ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Η Βραζιλία που δεν ξέρουμε

Το «Κ» ταξιδεύει στη μεγάλη αυτή χώρα, που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας σχεδόν πάντα για τους λάθος λόγους. 
Ο Μπολσονάρου και η πανδημία έκαναν τα πράγματα χειρότερα.

Τη Βραζιλία την πρωτογνώρισα τηλεοπτικά. Ήταν η δεκαετία του 1990 και στην ελληνική τηλεόραση προβάλλονταν βραζιλιάνικες σειρές χωρίς μεταγλώττιση. Τα πορτογαλικά της Βραζιλίας με συνεπήραν τόσο, που τις παρακολουθούσα ανελλιπώς. Καθώς ήμουν ήδη ισπανόφωνος, το ασυνήθιστο τηλε-φροντιστήριο είχε παράδοξο αποτέλεσμα: σε δύο χρόνια έμαθα σχεδόν απταίστως μια γλώσσα την οποία είχα ελάχιστες ευκαιρίες να μιλήσω. Παράλληλα, οι σειρές μού γέννησαν έντονη έλξη για τη Βραζιλία, βοηθώντας με να ξεφύγω από τα στερεότυπα «καρναβάλι, ποδόσφαιρο, Κοπακαμπάνα». 

Σκιαγραφούσαν μια κοινωνία με αυστηρή διαστρωμάτωση. Συχνά, τα παιδιά απευθύνονταν σε γονείς και παππούδες στον πληθυντικό. Η πολιτική ορθότητα ήταν άγνωστη και τα χοντρά αστεία με στόχο τους μαύρους και τους γκέι συνηθισμένα. Συχνές και οι αναφορές στην εγκληματικότητα: η λέξη «perigoso» (επικίνδυνος) ήταν από τις πρώτες που έμαθα. Όπως και η φράση «com licença» (με την άδειά σας): την επαναλάμβανε το υπηρετικό προσωπικό, που φορούσε πάντα στολές. Κυρίως, όμως, η τηλε-Βραζιλία ήταν μια χώρα λευκών. Θυρωροί, ταξιτζήδες, σερβιτόροι, αστυνομικοί, υπηρέτριες, οι κάτοικοι στις φαβέλες, όλοι εμφανίζονταν λευκοί. Αν έκρινα από τις σειρές, θα είχα κάθε λόγο να θεωρώ τη Βραζιλία μια τροπική Ευρώπη. 

Nordeste, μια Αφρική με μπαρόκ εκκλησίες

Κάποιες επιθυμίες αργούν να πραγματοποιηθούν. Πρωτοπάτησα στη Βραζιλία το 2016, εικοσαετία και πλέον μετά το «τηλε-φροντιστήριο». Καλύπτοντας τη μισή Νότια Αμερική, η μεγαλύτερη χώρα του λατινικού κόσμου είναι ήπειρος από μόνη της. Ξεκίνησα από τις βορειοανατολικές πολιτείες (Nordeste), όπου οι Πορτογάλοι θεμελίωσαν τη Βραζιλία πάνω στην «οικονομία του ζαχαροκάλαμου» και στη δουλεία. Με τους ιθαγενείς να έχουν αφανισθεί από τις επιδημίες που κουβάλησαν οι Πορτογάλοι, οι τελευταίοι εισήγαγαν εκατοντάδες χιλιάδες Αφρικανούς σκλάβους για να δουλέψουν στις φυτείες. 

Οι Πορτογάλοι άποικοι ήταν αρχικά μόνο νεαροί άνδρες. Η επιμειξία έγινε αναγκαστικά θεμέλιο της νέας κοινωνίας, δημιουργώντας μια χώρα μιγάδων. Με τη σκλάβα να θεωρείται περιουσιακό στοιχείο, ο βιασμός της από τον κύριό της ήταν κάτι σύνηθες. Τα παιδιά αυτών των ενώσεων ο πατέρας τα αναγνώριζε μονάχα εφόσον δεν είχε τέκνα λευκότερου χρώματος. Συνήθως παρέμεναν κομμάτι της «οικοσκευής», ενώ δεν ήταν σπάνιο σκλάβοι να υπηρετούν τα ετεροθαλή τους αδέλφια. Στο σκληρό αυτό σύστημα, αφέντες και σκλάβοι διαμόρφωσαν μαζί τη βραζιλιάνικη ταυτότητα: στις φυτείες εξελίχθηκαν η ιδιάζουσα προφορά της πορτογαλικής, η υβριδική κουζίνα (αμάλγαμα πορτογαλικών και αφρικανικών επιρροών) και ο θρησκευτικός συγκρητισμός (κράμα καθολικισμού με αφρικανικές θρησκείες). Οι εκεί εξουσιαστικές σχέσεις γέννησαν και τις κοινωνικές παθογένειες που ακόμη και σήμερα ταλανίζουν τη Βραζιλία. 

