ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Τζόνι Ντεπ, η άνοδος και η πτώση

2020-07-24t070023z_546103416_rc2jzh9nvkwd_rtrmadp_5_britain-people-depp-heard-timeline

Έντουαρντ ο Ψαλιδοχέρης, Γκίλμπερτ Γκρέιπ, Εντ Γουντ, Ίκαμποντ Κρέιν, Γουίλι Γουόνκα, Σουίνι Τοντ, Κάπτεν Τζακ Σπάροου, Έντουαρντ Ράτσετ, δεκάδες ακόμη χαρακτήρες και ένας ηθοποιός- καμβάς για όλους τους: Τζόνι Ντεπ. «Υπάρχει μια κλωστή που ενώνει όλους αυτούς τους χαρακτήρες», δήλωσε πριν από λίγα χρόνια σε συνέντευξή του. «Παρότι είναι όλοι τους διαφορετικοί, είναι επίσης ίδιοι […]. Είναι όλοι τους άνθρωποι απροσάρμοστοι, που δεν ταιριάζουν πουθενά και όλοι τούς παρεξηγούν». Η περιγραφή θα μπορούσε να είναι αυτοβιογραφική. Άλλωστε, κανείς, ποτέ, δεν μπόρεσε να καταλάβει πού τελειώνουν όλοι αυτοί οι ήρωες και πού αρχίζει ο Ντεπ. 

Η ζωή του, όπως έχει αποσπασματικά αποτυπωθεί στα πρωτοσέλιδα, στα ρεπορτάζ, στις συνεντεύξεις του, δεν έχει κάτι να ζηλέψει από αυτήν ενός μυθοπλαστικού χαρακτήρα. Γεννημένος στο Κεντάκι τον Ιούνιο του 1963, ο νεότερος από τέσσερα αδέρφια, έζησε μια τραυματική παιδική ηλικία, που σημαδεύτηκε από το διαζύγιο των γονιών του, δεκάδες μετακομίσεις, λεκτική και σωματική κακοποίηση από τη μητέρα του Μπέτι Σου. «Υπήρχαν παράλογοι ξυλοδαρμοί», έχει πει, «μπορεί να έβλεπες ένα τασάκι να έρχεται καταπάνω σου, ίσως να σου ερχόταν το τηλέφωνο στο κεφάλι». Παρότι πάντα αναγνώριζε στη μητέρα του ότι εργάστηκε σκληρά για να τους μεγαλώσει, κάνοντας διπλοβάρδιες ως σερβιτόρα, γι’ αυτό και της αγόρασε μια φάρμα στο Κεντάκι με μία από τις πρώτες γενναίες αμοιβές του ως ηθοποιός, δεν δίστασε να δηλώσει ότι «η μητέρα μου ήταν ένας από τους πιο κακούς ανθρώπους που γνώρισα στη ζωή μου».

Στα 15 του, λίγο μετά το διαζύγιο των γονιών του, παράτησε το σχολείο, αποφασισμένος να κυνηγήσει το όνειρό του να γίνει μουσικός. Ήδη από τα 12 του χρόνια γρατζουνούσε με επιτυχία μια κιθάρα που του είχε δωρίσει η μητέρα του και συμμετείχε σε διάφορες μπάντες – στα 17 του θυμάται ακόμα ότι γνώρισε τον Ίγκι Ποπ, όταν το γκρουπ του επελέγη για να «ανοίξει» μια συναυλία του θρυλικού τραγουδιστή. Αναζητώντας ένα συμβόλαιο με δισκογραφική, έφτασε μέχρι το Λος Αντζελες, στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε τη Λόρι Αν Άλισον, αδερφή του μπασίστα και τραγουδιστή του συγκροτήματος Rock City Angels, με το οποίο συνεργάστηκε για ένα διάστημα. Η Λόρι Αν, που εργαζόταν ως μακιγιέζ, ήταν που τον σύστησε στον Νίκολας Κέιτζ, ο οποίος τον συμβούλεψε να ακολουθήσει καριέρα στην υποκριτική.

tzoni-ntep-i-anodos-kai-i-ptosi0Κέιτ Μος, Τζόνι Ντεπ και Ίγκι Ποπ.  © Time & Life/ Getty Images/ Ideal Image

