ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Ο βασιλιάς γυμνός

Κυριακή στο εξοχικό χωρίς την ιεροτελεστία του κυριακάτικου μπάνιου, όπως την ήξερα μέχρι τώρα. Την ώρα που εγώ γυρίζω, οι κόρες μου αναχωρούν για την παραλία με τον μπαμπά τους. Μου στέλνει τα κατορθώματά τους σε βιντεάκια στο messenger – να η καινούργια θεαματική τούμπα στο νερό, να και το κάστρο που αυτή τη φορά δεν θα πάρει το κύμα. Τα highlights έρχονται σε περίληψη στην οθόνη του κινητού μου και συμπληρώνονται στην επιστροφή από ενθουσιώδεις αφηγήσεις, γιατί «αυτό το καλοκαίρι η μαμά κάνει χημειοθεραπείες και δεν πρέπει να κάθεται στον ήλιο». Η ειδική συνθήκη αφομοιώθηκε εύκολα, τα παιδιά έχουν έναν μοναδικό τρόπο να αποδέχονται τη ζωή, αν σταθείς με θάρρος απέναντί τους και τους προσφέρεις γενναιόδωρα την αλήθεια σου. «Στο δικό μου το μυαλό, για λίγο καιρό θα είσαι ένα μωρό σε σώμα ενήλικα. Δηλαδή πολύ τυχερή. Τα μαλλιά σου θα ξαναβγούν, όπως των μωρών που μεγαλώνουν. Θα ξεκινήσουν όλα από την αρχή», λέει η Άννα μου. Η σοφή απλότητα της σκέψης της μαλακώνει την περίπλοκη δική μου. Με γειώνει και με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Εντάξει, στη θάλασσα δεν πάμε παρέα, αλλά δεν χάθηκε κι ο κόσμος. 

Το σπίτι στα παράλια της Κορινθίας, όπου πέρασα τα πιο βαρετά εφηβικά καλοκαίρια μου, φέτος μεταμορφώνεται στο πιο ασφαλές απάγκιό μου. Και κοντά του τα Σαββατοκύριακα ταυτίζονται πια με μια ιδιαίτερη προσμονή: να έρθει το απόγευμα της Παρασκευής, να «κολλήσουμε» κάμποσο πίσω από τα φορτηγά στην κίνηση της λεωφόρου Αθηνών ως την Ελευσίνα και να μην γκρινιάζει κανείς – το κέφι περισσεύει, άσε που έχουμε φτιάξει ειδικό playlist για το σταμάτα-ξεκίνα. Η γιαγιά ανυπόμονη υποδέχεται στην αυλόπορτα τις εγγονές της, που τόσο της έλειψαν στην καραντίνα, υποδέχεται με λαχτάρα και την κόρη της, που κάθε εβδομάδα, από Παρασκευή έως Κυριακή, γίνεται για λίγο παιδί ξανά, για να πάρει αχόρταγα τη μαμαδίστικη φροντίδα. Ο χρόνος κυλά χωρίς εκπλήξεις, είναι ωραίο να ξέρεις τι να περιμένεις και πάνω απ’ όλα να είσαι ευγνώμων γι’ αυτό: την αδιατάραχτη ησυχία του μεσημεριού, τη μυρωδιά της σιτρονέλας το σούρουπο, το τραγούδι της θάλασσας που φτάνει ως το μπαλκόνι, το μπολ με τα φρεσκοπλυμένα κεράσια στο τραπέζι, τα γάργαρα παιδικά ξεφωνητά που δεν φιλτράρουν το συναίσθημα. Αλλά κυρίως αυτή την εξαγνιστική βουτιά στο παγωμένο για τα γούστα σου νερό, όταν οι υπόλοιποι ακόμη χουζουρεύουν τεμπέλικα στα κρεβάτια τους κι ο ήλιος είναι ακόμη πρωινός και πιο αθώος. 

Ο καρκίνος είναι μια τρομακτική ασθένεια. «Δουλεύει» ύπουλα, στο παρασκήνιο, ώσπου έρχεται η διάγνωσή του, να σε σαρώσει και να σε γκρεμίσει μέσα σε μία στιγμή: Έχει πάει αλλού; Το βρήκα νωρίς; Θα καταφέρω άραγε ποτέ να πάω παρακάτω ή θα φοβάμαι για πάντα; Είναι όμως κι ένα πολύτιμο «δώρο», υπό προϋποθέσεις. Αφού τον αποδεχτείς, σου επιτρέπει να βγεις από το σώμα και τις σκέψεις σου, να κοιτάξεις τον βασιλιά γυμνό. Να βάλεις μπρος το restart, που ανέκαθεν έταζες στον εαυτό σου αλλά τελικά ξέμενε στο pause. Να εκτιμήσεις βαθιά όσα με κόπο έχεις κατακτήσει κι όσα απλόχερα σου χαρίστηκαν. Κι αντί να συνεχίσεις να πενθείς για όσα αποχαιρέτησες, να δώσεις χώρο να καρπίσουν τα επόμενα. 

Αυτή τη νέα ζωή κυοφορεί αυτό το καλοκαίρι. ■