Διάλεξα να μείνω στην Ολίντα, ιστορική πόλη του Περναμπούκου και σήμερα προάστιο της πρωτεύουσάς του, Ρεσίφι. Ήταν μια επιλογή ασφαλείας, καθώς η Ρεσίφι πλήττεται από εγκληματικότητα. Απλωμένη στους λόφους της, η Ολίντα διατηρεί μια παλιομοδίτικη ησυχία. Ο Έντερ, η Λουάνα και οι δύο κόρες τους έμεναν σε ένα από τα παλιά σπίτια του οικισμού. Στον κήπο τους, δύο δέντρα μάνγκο βάραιναν από τους καρπούς. Μικρές μαϊμουδίτσες που περιδιάβαιναν τη γειτονιά πηδούσαν πάνω τους, σείοντας τα κλαδιά. Ώριμα φρούτα έπεφταν στο έδαφος και οι μικρές, που τα άκουγαν να σκάνε κάτω, έτρεχαν γελώντας να τα μαζέψουν. 

Στον «Ναό του Σολομώντα» στο Σάο Πάολο, τον μεγαλύτερο ναό Ευαγγελιστών στη Βραζιλία, εδρεύει η Παγκόσμια Εκκλησία της Βασιλείας του Θεού. Η εκκλησία και ο βαθύπλουτος πάστορας, ο βαρόνος των μίντια Εντζίρ Μασέντου, στηρίζουν με φανατισμό τον Μπολσονάρου. © Αλέξανδρος Μασσαβέτας

 

Στο πρώτο δείπνο θέλησα να ζητήσω κουτάλι και ήλθα αντιμέτωπος με τα λεξιλογικά μου κενά. Ποιος μιλούσε ποτέ στις σαπουνόπερες για κουτάλια; Συνειδητοποίησα ότι κανείς πια δεν μιλάει στον πληθυντικό. «Χρησιμοποιείς κάτι εκφράσεις που είναι τόσο ’90s!» είπε γελώντας ο Έντερ. Το ίδιο βράδυ γκρεμίστηκε μπροστά μου και το στερεότυπο του Βραζιλιάνου pater familias. Ο Έντερ μαγείρεψε· μαζί στρώσαμε και μαζέψαμε το τραπέζι και πλύναμε τα πιάτα, όσο η Λουάνα έλουζε τις μικρές και τις έβαζε για ύπνο. Ο Έντερ έφτιαχνε κάθε μέρα το πρωινό και έκανε τα ψώνια του σπιτιού.

Τα πρωινά, για να πάρω το λεωφορείο για τη Ρεσίφι, έπρεπε να διασχίσω μια φαβέλα. Οι οικοδεσπότες μου με διαβεβαίωσαν πως την ημέρα ήταν ασφαλής. Πράγματι, βασίλευε η ηρεμία, με νοικοκυρές να καθαρίζουν τις αυλές, χτίστες σε οικοδομικές εργασίες και παιδιά να παίζουν μπάλα στον δρόμο. Μετά τη δύση του ηλίου, ούτε συζήτηση να περάσω από εκεί. Το Uber απεδείχθη σωτήριο. «Στη Βραζιλία καλύτερα να μη σταματήσεις ταξί στον δρόμο», μου είπε η Λουάνα. Ήξερα πως εννοούσε ότι «θα ’σουν τρελός να το κάνεις».