Η ζωή του ροκ σταρ

Η πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση έγινε στην ταινία «Εφιάλτης στον δρόμο με τις λεύκες», ακολούθησε η κωμωδία «Private resort» και το «Πλατούν» του Όλιβερ Στόουν, πριν γίνει εφηβικό είδωλο πρωταγωνιστώντας στη σειρά «21 Jump street», που του έστρωσε τον δρόμο για τα πολυτελή χολιγουντιανά σαλόνια. Έκανε δώρο στον εαυτό του μία Χάρλεϊ Ντέιβιντσον του 1940 και αγόρασε το Viper room, ένα παλιό καταγώγιο, το οποίο μετέτρεψε σε ροκ κλαμπ, στη σκηνή του οποίου εμφανίζονταν οι Guns N’ Roses, ο Τζόνι Κας και άλλοι γνωστοί καλλιτέχνες. Εκεί άφησε λίγα χρόνια αργότερα την τελευταία του πνοή ο φίλος του Ρίβερ Φίνιξ, ενώ για μια εποχή κυκλοφορούσαν φήμες ότι ήταν ο Ντεπ που του είχε δώσει τη μοιραία δόση που τον οδήγησε στον θάνατο.

Η εξέλιξη της φιλμογραφίας του έδειξε, παρ’ όλα αυτά, ότι μάλλον δεν ένιωθε άνετα στον ρόλο του ειδώλου, στο καλούπι του νέου, ωραίου, ταλαντούχου, λίγο εκκεντρικού χολιγουντιανού σταρ που αναλαμβάνει συστηματικά ρόλους γοητευτικού αρσενικού που στο τέλος κερδίζει το κορίτσι. Αντίθετα, προτίμησε να ενσαρκώσει τους αγαπημένους του απροσάρμοστους, περιθωριακούς ήρωες, στους οποίους μοιάζει να βρίσκει παρηγοριά, ίσως και την αλήθεια του. Αγάπησε τον Ψαλιδοχέρη, που σηματοδότησε τη γνωριμία του με τον Τιμ Μπάρτον, στο σύμπαν του οποίου μοιάζει να ανήκει περισσότερο απ’ ό,τι στην ίδια του τη ζωή. Από το 1986 έως το 2018 συμμετείχε σε περισσότερες από 60 ταινίες, ενσαρκώνοντας μια ασυναγώνιστα ευρεία γκάμα χαρακτήρων που είναι στο (ή φλερτάρουν με το) περιθώριο, την απόρριψη, την τρέλα, ακροβατούν με χάρη, αλλά ποτέ με δίχτυ ασφαλείας. Η διαφορά του με άλλους ηθοποιούς που ενσαρκώνουν αντίστοιχους χαρακτήρες είναι ότι ο Ντεπ δεν φαίνεται να βασανίζεται από αυτούς, να μετεωρίζεται ανάμεσα στον θρίαμβο και στην κατάρρευση υπό το βάρος τους, δεν καταπονείται· το διασκεδάζει και κάπου βαθιά στο βλέμμα του πάντα διακρίνεται μια κατεργάρικη σπίθα, αλλά και μια ηρεμία, μια θαλπωρή, σαν να γύρισε και πάλι σπίτι. Όλη του η πορεία, από ήρωα σε ήρωα, μοιάζει να γίνεται με το αβέβαιο, χορευτικό, κοροϊδευτικό, σκανταλιάρικο βήμα του Τζακ Σπάροου, που φαίνεται χαμένος, αλλά πάντα ξέρει πού πάει.

tzoni-ntep-i-anodos-kai-i-ptosi1Στα γυρίσματα της ταινίας «Οι πειρατές της Καραϊβικής: Σε άγνωστα νερά», με τον σκηνοθέτη Ρομπ Μάρσαλ.© AFP/visualhellas.gr

