ΑΦΗΓΗΜΑ

Το καλοκαίρι που έσβησε στον πέτρινο φάρο

Κατεβαίνοντας την πέτρινη σκάλα του φάρου. Στο βάθος διακρίνεται η Τήνος.

Ένα οδοιπορικό στις αφιλόξενες βόρειες εσχατιές της Τήνου αποκαλύπτει την άγρια ομορφιά του κυκλαδίτικου τοπίου τις μέρες που τα νησιά μας αδειάζουν από κόσμο, αλλά και την αναξιοποίητη κληρονομιά των ελληνικών φάρων. 

Τριαντάρος, Τήνος, προτελευταία μέρα του Αυγούστου. Το νησί έχει ακόμη κόσμο. Τίποτα δεν θυμίζει πως το καλοκαίρι τελειώνει. Ο βοριάς που φυσά για μέρες έχει πέσει κι ο μεσημεριανός ήλιος καίει. Ένα γραπτό μήνυμα ηχεί στο τηλέφωνό μου: «Σήμερα είναι η μέρα». Ξέρω καλά τι σημαίνει αυτή η φράση. Ξαφνικά η ραθυμία της στιγμής διαλύεται. Ο φίλος που το έστειλε με καλεί να φτάσουμε στο απώτατο άκρο του νησιού μας, στο στενό όπου η Τήνος συναντά την Άνδρο, και να καταλήξουμε στο νησάκι του φάρου που μαρκάρει τον θαλάσσιο δίαυλο ανάμεσα στα δύο νησιά.

Καθισμένος στο καφενείο του χωριού μου, με τους ήχους μιας ευδαιμονικής οχλαγωγίας γύρω μου, κοιτώντας τη Σύρο, τη Σίφνο, τη Δήλο και τη Ρήνεια φάτσα στο πέλαγος και το άνοιγμα του αιγαιοπελαγίτικου ορίζοντα, ξέρω πως εκεί είμαι καλά κρυμμένος από αυτό το άγριο πρόσωπο του νησιού. Αυτό το πρόσωπο περιμένει τον επίδοξο εξερευνητή και του ζητάει μόνο ένα πράγμα: να θέλει, για κάποιον λόγο, για οποιονδήποτε δικό του λόγο, ένθερμα, να το συναντήσει. Αλλά μέσα στην ηδονική ραστώνη του χωριανού καλντεριμιού, τα άγρια, σκληρά τοπία στα «Έξω Μέρη» (το βόρειο κομμάτι του νησιού, όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι) και ο τελικός προορισμός του καλέσματος, ο παλιός πέτρινος φάρος, είναι λες κι έρχονται από έναν άλλο, τρομακτικό κόσμο. Και όμως, μετά από τόσα χρόνια αναβολών, δοκιμών και δισταγμού, πρέπει να ανταποκριθώ θετικά στο κάλεσμα. Η άλλη άκρη του νησιού μάς στέλνει σινιάλα. Μας καλεί να πάμε από τα εγκόσμια στα απόκοσμα.

Η άλλη άκρη του νησιού μάς στέλνει σινιάλα. Μας καλεί να πάμε από τα εγκόσμια στα απόκοσμα.

 

Έξω από τα «Έξω Μέρη» 

Φτάνοντας στο ολοζώντανο χωριό του Πύργου, ξέρουμε πως συναντάμε την τελευταία πνοή κοσμικής ζωής στο νησί. Παίρνουμε τον δρόμο για τους έσχατους ακριτικούς οικισμούς του νησιού, τα ζωντανά ακριτικά χωριουδάκια Μαρλάς και Μαμάδος, καθώς και το χωριό-φάντασμα Ισμαήλ. Τα βουνά της Άνδρου μοιάζουν τόσο κοντά, που ξεγελιέσαι· νομίζεις ότι ανήκουν κι αυτά στην Τήνο. Στα αριστερά μας ο απογευματινός ήλιος λαμπυρίζει θριαμβευτικά κάτω από τους γκρεμούς και μπροστά από τη Σύρο, αλλά εμείς, παίρνοντας μια απότομη χωμάτινη ανηφόρα, έχουμε πια εισέλθει στο απώτερο άκρο της Τήνου. Όλα γύρω μας μαρτυρούν πως είμαστε σ’ ένα άγριο και ξεχασμένο βασίλειο της πέτρας. Είναι ξεκάθαρο ότι πλέον δεν είμαστε στα «Έξω Μέρη», αλλά στην ουσία κάπου «έξω από τα  Έξω Μέρη».