Το ιστορικό κέντρο της Ρεσίφι, απλωμένο στα νησιά που δημιουργούν οι εκβολές μικρών ποταμών, είναι γεμάτο πλακόστρωτες πλατείες, μπαρόκ αποικιακές εκκλησίες και αγορές που σφύζουν από χρώμα και κίνηση. Μαγευτικό την ημέρα, μόλις πέσει το σκοτάδι, δεν θέλεις για τίποτε στον κόσμο να βρεθείς στους έρημους δρόμους του. Το κατοικούν σχεδόν αποκλειστικά μιγάδες και μαύροι – όπως και την Ολίντα. Θες η εμφάνιση του πληθυσμού, θες το κλίμα, η βλάστηση, τα χρώματα, το φαγητό, οι μυρωδιές, τα σμαραγδένια νερά της θάλασσας, όλα θύμιζαν Αφρική· μια λουσόφωνη Αφρική με μπαρόκ εκκλησίες.

Το στερεότυπο θέλει τη Βραζιλία να ξενυχτά διασκεδάζοντας. Αν εξαιρέσεις τις μεγαλουπόλεις, όμως, η ζωή περιστρέφεται γύρω από το φως του ήλιου. Οι Βραζιλιάνοι ξυπνούν κατά την ανατολή, δειπνούν λίγο μετά το ηλιοβασίλεμα και κοιμούνται πολύ νωρίς – πόλεις και χωριά νεκρώνουν μετά τις δέκα. Μόνο στις μεγάλες γιορτές ξεφαντώνουν έως αργά. Η νύχτα είναι ταυτισμένη με τον κίνδυνο και τον υπόκοσμο.

Ρατσισμός και κοινωνικά στερεότυπα 

Πού κρύβονταν οι λευκοί, το 40% του πληθυσμού της Ρεσίφι; Τους είχα συναντήσει μονάχα στην υπεραγορά, όπου πήγαινα να αλλάξω χρήματα, και σε κάποια καφέ της παραλίας. «Έχουν αποτραβηχτεί στα ακριβά προάστια», μου είπε ο Έντερ. Αυτά, τερατώδους ασχήμιας, είναι γεμάτα πανομοιότυπους ουρανοξύστες. Δεν είχα λόγο να τα επισκεφθώ. «Τον διαχωρισμό σε πλούσιες συνοικίες λευκών και φτωχές εγχρώμων θα τον δεις σε ολόκληρη τη χώρα».

Ο Έντερ είναι μιγάς, με φαινότυπο μαύρου, αλλά ανοιχτό δέρμα. Η Λουάνα έχει από τα πιο σκούρα δέρματα που έχω δει ποτέ. «Στη Βραζιλία, μέσα στην ίδια οικογένεια θα βρεις τους πλέον διαφορετικούς φαινότυπους», μου εξήγησαν. «Στις απογραφές δηλώνεις ο ίδιος σε ποια φυλή θεωρείς πως ανήκεις. Πολλοί ανοιχτόχρωμοι μιγάδες δηλώνονται λευκοί, ενώ ακόμη και οι σκουρότεροι αποφεύγουν πολλές φορές να δηλωθούν νέγροι. Όλοι γνωρίζουν πως υφίσταται ιεραρχία μεταξύ των φυλών – όσοι έχουν φαινότυπο λευκού έχουν τις περισσότερες ευκαιρίες, ενώ όσο πλησιάζεις στον φαινότυπο του νέγρου, τόσο λιγότερες σου δίνονται…» 

Το καλντερίμι στο Πελοουρίνιου, τον ιστορικό πυρήνα του Σαλβαντόρ, θυμίζει Λισαβόνα με τις μπαρόκ εκκλησίες και τα παστέλ χρώματα των σπιτιών του. © Αλέξανδρος Μασσαβέτας

 

Στο Σαλβαντόρ, πρώτη πρωτεύουσα της Βραζιλίας, τα τέσσερα πέμπτα του πληθυσμού είναι έγχρωμοι. Η πρωτεύουσα της Μπαΐα είναι η πιο «αφρικανική» πόλη της Αμερικής. Το Πελοουρίνιου, ο ιστορικός πυρήνας της, είναι μια μικρή Λισαβόνα των τροπικών: όμορφα κτίρια σε μια έκρηξη παστέλ χρωμάτων, μπαρόκ εκκλησίες, εσωτερικά φορτωμένες με χρυσό, πλακόστρωτα ανηφορικά καλντερίμια, θέα στον απέραντο κόλπο με τα βαθυκύανα νερά που θυμίζουν Μεσόγειο. Το όνομα της γειτονιάς, πάλι, θυμίζει ένα παρελθόν επονείδιστο: «πελοουρίνιου» ήταν η κολόνα στην οποία έδεναν τους απείθαρχους σκλάβους για να τους μαστιγώσουν. 

