ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Το μεγάλο παραμύθι της «φούσκας»

gettyimages-1226892189
2020-07-09t210215z_385320461_rc2xph9iil6s_rtrmadp_5_basketball-nba
gettyimages-1224904635

Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πληγεί και συνεχίζουν να πλήττονται από τον κορωνοϊό περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέρος στον κόσμο, είναι κάπως παράδοξο ότι το πιθανόν ασφαλέστερο μέρος του πλανήτη αυτήν τη στιγμή βρίσκεται στη χερσόνησο της Φλόριντα, μερικά χιλιόμετρα έξω από το Ορλάντο, σε μια έκταση ανάμεσα σε λίμνες όπου απλώνεται η παραμυθένια χώρα της Disney World. Το σημείο που -ποιος θα το έλεγε;- λειτουργεί αυτήν τη στιγμή ως η πρωτεύουσα του αμερικανικού μπάσκετ. 

Περίπου 1.500 άνθρωποι (αθλητές και προπονητές μέχρι μάγειρες ή κομμωτές και ελάχιστοι ρεπόρτερ, η διαμονή των οποίων κοστίζει 550 δολάρια τη μέρα) εισήλθαν οικειοθελώς σε μια «φούσκα», όπως καθιερώθηκε να αποκαλείται, όπου σε χρόνο ρεκόρ διαμορφώθηκε  ένας χώρος κατάλληλος για να φιλοξενήσει τους εναπομείναντες αγώνες της σεζόν του ΝΒΑ – είχε διακοπεί λόγω της πανδημίας πριν από πέντε μήνες. Ζουν απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο, δεν έρχονται σε επαφή με κανέναν εκτός «φούσκας», κάνουν καθημερινά τεστ και τηρούν ένα αυστηρό πρωτόκολλο που φαίνεται να φέρνει αποτελέσματα: μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κανένα κρούσμα στην Disney World. Οι ομάδες που θα αποκλείονται θα αποχωρούν, σε μια διαδικασία που θυμίζει τηλεοπτικό ριάλιτι, ενώ οι δύο φιναλίστ θα παρατείνουν τη διαμονή τους μέχρι τον Οκτώβριο. 

Η πρώτη αντίδραση των διάσημων αθλητών κατά την άφιξή τους ήταν μάλλον αμήχανη και από πολλούς εκφράστηκαν παράπονα – τα δωμάτια των ξενοδοχείων τούς φάνηκαν μικρά, τα γεύματα έμοιαζαν με «φαγητό αεροπλάνου», ένιωσαν εγκλωβισμένοι. Αν τα παραπάνω σάς ακούγονται σαν διαμαρτυρίες κακομαθημένων εκατομμυριούχων, θα εκτιμήσετε το σχόλιο του Στίβεν Άνταμς, του Νεοζηλανδού σέντερ των Θάντερ: «Δεν είμαστε στη Συρία, δεν είναι τόσο δύσκολο». Δεν είναι καθόλου δύσκολο, ειδικά αν κρίνουμε από τα εκατοντάδες βίντεο και τις φωτογραφίες που αναρτούν καθημερινά οι παίκτες στα κοινωνικά τους δίκτυα: βουτιές σε πισίνες, πολύ γκολφ, πινγκ πονγκ και ψάρεμα, βόλτες με ποδήλατα και, σε γενικές γραμμές, η εντύπωση που δίνεται πλέον είναι ότι η πλειονότητα των αθλητών διασκεδάζει αυτή την αλλόκοτη εμπειρία που παραπέμπει περισσότερο σε κεφάτη κατασκήνωση. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι για όλους εύκολο να αφήσουν τους οικείους τους για τόσο καιρό και, μάλιστα, τη στιγμή που στις ΗΠΑ ο ιός συνεχίζει να εξαπλώνεται.

Ο Λεμπρόν Τζέιμς σε διάλειμμα της προπόνησης μιλάει στα μίντια μέσω βιντεοκλήσης. © Jim Poorten, Jesse D. Garrabrant, Bill Baptist/NBAE via Getty Images/Ideal Image

Ο εθνικός ύμνος και τα δολάρια

Σύμφωνα με αμερικανικά δημοσιεύματα, το ΝΒΑ θα έχανε 1 δισ. δολάρια (τηλεοπτικά συμβόλαια, χορηγίες κ.ά.) αν δεν έβρισκε έναν τρόπο να ολοκληρωθεί η σεζόν. Σε μια χρονιά, μάλιστα, που είχε προηγηθεί το επίσης οικονομικά ζημιογόνο μποϊκοτάζ της Κίνας, έπειτα από τα σχόλια του Ντάριλ Μόρεϊ, τζένεραλ μάνατζερ των Ρόκετς, υπέρ των διαδηλωτών του Χονγκ Κονγκ. Η δημιουργία της «φούσκας» ήταν, δηλαδή, επιβεβλημένη και άξιζε τα 170 εκατ. δολάρια που υπολογίζεται ότι θα κοστίσει στους διοργανωτές, ενώ οι παίκτες θα σώσουν τους μισθούς τους που διαφορετικά θα ψαλιδίζονταν, έχοντας αγωνιστεί μόνο σε ένα ποσοστό των προβλεπόμενων αγώνων. 