Το αυτοκίνητο αγκομαχάει στα δύσκολα σημεία, καβαλάει κοτρόνες και πλάκες και σαν από θαύμα πάντα τα καταφέρνει. Αναγκαζόμαστε πολλές φορές να σταματήσουμε για να στρώσουμε τα ανώμαλα σημεία του δρόμου. Ρισκάρουμε, ξέρουμε πως ίσως μείνουμε στην άκρη της ερημιάς, αλλά επιμένουμε. Μετά από πέντε χιλιόμετρα εξαντλητικής «ειδικής διαδρομής» επιτέλους βρισκόμαστε στο άκρο του νησιού.

«Προσοχή, ηλεκτροφόρα καλώδια»

Εκεί ένας μικρόκοσμος εμφανίζεται μπροστά μας, σαν ένα τελευταίο προπύργιο ανθρώπινης παρουσίας πριν από το ορμητικό θαλάσσιο πέρασμα και τον φάρο. Είναι ένα ξωκλήσι με τους ξενώνες και τα δεντράκια του, μια παρατημένη βάρκα κι ένας μεγάλος υποσταθμός ηλεκτρικής ενέργειας με μια τρομακτική επιγραφή που προειδοποιεί με μεγάλα κόκκινα γράμματα: «Προσοχή – Hλεκτροφόρα καλώδια διασχίζουν τη θάλασσα». Είμαστε στο σημείο της Τήνου που υποδέχεται τον ηλεκτρισμό μέσω υποθαλάσσιων καλωδίων που έρχονται από την Άνδρο (τα οποία, με τη σειρά τους, έρχονται από την Εύβοια). Μπροστά μας, σε απόσταση αναπνοής, οι δύο βραχονησίδες. Για να φτάσουμε στον φάρο πρέπει να κολυμπήσουμε πρώτα έως την πρώτη,‒την «Κοντινή», όπως έχει ονομαστεί, εκτός από «Καλόγερος» και «Μεγάλο Νησί», και μετά να περάσουμε, πάλι κολυμπώντας, στη δεύτερη, το «Δύσβατο» ή «Μικρό Νησί». Γνωρίζουμε πως το ρεύμα του στενού (περίπου ενός χιλιομέτρου) που χωρίζει τα δύο νησιά δεν αστειεύεται. Κοιτώντας από τα βράχια της Τήνου τη ροή του στενού, είναι σαν να βλέπεις περισσότερο ένα ποτάμι παρά ένα κομμάτι θάλασσας. Σε κάποιο σημείο το δυνατό ρεύμα του στενού συναντά ένα άλλο ρεύμα που έρχεται από τα νοτιοδυτικά, και βλέπουμε σε μια λωρίδα της θάλασσας έναν μεγάλο αναβρασμό. «Δεν θέλεις να καταλήξεις εκεί», μου λέει ο φίλος μου γελώντας. Το αναζωογονητικό συναίσθημα της εξερεύνησης και της περιπέτειας σκοτεινιάζει στιγμιαία από την αίσθηση του κινδύνου.