Η Βραζιλία εισήγαγε πολύ περισσότερους σκλάβους από οποιαδήποτε άλλη χώρα: τέσσερα εκατομμύρια Αφρικανοί κατέληξαν εκεί. Για αιώνες, η οικονομία βασιζόταν στην εργασία τους, αρχικά στις φυτείες ζαχαροκάλαμου, αργότερα στα μεταλλεία χρυσού και διαμαντιών της ενδοχώρας και τέλος στις φυτείες του καφέ στα νοτιοανατολικά. «Στις τελευταίες δημοσκοπήσεις, το 55% των Βραζιλιάνων δηλώνουν μιγάδες και νέγροι», μου είπε ο Μπιάν Ντζιφά, καλλιτέχνης και ακτιβιστής των δικαιωμάτων των Αφρο-Βραζιλιάνων. «Με την κατάργηση της δουλείας, το 1888, οι σκλάβοι πέρασαν από τη φυτεία στη φαβέλα. Δεν ήταν, τελικά, τόσο μεγάλη αλλαγή – η ζωή τους παραμένει ταυτισμένη με την ανέχεια και τη βία». 

Τα στερεότυπα είναι βαθιά ριζωμένα: οι έγχρωμοι είναι φτωχοί, φτώχεια και εγκληματικότητα πάνε μαζί. Κάθε έγχρωμος άνδρας θεωρείται από την αστυνομία εν δυνάμει εγκληματίας. Η σκιά της εγκληματικότητας βαραίνει στο Σαλβαντόρ. Το Πελοουρίνιου, κυκλωμένο από γειτονιές που ελέγχουν συμμορίες, μοιάζει υπό στρατιωτική κατοχή. Σε κάθε σταυροδρόμι παραφυλά η στρατιωτική αστυνομία με τα όπλα ανά χείρας. Πολλές φορές με σταμάτησαν μόλις πήγα να στρίψω – η σφυρίχτρα μού πάγωσε το αίμα. «Κύριε, κύριε, γυρίστε πίσω, δεν είναι μέρος για εσάς εκεί!» Και εδώ οι λευκοί έχουν μετοικήσει σε ακριβά προάστια ουρανοξυστών. Μια φορά παραστράτησα και αποφάσισα να επισκεφθώ ένα κουρείο. Ο ηλικιωμένος κουρέας σάστισε. «Χίλια συγγνώμη, δεν μου ’χουν ξανατύχει τόσο ίσια μαλλιά!»

Στο ειδυλλιακό Σάου Λουίς, πρωτεύουσα της πολιτείας Μαρανιάου, γνώρισα την Τερέζα. Η σαραντάχρονη σεφ, που ζει στη Βρετανία, επισκεπτόταν την πόλη όπου μεγάλωσε. «Πίστεψέ με, στην Ευρώπη αντιμετωπίζω τον ρατσισμό πολύ σπανιότερα από ό,τι στη χώρα μου. Εκεί είμαι μια καταξιωμένη μαύρη σεφ. Εδώ δεν ξέρουν πώς να με αντιμετωπίσουν. Λευκοί συνάδελφοι υποθέτουν πάντα πως είμαι βοηθός κάποιου λευκού σεφ. Πολλές φορές, σε ακριβά ξενοδοχεία όπου έμεινα με τον λευκό σύντροφό μου θεώρησαν πως είμαι η γραμματέας του ή, ακόμη χειρότερα, συνοδός πολυτελείας. Στη Βραζιλία το μελαψό χρώμα θεωρείται συνώνυμο του υπηρέτη, του βοηθού, του φτωχού. Κοίταξε γύρω σου στα εστιατόρια: οι πελάτες είναι λευκοί, οι σερβιτόροι μαύροι». Μου μίλησε για το άγχος κοινωνικής παράστασης που ταλαιπωρεί τους Βραζιλιάνους. «Πολλοί Βραζιλιάνοι που ζουν στην Ευρώπη δεν διανοούνται να χρησιμοποιήσουν το λεωφορείο ή το μετρό στη Βραζιλία, μην τυχόν και τους περάσουν για φτωχούς. Τα χρησιμοποιούν ευχαρίστως στο Λονδίνο, στο Παρίσι και στη Μαδρίτη…»
Πτυχές της αφρο-βραζιλιάνικης κουλτούρας τις έχουν οικειοποιηθεί όλοι, ανάγοντάς τες σε αναπόσπαστα στοιχεία του brand της χώρας: τη μουσική, τα έθιμα του καρναβαλιού, την καποέιρα (που έχει ρίζες σε αφρικανικούς τελετουργικούς χορούς), τη λατρεία της Ιεμανζά, αφρικανικής θεάς της θάλασσας. Η οικειοποίηση μοιάζει παράδοξη, δεδομένης της αγωνίας πολλών να αποποιηθούν κάθε τι αφρικανικό…