Η περίπτωση Τζακ Σπάροου

Η περσόνα του Τζακ Σπάροου, ενός από τους πιο εμβληματικούς χαρακτήρες που υποδύθηκε ο Ντεπ, υπήρξε γι’ αυτόν ευλογία αλλά και κατάρα. Ο ηθοποιός που δεν ήθελε ποτέ να ταυτιστεί με έναν ήρωα, να μπει σε καλούπι, να κάνει το αναμενόμενο, έχει υποδυθεί τον έκπτωτο καπετάνιο σε πέντε ταινίες της σειράς «Οι πειρατές της Καραϊβικής» και ενδέχεται να επιστρέψει και για έκτη. Είναι διασκεδαστικός ο Σπάροου, αυθάδης, διπλωμάτης, θρασύς, δειλός, αλλά και άφοβος, μαχητής, όμως όχι βίαιος· ο πειρασμός είναι μεγάλος να συμπεράνει κανείς ότι για τον Ντεπ είναι ένα είδος alter ego, στο οποίο γυρνά αφού πειραματιστεί με μερικούς ακόμα προκλητικούς ρόλους – ίσως, βέβαια, ο λόγος που επιστρέφει στο πολυκαιρισμένο, χιλιομπαλωμένο κοστούμι του πειρατή να είναι τα πολλά μηδενικά στην επιταγή που συνοδεύει κάθε ταξίδι του στα επικίνδυνα νερά της Καραϊβικής. 

Τα τελευταία χρόνια ο Ντεπ μοιάζει να ακολουθεί κατά πόδας τη μοίρα του Σπάροου. Έκπτωτος κι ο ίδιος, ακολουθούμενος από φήμες για αλκοολισμό και εθισμό στα ναρκωτικά, μπλεγμένος σε δικαστικές περιπέτειες, προσπαθώντας να αποκτήσει και πάλι μέρος της περιουσίας του, αλλά και να αποκαταστήσει τη φήμη του και να διαφυλάξει την υστεροφημία του. Στις αρχές του 2016 ξεκίνησε μια δικαστική διαμάχη με την εταιρεία Management Group, που επί χρόνια διαχειριζόταν τα χρήματα και τα περιουσιακά του στοιχεία, κατηγορώντας τους για αμέλεια και απάτη. Η εταιρεία απάντησε με μια δική της αγωγή, στην οποία απέκρουε τις κατηγορίες, και με τη σειρά της επέρριψε στον Ντεπ την ευθύνη για την οικονομική του καταστροφή – η περιουσία του φημολογείται ότι ξεπερνούσε τα 3,5 δισ. δολάρια, έχοντας εισπράξει 350 εκατ. μόνο από τις ταινίες του, τα οποία κατασπατάλησε. Σύμφωνα με τη Management Group, o ηθοποιός φερόταν σαν κακομαθημένο παλιόπαιδο, ξοδεύοντας περισσότερα από 2 εκατ. δολάρια τον μήνα για τις προσωπικές του ανάγκες, ενώ απέκτησε 14 κατοικίες, 70 κιθάρες και 200 πανάκριβα έργα τέχνης πολύ γνωστών καλλιτεχνών. Κάπως έτσι έγινε γνωστό στο ευρύ κοινό ότι ο Ντεπ πλήρωσε τρία εκατ. δολάρια για να εκτοξεύσει με ένα κανόνι τις στάχτες του φίλου του Χάντερ Τόμσον στον ουρανό, ότι ξόδευε 30.000 δολάρια τον μήνα μόνο για κρασί, ότι πλήρωνε έναν τεχνικό ήχου για να του θυμίζει τις ατάκες του μέσω ενός ακουστικού κ.λπ. 

tzoni-ntep-i-anodos-kai-i-ptosi2Οι δικαστικές περιπέτειες του Τζόνι Ντεπ έχουν πλήξει τη δημόσια εικόνα του. ©EPA/VICKIE FLORES

Ραντεβού στο δικαστήριο

Ένα ακόμη πλήγμα για τη δημόσια εικόνα του ήρθε, όταν η σύζυγός του Άμπερ Χερντ έκανε αίτηση διαζυγίου, τον Μάιο του 2016, εξασφαλίζοντας περιοριστικά μέτρα εναντίον του και κατηγορώντας τον για βάναυση συμπεριφορά απέναντί της. Το ζευγάρι κατέληξε, τελικά, σε συμβιβασμό, το διαζύγιο οριστικοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2017, αφότου η Χερντ έλαβε 7 εκατ. δολάρια, τα οποία δώρισε σε φιλανθρωπικούς σκοπούς. Η δικαστική τους διαμάχη, ωστόσο, είχε συνέχεια, όταν ύστερα από δύο περίπου χρόνια ο Ντεπ με τη σειρά του μήνυσε την πρώην σύζυγό του, με αφορμή ένα άρθρο που υπέγραψε αυτή στην εφημερίδα «The Washington Post», όπου δήλωνε θύμα οικογενειακής βίας. Ισχυρίστηκε δε ότι ο ίδιος είχε υποστεί σωματική κακοποίηση από τη Χερντ στη διάρκεια του γάμου τους. Οι δυο τους έδωσαν νέο ραντεβού στις δικαστικές αίθουσες πριν από λίγες εβδομάδες, στη διάρκεια της εκδίκασης της μήνυσης που κατέθεσε ο ηθοποιός εναντίον της βρετανικής εφημερίδας «The Sun», που σε άρθρο της τον είχε χαρακτηρίσει «wife beater» (αυτός που ξυλοκοπά τη σύζυγό του). 