Ένας άγνωστος πλανήτης

Σφηνώνουμε τα πράγματά μας στα βράχια και βουτάμε. Στα πρώτα μέτρα το ρεύμα δεν γίνεται αμέσως αισθητό. Όταν οι τελευταίες πέτρινες πλάκες της Τήνου φεύγουν κάτω από τα πόδια μας και το νερό βαθαίνει απότομα, κοιταζόμαστε με τον συνοδοιπόρο μου και γελάμε. «Ξέρεις τι ψάρια ανοιχτής θάλασσας μπορεί να περνάνε από εδώ;» λέει, γελάει και συνεχίζει: «Μην κοιτάς κάτω, προχώρα!» «Αμ τα ηλεκτροφόρα καλώδια που διασχίζουν τη θάλασσα και όλο το Βόρειο Αιγαίο που περνάει από δω;» του λέω εγώ. Γελάμε για να διώξουμε τις σκέψεις, αλλά σύντομα νιώθουμε το ρεύμα να μας παρασύρει με τρομερή ορμή. Λίγα μέτρα ακόμα και φτάσαμε! Το ρεύμα, πλησιάζοντας στον Καλόγερο, δυναμώνει λίγο ακόμα. Καταφέρνουμε να αναρριχηθούμε στη βραχονησίδα και είμαστε αρκετά μακριά από το σημείο που είχαμε υπολογίσει. Με το που αρχίζουμε να σκαρφαλώνουμε στις ράχες του, είναι λες και εξερευνούμε έναν μικρό άγνωστο πλανήτη.

Ύστερα από μερικά βήματα ανάβασης, το απόκοσμο σκηνικό αποκτά ζωή από τις κραυγές αμέτρητων πουλιών που ξεπροβάλλουν από τα βράχια. Έχουμε βρεθεί σε μια θαλασσινή αποικία από σκουρόχρωμα γεράκια που μας κυκλώνουν από πάνω σκούζοντας, λες και μας χαιρετούν ή γκρινιάζοντας που τα ενοχλήσαμε. Η παρουσία μας στο Μεγάλο Νησί ξαφνικά μοιάζει παρασιτική. 

Η δεύτερη βουτιά μοιάζει πιο εύκολη. Tο κομμάτι του νερού που πρέπει να διασχίσουμε είναι σχεδόν μισό σε απόσταση από το προηγούμενο, αλλά το φως αυτή την ώρα μειώνεται με μεγάλη ταχύτητα. O ήλιος τώρα έχει πια μόνο δέκα λεπτά πριν από τη δύση του.

Η σκάλα στη μέση του τίποτα

Πέτρινα φαρδιά σκαλοπάτια, κλεισμένα στα πλάγιά τους με πλάκες, όπως τα παλιά μονοπάτια της Τήνου, ανεβαίνουν αυτοκρατορικά προς τον φάρο. Ένα πραγματικό κομψοτέχνημα, φτιαγμένο με σοφία.

 

Βουτάμε αμέσως και βρισκόμαστε ξανά μέσα στη ροή του Στενού. Κάνουμε τις ίδιες σκέψεις και τα ίδια αστεία. Σύντομα πατάμε πάνω στο Δύσβατο. Είμαστε μισό χιλιόμετρο από την Τήνο και μοιάζει λες και έχουμε πάει πέντε χιλιόμετρα μακριά. Αρχίζοντας την ανάβαση, βλέπουμε αμέσως τα λείψανα ανθρώπινων υποδομών: πέτρινα κτίσματα πάνω από το νερό και λεπτές πλάκες σωριασμένες σε στρώσεις, λες και κάποιος τις έκοψε κάποτε εκεί. Και αρκετά κοντά στο νερό, εκεί που παλιά θα έδενε η βάρκα, εμφανίζεται, σαν να θέλει να σε υποδεχθεί, μια μεγάλη ανηφορική πέτρινη σκάλα που οδηγεί προς την κορυφή της νησίδας και τον φάρο. «Γιατί, γιατί αυτή η τόσο ωραία σκάλα εδώ, στη μέση του τίποτα;» αναρωτιέται ο φίλος μου. Πέτρινα φαρδιά σκαλοπάτια, κλεισμένα στα πλάγιά τους με πλάκες, όπως τα παλιά μονοπάτια της Τήνου, ανεβαίνουν αυτοκρατορικά προς τον φάρο. Ένα πραγματικό κομψοτέχνημα, φτιαγμένο με σοφία από τεχνίτες που γνώριζαν την πέτρα. «Είναι σαν να λέει αυτή η σκάλα “τώρα θα σε πάω κάπου πολύ σημαντικά”», επιμένει ο φίλος. Και, πράγματι, οι φάροι ήταν σημαντικοί τότε, εκατό χρόνια πριν από την εποχή της αυτοματοποίησης και των δορυφόρων, τότε που η ναυτιλία δεν θα μπορούσε να είναι ασφαλής χωρίς αυτούς.