Διαφθορά, ποδόσφαιρο, Ευαγγελιστές

Όταν έφτασα στην Μπραζίλια, οι ογκώδεις διαδηλώσεις κατά της τότε κυβέρνησης του Εργατικού Κόμματος (ΡΤ) μαίνονταν ήδη για μήνες.

Στην ομοσπονδιακή πρωτεύουσα τα πάντα είχαν παραλύσει. «Τη δεκαετία 2003-2013, το ΡΤ βοήθησε σημαντικά τις φτωχότερες τάξεις», μου εξήγησε ο Ζουάου Στυλιανουδάκης, εγγονός μετανάστη από την Ικαρία. «Τότε η οικονομία κάλπαζε χάρη στα εισοδήματα από το πετρέλαιο και η κυβέρνηση χρηματοδότησε προγράμματα για να πατάξει τη φτώχεια. Σαράντα εκατομμύρια Βραζιλιάνοι, το ένα πέμπτο του πληθυσμού, βγήκαν από το όριο της φτώχειας. Όταν όμως τα έσοδα του πετρελαίου τελείωσαν και μπήκαμε σε οικονομική κρίση, οι αποκαλύψεις για τη διαφθορά στελεχών της κυβέρνησης προκάλεσαν μια άνευ προηγουμένου οργή…» 

Έργο τέχνης στο Σάο Πάολο συμβολίζει την εθνική συμφιλίωση. Με φόντο αφίσες εναντίον της Ντίλμα Ρούσεφ, το αγόρι φοράει το κόκκινο μπλουζάκι του Εργατικού Κόμματος και το κορίτσι εκείνο της Εθνικής Βραζιλίας, που χρησιμοποιούσε η αντιπολίτευση το 2016. ©Αλέξανδρος Μασσαβέτας

 

Μπροστά στα εμβληματικά δημόσια κτίρια, έργα του διάσημου Όσκαρ Νιμέγερ, διαδήλωναν πλήθη φορώντας τα μπλουζάκια της εθνικής ομάδας της Βραζιλίας, που έγιναν σύμβολο των διαδηλώσεων. «Σε όλη τη Λατινική Αμερική υποφέρουμε από την ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής», παρατήρησε ο Ζουάου. Οι διαδηλωτές ζητούσαν την καθαίρεση της προέδρου Ντίλμα Ρούσεφ και τη φυλάκιση του πρώην προέδρου Λουίς Ινάσιου «Λούλα» ντα Σίλβα για διαφθορά. «Πραγματικά δεν ξέρω ποιος μπορεί να διαδεχθεί το ΡΤ. Η διαφθορά είναι ενδημική και η αντιπολίτευση κατακερματισμένη. Φοβάμαι τα χειρότερα». 

Ο Ζουάου μού μίλησε για τους Ευαγγελιστές, που αποτελούν πια πολιτική δύναμη πρώτης τάξης. «Ανέρχονται πια στο ένα τρίτο του πληθυσμού. Οι πάστορες των μεγαλύτερων ευαγγελικών εκκλησιών είναι πάμπλουτοι. Έχουν μεγάλη επιρροή στο Κογκρέσο και προωθούν αντιδραστικές θέσεις στα κοινωνικά ζητήματα. Να φανταστείς ότι πηγαίνουν τη νύχτα και σπάνε τα αγάλματα των καθολικών και των αφρικανικών θρησκειών. Όσο η επιρροή τους αυξάνεται, η Βραζιλία κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα απέραντο Bible Belt…»

Η δέσμευση του Μπολσονάρου να καταργήσει τους γάμους ατόμων ίδιου φύλου οδήγησε σε αύξηση των τελετών πριν από την ορκωμοσία του. Εδώ, ομαδικός γάμος 30 ομόφυλων ζευγαριών τον Δεκέμβριο του 2018. © Victor Moriyama/The New York Times

