ΠΡΟΣΩΠΟ

Μπορεί αυτή η γυναίκα να αλλάξει τον κόσμο;

© EPA/TATYANA ZENKOVICH

Η νομπελίστρια Σβετλάνα Αλεξίεβιτς θα μπορούσε να είχε επιλέξει τη ζωή ενός κοσμοπολίτη διανοουμένου. Όμως προτίμησε να αντιμετωπίσει τον Αλεξάντερ Λουκασένκο από το διαμέρισμά της στο Μινσκ, ανάμεσα σε φαντάσματα από τη σοβιετική εποχή και ανθρώπους που ονειρεύονται τη δημοκρατία στη Λευκορωσία.

Όταν ο Αλεξάντερ Λουκασένκο κέρδισε για έκτη συνεχόμενη φορά τις εκλογές πριν από περίπου ενάμιση μήνα, φαίνεται ότι δεν τον πίστεψε κανένας. Ούτε οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που βγήκαν αγανακτισμένοι στους δρόμους ούτε η επικεφαλής της αντιπολίτευσης, Σβετλάνα Τιχανόσκαγια, η οποία, αφού αμφισβήτησε την εγκυρότητα της εκλογικής διαδικασίας, διέφυγε άρον άρον στη Λιθουανία για να μη συλληφθεί. Εν τη απουσία της συστάθηκε το Συντονιστικό Συμβούλιο, ένα πολυπληθές σώμα πολιτών με στόχο τη συνέχιση των κινητοποιήσεων, και μάλιστα εκλέχθηκε ένα επταμελές προεδρείο, στο οποίο συμμετείχαν οι εξής: ο Σεργκέι Ντιλέφσκι, 31 ετών, μηχανικός, ο οποίος βρίσκεται σήμερα υπό κράτηση, η Μαρία Καλεσνίκαβα, 38 ετών, μουσικός, η οποία βρίσκεται σήμερα υπό κράτηση, η Όγκα Κοβάλκοβα, 36 ετών, ακτιβίστρια, η οποία έχει διαφύγει στην Πολωνία, ο Πάβελ Λατούσκο, 47 ετών, πολιτικός, ο οποίος έχει επίσης διαφύγει στην Πολωνία, η Λίλια Βλασόβα, 67 ετών, δικηγόρος, η οποία βρίσκεται σήμερα υπό κράτηση, ο Μαξίμ Ζνακ, 39 ετών, δικηγόρος, ο οποίος βρίσκεται σήμερα υπό κράτηση, και η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, 72 ετών, συγγραφέας, κάτοχος του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, η οποία μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές είναι η μοναδική από τους επτά που κυκλοφορεί ελεύθερη στη χώρα.

Η Αλεξίεβιτς κλήθηκε, πάντως, από την Ανακριτική Επιτροπή για να καταθέσει σχετικά με τη συμμετοχή της στο Συμβούλιο, το οποίο σύμφωνα με την κυβέρνηση είναι παράνομο και αποσκοπεί στην αρπαγή της εξουσίας, αλλά η συγγραφέας αρνήθηκε να απαντήσει στις κατηγορίες. Την ίδια στιγμή, έξω από το διαμέρισμά της τριγυρίζουν άνδρες με μάσκες και χτυπούν επίμονα το κουδούνι της, προσπαθώντας να την εκφοβίσουν, και, αν κρίνουμε από τη μοίρα των υπόλοιπων μελών του προεδρείου, θα την είχαν συλλάβει με συνοπτικές διαδικασίες αν δεν την προστάτευε η φήμη της. Η Αλεξίεβιτς συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να εκμεταλλευτεί τη διεθνή ακτινοβολία της προσωπικότητάς της και μετέτρεψε το σπίτι της σε φρούριο, καλώντας για την προστασία της διπλωμάτες από τις πρεσβείες αρκετών δυτικών χωρών, δημοσιογράφους και φίλους, οι οποίοι μπαινοβγαίνουν στο σαλόνι της για να εξασφαλίσουν ότι η μεγαλύτερη κυρία της χώρας θα παραμείνει ασφαλής. 