Υπήρξε, πάντως, ένα μικρό σίριαλ όσον αφορά στη συμμετοχή των παικτών γιατί, ας μην ξεχνάμε, εκτός από την πανδημία, αυτήν την περίοδο η κοινωνία των ΗΠΑ δοκιμάζεται από μια εσωτερική σύγκρουση· μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ και τη μαζική κινητοποίηση του κόσμου, πολλοί αθλητές του ΝΒΑ πρωτοστάτησαν σε διαδηλώσεις, και έτσι εκφράστηκε η άποψη ότι η αποχή από τη «φούσκα» θα λειτουργούσε ως ηχηρό μήνυμα αντίστασης. Μπορεί και να ήταν. Προτιμήθηκε, όμως, η συμμετοχή και συμφωνήθηκε να διανθιστεί αυτό το μπασκετικό πείραμα με ακτιβιστικές δράσεις που θα έφταναν σε εκατομμύρια τηλεθεατές σε όλο τον κόσμο. Όπερ και εγένετο. Στο παρκέ του γηπέδου αναγράφεται με μεγάλα γράμματα το μήνυμα «Black Lives Matter», ενώ τα ονόματα στις φανέλες των παικτών έχουν αντικατασταθεί από μηνύματα περί ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης («I Can’t breath», «Justice Now», «Vote», «Listen to Us», «Freedom», «Speak Up» κ.ά.), τα οποία, βέβαια, εγκρίθηκαν πρώτα από τους αρμόδιους του ΝΒΑ, καθώς, εν προκειμένω, η επαναστατική διάθεση έπρεπε να συμπορεύεται με την πολιτική ορθότητα. 

Η πιο ενδιαφέρουσα δράση των παικτών παρατηρείται, πάντως, κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου των ΗΠΑ, πριν από κάθε παιχνίδι, όταν γονατίζουν, αντί να σταθούν προσοχή, ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Ο Τζέιλεν Μπράουν, αθλητής των Σέλτικς και ένας από τους πιο σοβαρούς και συνειδητοποιημένους αθλητές του ΝΒΑ, μίλησε προ ημερών για «συστημική καταπίεση», η οποία αρχίζει από τον εθνικό ύμνο, μέσα από τους στίχους του οποίου φαίνεται πόσο βαθιά ριζωμένος είναι ο ρατσισμός στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οπότε υπάρχει ένας πολύ ξεκάθαρος συμβολισμός σε αυτή την πρωτοβουλία, αν και δεν τους βρίσκει όλους σύμφωνους. Ο Μέιερς Λέοναρντ, για παράδειγμα, αθλητής των Χιτ, δεν γονάτισε. Εξήγησε μετά πως στηρίζει απολύτως τον αγώνα για τα δικαιώματα των μαύρων, αλλά θεωρεί ασεβές να γονατίσει όταν ακούγεται ο εθνικός ύμνος, ειδικά όταν ο αδερφός του έχει κάνει δύο θητείες ως πεζοναύτης στο Αφγανιστάν. Η αμερικανική κοινωνία, όπως φαίνεται, δεν είναι μόνο διχασμένη, αλλά και πολύ μπερδεμένη. 

Οι αναπληρωματικοί των Τζαζ καθισμένοι σε αποστάσεις κάτω από την ψηφιακή εξέδρα των οπαδών των Θάντερ. Joe Murphy/NBAE via Getty Images/Ideal Image

Ο παλμός των ψηφιακών οπαδών

Σε συνθήκες κοινωνικού πειράματος, λοιπόν, εν μέσω συνεχών ελέγχων για τον ιό και με τον φόβο ότι εκατομμύρια δολάρια θα βρεθούν στον αέρα σε περίπτωση που κάτι πάει στραβά, κάποτε αρχίζει και το μπάσκετ. Θεωρητικά αυτό ήταν το ζητούμενο. Τελικά, όμως, μοιάζει δευτερεύον. Το θέαμα είναι υψηλού επιπέδου, όπως συνήθως, αν και ένας αγώνας χάνει πάντα τη μαγεία του (ακόμα και όταν τον βλέπεις από την τηλεόραση) όταν το γήπεδο είναι άδειο. Περίπου άδειο, έστω. Πίσω από τους πάγκους των ομάδων υψώνεται ένας τοίχος-οθόνη, όπου εμφανίζονται κάποιες δεκάδες ψηφιακοί οπαδοί – είναι κανονικοί άνθρωποι (ελαφρώς πιξελαρισμένοι) που παρακολουθούν τον αγώνα μέσω μιας πλατφόρμας, κάτοχοι εισιτηρίων διαρκείας ή συγγενείς των παικτών, οι αντιδράσεις των οποίων πάντως ελέγχονται από επόπτες – αν παρεκτραπούν ή αν φύγουν από τη θέση τους αντικαθίστανται από άλλους. Αυτοί είναι οι νόμοι της «φούσκας». 

Το ΝΒΑ συχνά αποκαλείται «μαγικός κόσμος», και αυτήν τη φορά φιλοξενείται σε ένα «μαγικό βασίλειο», στη σκιά του πύργου της Σταχτοπούτας, ωστόσο το συγκεκριμένο παραμύθι δεν θα τελειώσει με το «έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Θα τελειώσει με την άκομψη υπενθύμιση ότι η πραγματική ζωή δεν κυλάει όπως στο αποστειρωμένο εναλλακτικό σύμπαν της Φλόριντα, θα τελειώσει σε έναν κόσμο που ακόμα θα περιμένει το εμβόλιο, σε έναν κόσμο όπου το να παίξεις στο ανοιχτό γηπεδάκι της γειτονιάς δεν θα θεωρείται ασφαλές. Θα τελειώσει, επίσης, σε έναν κόσμο με τις ίδιες κοινωνικές αδικίες, με τις ίδιες ανεκπλήρωτες διεκδικήσεις. Θα τελειώσει τις παραμονές των αμερικανικών εκλογών, όπου ο Ντόναλντ Τραμπ θα εξαντλεί τις πιθανότητες της επανεκλογής του. Τότε ίσως σκεφτούμε ότι όλο αυτό δεν ονομάστηκε «φούσκα» επειδή ήταν κάτι ερμητικά κλειστό, αλλά επειδή έσκασε. ■