Πολλοί θαυμαστές και συνεργάτες του δεν έδειξαν να επηρεάστηκαν από τις αποκαλύψεις και τους ισχυρισμούς των κατηγόρων του, υπήρξαν και αυτοί, όμως, που προβληματίστηκαν ή και απογοητεύτηκαν, καθώς πείστηκαν ότι ο ασυμβίβαστος, ανένταχτος ήρωάς τους, το αγαπημένο «άτακτο παιδί» του Χόλιγουντ, εξελίχθηκε σε βίαιο, μνησίκακο, κακομαθημένο μεσήλικα. Παρ’ όλα αυτά, η εξέλιξή του ίσως δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη: παιδί κακοποιημένο από μια δεσποτική μητέρα, που ανακαλύπτει ότι το ταλέντο του στην υποκριτική τού δίνει τη δυνατότητα να εξερευνήσει μια τεράστια γκάμα χαρακτήρων με τους οποίους μοιράζεται μια παρήγορη ομοιότητα, και ταυτόχρονα μπορεί να του ανοίξει την πόρτα της σπηλιάς του Αλί Μπαμπά για να τσαλαβουτήξει στο χολιγουντιανό χρυσάφι. Χρησιμοποιεί την τεράστια περιουσία που συγκεντρώνει, για να «αγοράσει» την αγάπη της μητέρας και των άλλων μελών της οικογένειάς του και για να βαδίσει στα χνάρια μπον βιβέρ διασημοτήτων και προσωπικών του φίλων και ινδαλμάτων, όπως ο Μάρλον Μπράντο και ο Χάντερ Τόμσον. Παράλληλα, ενώ αποθεώνει τις υλικές απολαύσεις, δεν θέλει να έχει καμία σχέση με το χρήμα και ζητεί να αφεθεί να ζει στο χρυσό του σύννεφο από το οποίο είναι διατεθειμένος να κατέβει μόνο για να γευτεί μοναδικές στιγμές καλλιτεχνικής δημιουργίας. 

Δυστυχώς, αυτό που δεν φάνηκε να αντιλαμβάνεται εγκαίρως ο Τζόνι Ντεπ είναι ότι το εκκεντρικό λάιφ στάιλ ήταν σχεδόν αναμενόμενο, σίγουρα ανεκτό, μπορεί και αξιαγάπητο από έναν καλλιτέχνη του βεληνεκούς του στην άγρια ηλικία των 20 ή 25 ετών. Στα 57 του χρόνια, όμως, και έχοντας υιοθετήσει μια προσέγγιση Πίτερ Παν της κινηματογραφικής βιομηχανίας, φλερτάρει επικίνδυνα με την απαξίωση και τη γελοιοποίηση. Η ταύτισή του τα τελευταία χρόνια με τον απόκληρο Τζακ Σπάροου έχει θολώσει το περίγραμμα της δικής του προσωπικότητας, κάνοντας ακόμη περισσότερο δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στον άνθρωπο και στον καλλιτέχνη. Ο ίδιος μοιάζει να παλεύει να ωριμάσει χωρίς να μεγαλώσει. Ισχυρίζεται ότι είναι καλά και περιγράφει ευφάνταστα ό,τι του συνέβη: «Ήξερα ότι δεν θα ήμουν ποτέ η Σταχτοπούτα και το είχα αποδεχθεί. Αλλά νιώθω ότι μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα η δική μου εκδοχή της Σταχτοπούτας μετατράπηκε σε τέρας. Έγινα ο Κουασιμόδος». ■