Η επιστροφή

Πλησιάζοντας στον φάρο του Δύσβατου, μέσα στο τελευταίο φως του ήλιου, βλέπω με χαρά πως έχουν γίνει πρόσφατες εργασίες αναστήλωσης – μια μαρμάρινη επιγραφή το μαρτυρά. Η πόρτα του οικήματος είναι ανοιχτή. Μπαίνουμε μέσα και με προσοχή ανεβαίνουμε στον πύργο του φωτιστικού μηχανήματος, πατώντας σε μαρμάρινα σκαλοπάτια που, όπως και η εξωτερική πέτρινη σκάλα υποδοχής, αποτελούν κομψοτεχνήματα αρχιτεκτονικού σχεδιασμού. Βγαίνοντας από τον κλωβό του φωτιστικού μηχανήματος στο μπαλκόνι, περνάει με ταχύτητα, προς τη Δύση, ένα φουσκωτό με έξι επιβάτες. Κάτι μας κάνει να τους γνέψουμε με το χέρι, και αυτοί, απρόσμενα, ανταποκρίνονται αμέσως. Ο ήλιος αρχίζει να βουλιάζει στη θάλασσα δίπλα από τη Γυάρο και σκέφτομαι τον γυρισμό: μας έχει μείνει ελάχιστο φως κι έχουμε να κολυμπήσουμε δυο φορές μέσα στο Στενό, να περπατήσουμε προσεκτικά μέσα σ’ έναν βιότοπο γερακιών και μετά να ανέβουμε όλες αυτές τις χωμάτινες κακοτράχαλες ανηφόρες με το αυτοκίνητο. Με τις σκέψεις αυτές ξεκινάμε αμέσως για πίσω.
Το κολύμπι του γυρισμού μοιάζει, και στις δύο διαδρομές, πιο εύκολο από αυτό του πηγαιμού. Το ρεύμα μάς τραβάει όπως και νωρίτερα, αλλά είναι λες και το έχουμε κάπως συνηθίσει. Ακουμπάμε στα βράχια παίρνοντας ανάσα μέσα στα τελευταία χρώματα του δειλινού. Η Τήνος ξαφνικά μοιάζει τεράστια, αχανής κι ατέλειωτη.

Στον γυρισμό, τα περίπου πέντε χιλιόμετρα των κραδασμών στον άγριο χωματόδρομο μοιάζουν ατέλειωτα. Νιώθουμε εξαντλημένοι. Φτάνουμε στον Μαμάδο και στην άσφαλτο – επιτέλους άσφαλτος! Το φεγγάρι στη διαδρομή του γυρισμού λούζει τα λαγκάδια και τις κορυφογραμμές και σύντομα είμαστε πίσω στα φώτα, στους ανθρώπους και στα εγκόσμια. 

Μία ώρα αργότερα, στο πολυσύχναστο καφενείο του χωριού, η σκέψη μου είναι ασταμάτητα στον φάρο. Μέσα στη βοή και στα γέλια των τελευταίων παραθεριστών, μοιάζει στη φαντασία μου σαν φρουρός που φυλάει τα δύο γειτονικά κυκλαδονήσια. Φαντάζομαι τις αχτίδες του να λάμπουν στα σκοτεινά κι ανήσυχα νερά του Στενού και να καθοδηγούν τα πλοία μέσα στη νύχτα. Μου έρχονται στον νου τα λόγια του συγγραφέα και ιστορικού Κώστα Δανούση: «…το μέρος ήταν μαγικό. Η αίσθηση του άκρου περιβάλλεται πάντα με ένα μυστήριο, ένα μυστήριο που παίρνει διαφορετικά χρώματα, ανάλογα με τη μέρα ή τη νύχτα, ή τον καιρό. Αίφνης σαν φρεσκάριζε ο βοριάς –ερχόταν ζωντανός απ’ τα Μπογάζια– ο τόπος αγρίευε και σα νύχτωνε, το φως του φάρου λες και πάλευε με άγνωστες τρομαχτικές δυνάμεις που μας απειλούσαν από παντού».■