ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Κυριακές του ήλιου

Οι Κυριακές είναι του ήλιου. Αν για τους αρχαίους ο θεός Ήλιος ήταν ένας δεύτερος Απόλλωνας, εγώ πάλι τον είχα πάντα στο μυαλό μου σαν έναν χρυσογένη γέροντα που ανοίγει τα σύννεφα και αφήνει νωχελικά να πέσουν οι ακτίνες του πάνω στη Γη. Βαριέται ενίοτε, αλλά είναι ευσυνείδητος και προσπαθεί χρόνια τώρα να κάνει όσο πιο καλά μπορεί τη δουλειά του. Πολλές από τις ακτίνες πέφτουν στην Ελλάδα, αλλά τις Κυριακές μού φαίνεται ότι πέφτουν ακόμα περισσότερες. Δεν είναι τυχαίο που στα αγγλικά και σε γερμανικές γλώσσες «Κυριακή» σημαίνει «η μέρα του ήλιου». 

Δεν είναι ότι ο ήλιος λάμπει πιο δυνατά τότε. Μάλλον εμείς έχουμε πιο πολύ χρόνο και καθαρό νου να το αντιληφθούμε. Η θέρμη του έχει αυτήν τη διττή ιδιότητα: από τη μία σκάμε και ιδρώνουμε και ανυπομονούμε να βρεθούμε στην αγκαλιά του ίσκιου και του κλιματιστικού, και από την άλλη την αναζητάμε, παραδινόμενοι ψυχή τε και σώματι στο καυτό χάδι του, λιαζόμαστε σαν τις σαύρες που παίρνουν ενέργεια, ανοίγουμε τους πόρους του δέρματός μας και τον καλούμε να μπει και να κάνει κατοχή. Και στις δύο περιπτώσεις ο ήλιος μάς κάνει να νιώθουμε πιο ζωντανοί. 

Τις τελευταίες δύο Κυριακές με ζέστανε σε δύο μέρη της Ελλάδας, μακριά το ένα από το άλλο, με ένα άγγιγμα τόσο διαφορετικό, μα και τόσο ίδιο. Αυτός ο κίτρινος δίσκος -με τον παππού θεό μέσα του- εξαπολύει τα κύματα θερμότητας σαν χρυσά δόρατα πάνω σε κάθε μεριά της χώρας.

Πρώτα ήταν η Τήνος. Ο ήλιος χτυπούσε τους ασπρισμένους τοίχους, έγλειφε τα μαρμάρινα υπέρθυρα, στράβωνε τις γάτες και τις έκανε ακόμα πιο τεμπέλες. Η θάλασσα στραφτάλιζε σαν να την έχεις ραντίσει με σπασμένο γυαλί, και τα περιστέρια άγγιζαν τις μύτες έξω από τα σπίτια τους. Το φως προσπαθούσε να γλιστρήσει μέσα στις σκιερές καμάρες, αλλά δεν τα κατάφερνε πάντα, κι έτσι προτιμούσε να πέσει πιο δυνατό πάνω στις εκκλησίες. Και οι ορθόδοξες και οι καθολικές το δέχονταν εξίσου εγκάρδια. «Στην Παναγία πήγατε;» ήταν η μόνιμη επωδός όλων. «Θα πάμε! Θα πάμε τη Δευτέρα, μην πέσουμε στη λαοθάλασσα!» Λίγο πριν βραδιάσει, είδα τον ήλιο να πεθαίνει κατακόκκινος στο Εξώμπουργο, τη μεσαιωνική πρωτεύουσα του νησιού, στην καρδιά αυτής της πλεούμενης γης.

Μία Κυριακή μετά, ήρθα στο χωριό μου στον Πάρνωνα, τα Βέρβενα. Ο ήλιος ξύπνησε στα 1.160 μ. υψόμετρο. Χρειάστηκε να σκαρφαλώσει πολύ για να φτάσει εκεί πάνω, αλλά όταν εμφανίστηκε δεν έδειξε καθόλου το αγκομαχητό του και φώτισε τις κερασιές και τις καρυδιές, για να πρασινίσουν από περηφάνια. Οι πέτρες άρχισαν να ζεσταίνονται πάλι. Το βράδυ τις είχε ζεστάνει η τσίκνα από τις ταβέρνες. Το νερό από την παλιά βρύση, κάθε χρόνο και πιο λιγοστό, κυλούσε λαμπερό και φιδογυριστό μέσα από τους κήπους. Οι κόκκινες γλάστρες, με φόντο τις γκριζωπές πέτρες των τοίχων, παρακαλούσαν τις γιαγιάδες να μην τις ποτίσουν μέσα στην ντάλα του μεσημεριού: «Το απόγευμα! Μη μας κάψει ο ήλιος, ντε!» Και το μισό χωριό μαζεύτηκε το σούρουπο να δει το μοβ ηλιοβασίλεμα. Όπως κάνει κάθε βράδυ… Οι Κυριακές είναι του ήλιου, κι ο ήλιος είναι του ανθρώπου. ■

Το μυθιστόρημα του Πάνου Δημάκη «Δεκαεπτά κλωστές» κυκλοφορεί από την Κάπα Εκδοτική.