Στην παλιά πολυκατοικία του κέντρου του Μινσκ, πλάι στις όχθες του ποταμού Σβίσλας, στο διαμέρισμα που η Αλεξίεβιτς αγόρασε με τα χρήματα του Νόμπελ (μετακομίζοντας από τον κάτω όροφο), μοιάζει να βρίσκεται η μεγαλύτερη ελπίδα του λευκορωσικού λαού για μια καλύτερη μέρα. Το πλήθος των διαδηλωτών γεμίζει τους δρόμους ασκώντας πίεση στον Λουκασένκο, όμως η φθορά του είναι πολύ μεγαλύτερη από τη δράση αυτής της γυναίκας, η οποία μεταφέρει το πρόβλημα της μικρής της χώρας στην παγκόσμια επικαιρότητα. Ο Λουκασένκο μπορεί να στείλει τον στρατό στον δρόμο και να διαλύσει τις συγκεντρώσεις, μπορεί να γεμίσει τα κρατητήρια και να «εξαφανίσει» ανθρώπους, αλλά δεν μπορεί να πειράξει την Αλεξίεβιτς. 

ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ 

Η σύγκρουσή τους μοιάζει με μια μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό. Η Αλεξίεβιτς και ο Λουκασένκο βρίσκονται σε κόντρα από τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησής του. Της απαγόρευσε τις δημόσιες ομιλίες, ενώ κάποια στιγμή αποδείχθηκε ότι οι υπηρεσίες του παρακολουθούσαν το τηλέφωνό της. Η Αλεξίεβιτς έφυγε για το εξωτερικό και πέρασε την πρώτη δεκαετία του αιώνα αυτοεξόριστη ανάμεσα στο Παρίσι, το Βερολίνο και το Γκέτεμποργκ, αλλά επέστρεψε στο Μινσκ το 2011, γιατί ήθελε να βλέπει την εγγονή της και να μιλάει με τους συμπατριώτες της, κάτι που δεν μπορούσε να κάνει μέσω Skype, όπως έχει πει. Επίσης, δεν ήθελε να δώσει στον Λουκασένκο το δικαίωμα να πει ότι «το έβαλα στο πόδια», όπως σχολίασε προ ημερών μιλώντας στο New Yorker. «Δεν θέλω ο κόσμος να χάσει τις ελπίδες που του απομένουν, γι’ αυτό σκοπεύω να μείνω εδώ μέχρι το τέλος». 

Επιστρέφοντας στο Μινσκ, η διαμάχη συνεχίστηκε. Το φθινόπωρο του 2015 και ενώ η Αλεξίεβιτς βρισκόταν στο σπίτι της (και, όπως λέει ο μύθος, σιδέρωνε), χτύπησε το τηλέφωνό της και ο εκπρόσωπος της Σουηδικής Ακαδημίας τής ανακοίνωσε ότι είχε κερδίσει το βραβείο Νόμπελ. Δέχτηκε ένα πλήθος συγχαρητήριων τηλεφωνημάτων από ανθρώπους της διανόησης μέχρι και αρχηγούς κρατών, όχι όμως από τον Λουκασένκο, ο οποίος μάλιστα σχολίασε δημοσίως ότι μέσα από το έργο της προσβάλλει τον λαό της Λευκορωσίας και την ίδια τη χώρα. Δεν θα μπορούσε να πει τίποτα διαφορετικό από τη στιγμή που είχε απαγορεύσει την κυκλοφορία των βιβλίων της. Ακόμα και σήμερα, όποιος θέλει να διαβάσει την Αλεξίεβιτς στη Λευκορωσία πρέπει να παραγγείλει τα βιβλία της από τη Ρωσία. Κάτι που συμβαίνει μαζικά, πάντως, παρά τον κόπο και τα έξοδα. 

Όταν προ ημερών άρχισαν να τριγυρνούν γύρω από το σπίτι της ύποπτες φυσιογνωμίες, η Αλεξίεβιτς κάλεσε στο διαμέρισμά της Δυτικούς διπλωμάτες και δημοσιογράφους, που έστειλαν το μήνυμα σε όλο τον κόσμο. © EPA/STRINGER

 

