ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Μισάνθρωποι μάγοι της φιλοζωίας

shutterstock_539194633

Διάβαζα τις προάλλες την ανάρτηση του Γιάννη Τσιρώνη, πρώην αναπληρωτή υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ, που πλήρωσε με το κεφάλι του την επιμονή του να κάνει κάτι για τη χαλιναγώγηση των ανεξέλεγκτων εμπόρων της φιλοζωίας – ή τουλάχιστον έτσι το βλέπω εγώ. 

Αναφερόμενος στην τροπολογία για τη δημιουργία δημοτικών καταφυγίων σε εκτάσεις του Δημοσίου που αναγράφονται ως δασικές, τόλμησε να ποστάρει σε μια φιλοζωική ομάδα του facebook την επιχειρηματολογία του, γράφοντας:

«Ας ξεκαθαρίσουμε ότι απαγορεύεται να γίνουν καταφύγια εντός αστικού ιστού, οπότε σχεδόν το σύνολο των εκτάσεων εκτός σχεδίων πόλης υπόκεινται στη δασική νομοθεσία.

»1. Γνωρίζουν οι αγνοί ζωόφιλοι ότι τα καταφύγια είναι χώροι προσωρινής φιλοξενίας μέχρι να εμβολιαστεί το ζώο, να στειρωθεί ή να αναρρώσει, εάν είναι άρρωστο ή τραυματισμένο;

»2. Γνωρίζουν ότι αμέσως μετά την ολιγοήμερη φιλοξενία το ζώο απελευθερώνεται στο σημείο όπου βρέθηκε ή στο πλησιέστερο, εάν το σημείο δεν ενδείκνυται; Γνωρίζουν ότι απαγορεύεται ο μόνιμος εγκλεισμός ζώων, αλλά, ακόμα και αν επιτρεπόταν, κανένας δήμος δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να σιτίζει και να φιλοξενεί ζώα για περισσότερες από τις μέρες ίασης;

»3. Γιατί θεωρείται “κολαστήριο” ένα καταφύγιο σε δασική έκταση; Είναι κολαστήρια οι παιδικές κατασκηνώσεις, που κατά 99% βρίσκονται σε δασικές εκτάσεις; Είναι κολαστήριο το Μον Παρνές; Είναι κολαστήρια τα σύνθετα τουριστικά καταλύματα που επιδιώκουν να χτίσουν σε δάση οι επιχειρηματίες;

»Η απάτη αυτή πρέπει να σταματήσει: Δασικές εκτάσεις είναι όλες οι δημόσιες εκτάσεις εκτός σχεδίων πόλης, και προφανώς κάθε δήμος έχει τέτοιες εκτάσεις στα σύνορα της πόλης. Προφανώς δεν θα πάει κανένας δήμος να φτιάξει καταφύγιο στην κορυφή της Πάρνηθας ή του Παρνασσού, όχι γιατί θα ήταν βασανιστήριο για τα ζώα, αλλά γιατί θα ήταν πανάκριβη η πρόσβαση για το προσωπικό, τους γιατρούς ή τον εφοδιασμό. Προφανώς, όταν μιλάμε για δασικές εκτάσεις, μιλάμε για περιοχές στα όρια των δήμων, με οδική πρόσβαση».

Τριάντα δύο χρόνια δημοσιογραφικής τριβής και περίπου τα μισά απ’ αυτά χωμένος στα σόσιαλ μίντια δεν ήταν αρκετά για να με προετοιμάσουν γι’ αυτά που διάβασα στα σχόλια της ανάρτησής του. Η εμφυλιοπολεμική χολή, η χαιρεκακία που «με κάτι τέτοια έχασε την καρέκλα του» (μάλλον εύσημο για έναν κανονικό άνθρωπο που αντιμετωπίζει κριτικά την εξουσία), το απύθμενο μίσος που ξεχείλιζε μέσα από κάθε επικριτικό σχόλιο, μου έφεραν κυριολεκτικά, ανατριχίλα. Και οι κατακλείδες για το πόσο «εμείς θυσιαζόμαστε για τα ζώα κι εσείς μας κατηγορείτε για παράνομο εμπόριο», αυτή η ναρκισσιστική εγωπάθεια, η γαρνιρισμένη με το σύμπλεγμα της μητέρας Τερέζας, με έκανε να νιώσω ναυτία. 

Αναρωτιέμαι αν ο αποστασιοποιημένος παρατηρητής αντιλαμβάνεται ότι σε αυτό το πεδίο μάχης επιχειρούν άνθρωποι που από τη μια δηλώνουν ανυστερόβουλοι και αλτρουιστές φιλόζωοι, ενώ ταυτόχρονα καταγράφουν έμπρακτα τη μισανθρωπία και τον τυφλό φανατισμό τους. Άνθρωποι για τους οποίους το «ψόφα» είναι η αγαπημένη τους μονολεκτική καταδίκη. 

Όταν, πριν από εννέα χρόνια, κυκλοφορούσα το βιβλίο μου με τίτλο «Φιλόζωος ή μισάνθρωπος» (έναν τίτλο που μου δώρισε η φίλη και συγγραφέας Λένα Διβάνη), δεν φανταζόμουν πως θα χρειαζόταν σήμερα να απωθώ τόσο πολλούς μισανθρώπους ανάμεσα σε τόσο πολλούς «φιλόζωους». ■

K9