 

Η Ζαναΐνα Πενάλβα, επίκουρη καθηγήτρια Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Μπραζίλια, ήταν συγκρατημένα αισιόδοξη. «Η Βραζιλία έχει αλλάξει πάρα πολύ την τελευταία εικοσαετία. Η απαγόρευση, διά νόμου, της ρητορικής μίσους έχει συμβάλει στην προστασία ευαίσθητων ομάδων. Η πολιτική ορθότητα εδραιώνεται. Το 2013, μάλιστα, θεσμοθετήθηκε ο γάμος ομοφύλων – παρότι η έκτρωση παραμένει απαγορευμένη, όπως σε όλη σχεδόν τη Λατινική Αμερική». Λευκή η ίδια, θεωρεί πως το μεγάλο πρόβλημα της χώρας είναι η ανισοκατανομή του πλούτου, που ακολουθεί φυλετικές γραμμές. «Διαιωνίζεται μια κατάσταση που ανάγεται στην εποχή της δουλείας: η πλειονότητα των εγχρώμων ζει σε καθεστώς πενίας».

Έφυγα γοητευμένος, αλλά και ανήσυχος. Τον Μάιο του 2016 παρακολούθησα την ψηφοφορία στο Κογκρέσο κατά τη διαδικασία καθαίρεσης της Ντίλμα Ρούσεφ. Ένας βουλευτής της πολιτείας Ρίο ντε Τζανέιρο, γνωστός για τις ακραίες του θέσεις, ο Ζαΐρ Μπολσονάρου, «αφιέρωσε» την ψήφο του στη στρατιωτική χούντα που κυβέρνησε τη χώρα (1964-1985) και στον βασανιστή της νεαρής τότε Ρούσεφ. Αισθάνθηκα αποτροπιασμό. 

Ο Μπολσονάρου και η κάθοδος στην παράνοια 

Επέστρεψα στη Βραζιλία τα Χριστούγεννα του 2018. Είχαν μεσολαβήσει οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Ρίο και η χρεοκοπία της πολιτείας Ρίο ντε Τζανέιρο. Η επιχείρηση «ειρηνοποίησης» στις φαβέλες από τη στρατιωτική αστυνομία δεν κατάφερε τίποτε, αφήνοντας μόνο εκατόμβες νεκρών. Το πιο ανησυχητικό, όμως, ήταν η θεαματική άνοδος της δημοτικότητας του Μπολσονάρου. 

Τον θεωρούσα ακραίο τσαρλατάνο και δεν τον είχα πάρει στα σοβαρά. Μέχρι που βρέθηκα παραμονή Χριστουγέννων καλεσμένος σε ένα διαμέρισμα σε πλούσιο προάστιο της Ρεσίφι. Διασκέδασα πολύ με το σουρεαλιστικό θέαμα των Χριστουγέννων στο κατακαλόκαιρο. Ο παπάι-Νοέλ (Άη Βασίλης) φορούσε σορτς και, κάθιδρος κάτω από τον κόκκινο σκούφο, μοίραζε δώρα. Μες στην υγρή ζέστη οι βιτρίνες ήταν στολισμένες με ψεύτικο χιόνι. Όταν έφθασα στο δείπνο, σαν να άνοιξε –μαζί με τα δώρα– ένα κουτί της Πανδώρας με όλα τα κακά. 

Ζαΐρ Μπολσονάρου και Ντόναλντ Τραμπ ανταλλάσσουν δώρα και φιλοφρονήσεις σε επίσημη επίσκεψη. © Doug Mills/The New York Times. 

 
Οι οικοδεσπότες μου, ο Ρομέρου και η Λουσιάνα, ήταν ένα ζευγάρι ιατρών. Οι καλεσμένοι, φίλοι και συγγενείς τους, ήταν οι «κρυμμένοι» λευκοί της Ρεσίφι. Μιλήσαμε για ταξίδια, για αρχιτεκτονική, για γαλλικά κρασιά. Όταν κάποιος γύρισε τη συζήτηση στην πολιτική, δήλωσαν πως θα ψήφιζαν τον Μπολσονάρου. Η φρίκη που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό μου τους έκανε να δικαιολογηθούν. «Ο Μπολσονάρου δεν είναι έτσι όπως τον παρουσιάζει ο Τύπος. Δεν μισεί τις γυναίκες και τους γκέι», επέμενε η Λουσιάνα, παρά τις δηλώσεις του περί ου ο λόγος πως «σε μια στιγμή αδυναμίας έκανα κόρη» και πως, αν κάποιος από τους γιους του ήταν γκέι, θα τον είχε σκοτώσει.

