι “φασίστας”, αλλά εμείς μπορεί να είμαστε στην πραγματικότητα οι μεγαλύτεροι φασίστες, σε σχέση με το πώς αντιμετωπίζουμε την καθημερινότητά μας, τη γυναίκα μας, τον φίλο μας, τη δουλειά μας. Η εγωπάθειά μας δεν μας επιτρέπει να λειτουργήσουμε διαφορετικά».  

Συμφωνεί με την ανάγνωση του Γιάννη Κακλέα ότι ίσως πρόκειται για ένα πρόσωπο κατακερματισμένο σε πολλά προσωπεία. «Μέσα από αυτή την αναμονή ο Μπέκετ μάς λέει ότι αυτοί οι χαρακτήρες μπορεί και να είναι ένα πρόσωπο που αναμένει τη σωτηρία του, την κάθαρση της ψυχής του, που αναμένει να διαχειριστεί τον εσωτερικό του κόσμο».

Θεολογικά στοιχεία

Όπως και αρκετοί μελετητές του Μπέκετ, ο Άρης Σερβετάλης ανιχνεύει αρκετά θεολογικά στοιχεία στον «Γκοντό» και γενικότερα στο έργο του Ιρλανδού συγγραφέα με το προτεσταντικό παρελθόν. «Είναι διαφορετικό κάποιος να είναι στην απόλυτη άγνοια και να μην μπαίνει, να μη θέλει να αγγίξει τέτοιες περιοχές, και είναι διαφορετικό κάποιος να προσπαθεί να τις αγγίξει, χωρίς να ξέρει πώς να το κάνει αυτό. Το γεγονός ότι έλκεσαι σε αυτές τις εσωτερικές περιοχές για να σου δοθεί κάτι, τις αγγίζεις, ζητάς βοήθεια, είναι ένα είδος προσευχής. Η απάντηση έχει έρθει μέσα από την ίδια την αναμονή, η διαδικασία εμπεριέχει την απάντηση».

Ακόμα και η έννοια του θανάτου που παρουσιάζεται στον «Γκοντό» από την αρχή αλλά και πολύ παραστατικά από τον Πότζο με τη φράση «Ξεγεννάνε καβάλα σε έναν τάφο, αστράφτει το φως μια στιγμή κι ύστερα πάλι σκοτάδι» είναι για τον ίδιο κομμάτι «στο κυκλικό σχέδιο της ζωής», όπου ο θάνατος «είναι απλώς μια μετάβαση». «Γι’ αυτό θεωρώ ότι στο έργο του Μπέκετ υπάρχει αυτή η διέξοδος, το ξέφωτο, που αναφέρει σε αρκετά σημεία, όχι στον Γκοντό αλλά σε άλλα κείμενά του. Δεν είναι απαισιόδοξη σκέψη· όταν το αποδέχεσαι, αισθάνεσαι την αξία της ζωής και σε τροφοδοτεί με τρομερή όρεξη για ζωή».

sto-mpeketiko-sympan-toy-ari-servetali2

Τον ρωτάμε εάν είναι εύκολη η μετάβαση από τον Πότζο στον Άγιο Νεκτάριο, τον οποίο βιογραφεί η ταινία «Man of God», μια διεθνής παραγωγή σε σκηνοθεσία Γιελένα Πόποβιτς. Πρόβες και γυρίσματα γίνονται παράλληλα και σχεδόν καθημερινά. Ο κ. Σερβετάλης γελάει κάτω από τα πυκνά του γένια, που έχουν καλύψει όλο το πρόσωπό του, δίνοντάς του μια ασκητική όψη. «Έχουν άλλες ποιότητες, άλλες ενέργειες. Εγώ αντιμετωπίζω τον Πότζο με μια σαλότητα, ο Άγιος Νεκτάριος έχει μια πραότητα και μια διάκριση στα πράγματα. Φλέγεται εσωτερικά. Είναι σαν να παίζεις τρία παιχνίδια ποδοσφαίρου μαζί και ο Μπέκετ δείχνει πώς είσαι κατά τη διάρκεια των 270 λεπτών, ενώ ο Άγιος Νεκτάριος δείχνει πώς είσαι μετά τα 270 λεπτά. Είναι το επόμενο στάδιο επειδή ήταν στο ξέφωτο».

Ο ίδιος δεν έχει βρει αυτό το «ξέφωτο», αλλά η αναζήτησή του ξεκίνησε το 2003, όταν έμπαινε «σε πολλά δρομάκια που οι καρποί τους ήταν εφήμεροι». «Ήμουν μετέωρος, πήγαινα όπου φυσούσε ο άνεμος και έπεφτα σε τοίχους. Έπρεπε να βρω ένα πάνορμο για να καταλαγιάσει η ανεμοδούρα». Μετά, λέει, έγινε ένα κλικ και η σύνδεσή του με την Ορθοδοξία. «Εκεί αισθάνθηκα ότι αυτό έχει μια διάρκεια, μια σχέση που τείνει προς το άπειρο».

Εκείνη την περίοδο άρχισε να αναρωτιέται τι είναι επιτυχία. Επαγγελματικά υπήρχε αναγνώριση, για την οποία δεν είχε «αντισώματα». Αλλά μέχρι πού έφτανε αυτό; Ξεκίνησε να προσπαθεί να καταλάβει ξανά τις έννοιες. Σήμερα τι ορίζει ως επιτυχία; «Να μπαίνεις σε μια κατάσταση με τον εαυτό σου. Ο χειρότερος εχθρός είναι ο εαυτός μας, από εκεί ξεκινάνε τα πάντα».

Ο Λάζαρος όμως με την κόκκινη χαίτη δεν είναι ένας ρόλος που προσπαθεί να απεκδυθεί ή να ξεχάσει. «Ίσα ίσα», λέει, «είναι μέρος του εαυτού. Τον φέρω σε κάθε έργο με άλλες δυναμικές».■

Η παράσταση «Περιμένοντας τον Γκοντό» κάνει πρεμιέρα στις 15 Ιουλίου στο Θέατρο Βράχων και θα περιοδεύσει σε ανοιχτά θέατρα.