Η ίδια αποφάσισε πριν από πολλά χρόνια να χαρίσει όλη της τη βιβλιοθήκη στο πανεπιστήμιο. Κράτησε μόνο τα βιβλία του Ντοστογιέφσκι, του Τολστόι και του Τσέχοφ. Τριών Ρώσων. Άλλωστε γράφει στα ρωσικά (τη lingua franca όλων των πρώην σοβιετικών κρατών, όπως έχει πει), ενώ σε μία από τις πιο πρόσφατες δηλώσεις της ζήτησε την υποστήριξη της ρωσικής διανόησης, λέγοντας: «Είμαστε ακόμα αδέλφια σας». Σε μια συνέντευξή της στον Guardian (2017), αναφερόμενη στον ρωσικό λαό, χρησιμοποιούσε άλλοτε πρώτο κι άλλοτε τρίτο πληθυντικό. Παλιότερα είχε πει ότι «αγαπάω τον ρωσικό κόσμο, αλλά τον ευγενικό, ανθρώπινο ρωσικό κόσμο, δεν αγαπάω τον Μπέρια, τον Στάλιν, τον Πούτιν… Πόσο βαθιά άφησαν τη Ρωσία να βυθιστεί». Περισσότερο από Λευκορωσίδα ή Ρωσίδα, δηλαδή, η Αλεξίεβιτς είναι ένας μετα-σοβιετικός άνθρωπος. Στο πρόσωπο του Λουκασένκο (ή του Πούτιν, τον οποίο μέσα από τις συνεντεύξεις της επί της ουσίας εξισώνει με τον Λευκορώσο πρόεδρο) βλέπει τη χαμένη ευκαιρία για δημοκρατία και ανανέωση και αλλαγή, βλέπει αυτούς που πάτησαν πάνω στον ρομαντισμό και στην αφέλεια της δεκαετίας του ’90, όταν «όλοι ήταν μαγεμένοι από την ελευθερία, αλλά κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος γι’ αυτήν. Πού ήταν αυτή η ελευθερία;» έγραψε σε ένα κείμενό της στο Literary Hub (2016). «Κανένας δεν μας είχε μάθει πώς να είμαστε ελεύθεροι. Είχαμε μάθει μόνο πώς να πεθαίνουμε για την ελευθερία μας». 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ-ΑΥΤΙ

Στην παραδοσιακή ομιλία που εκφωνούν οι νικητές του Νόμπελ, η Αλεξίεβιτς είπε το εξής: «Ο Φλομπέρ αποκαλούσε τον εαυτό του άνθρωπο-πένα. Θα μπορούσα να πω ότι εγώ είμαι άνθρωπος-αυτί». Αυτό είναι, πράγματι. Τα βιβλία της αποτελούν συνθέσεις μαρτυριών, τις οποίες η συγγραφέας παραθέτει σε πρώτο πρόσωπο, δημιουργώντας αυτά τα περίφημα «πολυφωνικά μυθιστορήματα», που όμως δεν έχουν ίχνος μυθοπλασίας και συνθέτουν αυτό που η ίδια λέει «μια ιστορία των ανθρώπινων συναισθημάτων». Ένας άνθρωπος-αυτί. Μεγάλωσε στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια σε μια επαρχία της Ουκρανίας (περιοχή από όπου καταγόταν η μητέρα της) ακούγοντας τις γυναίκες να διηγούνται σκληρές ιστορίες για χαμένους συντρόφους και για τη μοναξιά, άκουσε τον πατέρα της (Λευκορώσος αυτός, με θητεία στον Κόκκινο Στρατό και αργότερα δάσκαλος) να μιλάει με θέρμη για τα κομμουνιστικά ιδεώδη και μετά ταξίδεψε και συνέχισε να ακούει, πήγε στο Αφγανιστάν και άκουσε τις φρικιαστικές μαρτυρίες για την επέμβαση των Σοβιετικών τη δεκαετία του ’80, πήγε στο Τσερνόμπιλ και άκουσε τον θρήνο (η αδελφή της πέθανε νέα από καρκίνο, πιθανόν σχετιζόμενο με τη ραδιενέργεια), πήγε σε κάθε γωνιά όπου ομιλούνταν τα ρωσικά και άκουσε τις ελπίδες των ανθρώπων στο λυκόφως της σοβιετικής εποχής και το πώς αυτές οι ελπίδες μεγάλωσαν και πώς διαψεύστηκαν.

Σε μια εποχή που όλοι μιλάνε, που όλοι έχουν άποψη και μια επιφανειακή ευρυμάθεια, σε μια εποχή που είναι εύκολο να κάνεις επανάσταση από το κινητό σου παραθέτοντας εμπνευσμένα hashtag στα κοινωνικά δίκτυα, η Αλεξίεβιτς προτίμησε να ακούει. Και άκουσε τόσο πολλά και τόσο καθαρά, που κατάλαβε ότι τώρα ήρθε η ώρα να μιλήσει κι αυτή. Μέσα από το σκοτεινό πεπρωμένο της Λευκορωσίας ανατέλλει η αξία ενός αληθινού πνευματικού ανθρώπου, ακριβώς τη στιγμή που είχαμε αρχίσει να ξεχνάμε ότι τέτοιοι άνθρωποι πραγματικά υπάρχουν. ■