«Να μη γίνουμε Βενεζουέλα» 

«Είναι ο μόνος που μπορεί να σταματήσει τη Βραζιλία από το να γίνει Βενεζουέλα», είπε ο Ρομέρου κρατώντας μου το χέρι σχεδόν με οίκτο. Δεν ήξεραν να μου πουν πώς ακριβώς θα γινόταν η Βραζιλία μια κομμουνιστική δικτατορία. Μιλούσαν μόνο για τους μαύρους, που είναι άχρηστοι και τεμπέληδες, και για το ΡΤ που τους μοίραζε επιδόματα. Και επέμεναν πως μόνη λύση για την εγκληματικότητα είναι η άρση των περιορισμών στην οπλοφορία «για εμάς τους νομοταγείς». «Θέλουμε επιτέλους νόμο και τάξη!» φώναξε η Λουσιάνα. «Στην ανάγκη, ας αναλάβει ο στρατός».

Πολλοί Βραζιλιάνοι εκπαιδεύονται στη σκοποβολή, καθώς ο πρόεδρος είναι υπέρ της οπλοκατοχής από τους πολίτες. © Gabriela Portilho/The New York Times

 

Η Φάτιμα, συγγενής τους, με στρίμωξε στην κουζίνα. «Μόλις συνταξιοδοτήθηκα και έχω κάποιες οικονομίες από τον πατέρα μου, που ήταν στρατιωτικός. Παιδιά σκυλιά δεν έχω. Αποφάσισα να φύγω. Θα αγοράσω ακίνητο στην Πορτογαλία και θα πάρω άδεια παραμονής – θέλω να ζήσω μια ήσυχη ζωή. Τόσοι συγγενείς μου έπεσαν θύμα απαγωγής ή ληστείας. Αλλά δεν είναι μόνο η εγκληματικότητα που με διώχνει. Είναι οι άνθρωποι σαν τον Ρομέρου και τη Λουσιάνα. Έχουν παρανοήσει. Φοβάμαι ότι θα γίνουν σημεία και τέρατα στη Βραζιλία. Δεν θέλω να τα ζήσω».  

Οι δύο μήνες που πέρασα στο Σάο Πάουλο και αμέτρητες αντίστοιχες συζητήσεις με προετοίμασαν για τη συμφορά. Ο Μπολσονάρου αναφερόταν συνεχώς στον Θεό, στον νόμο και στην τάξη, τα καλά της στρατιωτικής διακυβέρνησης. Εμφανιζόταν στις προεκλογικές του ομιλίες προσποιούμενος πως κραδαίνει αυτόματο. Στις αρχές του 2019 ξεκίνησε ο εφιάλτης της προεδρίας ενός τρολ που δυσφήμησε τη Βραζιλία όσο τίποτε άλλο στην πρόσφατη ιστορία της. Η στάση του έναντι της πανδημίας, «μιας γριπούλας» που θα έκανε τον κύκλο της, άφησε τη χώρα να μετράει ήδη 120.000 νεκρούς. Σύμβουλοι και συνεργάτες του τον εγκατέλειψαν, υπουργοί παραιτούνται ο ένας μετά τον άλλο και οι κυβερνήτες των 27 πολιτειών της χώρας στασίασαν και αγνοούν τις οδηγίες του. Όπως και στην Τουρκία του Ερντογάν, η διαφωνία για το πρόσωπό του διέλυσε φιλίες και οικογένειες και έφερε μια πόλωση άνευ προηγουμένου.

Η Βραζιλία μάς έδωσε ένα πολύτιμο μάθημα: η οργή που έφερε τον τσαρλατάνο στην εξουσία είναι απολύτως τυφλή και πολύ κακός σύμβουλος. Το δράμα της χώρας, με την οποία απέκτησα συναισθηματικό δέσιμο, θα συνεχιστεί δυστυχώς για πολύ ακόμη.■