ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Δικαιοσύνη και μελαγχολία

© MARCUS THELEN / dpa Picture-Alliance/AFP/visualhellas.gr

Δύο πρόσφατες συλλογές ελβετικής καταγωγής, με την υπογραφή του μεγάλου Ντίρενματ και της υπέροχης Φλερ Γιέγκι

Ο Φρίντριχ Ντίρενματ (1921-1990) πέρασε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’40 ως φοιτητής ανάμεσα στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης και σε αυτό της Βέρνης, μην μπορώντας να επιλέξει αντικείμενο, την ίδια στιγμή που πολλές χιλιάδες συνομήλικοί του ζούσαν μέσα στις φλόγες του πολέμου που κατέκαιγαν την υπόλοιπη Ευρώπη. Είναι λογικό, δηλαδή, να διαφέρει αρκετά από τους υπόλοιπους γερμανόφωνους συγγραφείς της γενιάς του (όπως διαφέρει με έναν τρόπο και ο έτερος μεγάλος Ελβετός και στενός φίλος του Ντίρενματ, Μαξ Φρις) και είναι επίσης λογικό να εντοπίζεται συχνά στο μυθιστορηματικό, θεατρικό και δοκιμιακό του έργο ένας προβληματισμός γύρω από ζητήματα ενοχής και ευθύνης, ενώ παντού υπάρχει ο σαρκασμός για την «τακτοποιημένη» ελβετική κοινωνία και την αστική τάξη. Τα παραπάνω εμφανίζονται συχνά μέσα από πολύπλοκους στοχασμούς σχετικά με τη φύση της δικαιοσύνης και της ηθικής, όπως χαρακτηριστικά συμβαίνει στο υπέροχο μυθιστόρημά του «Δικαιοσύνη» (εκδ. Ροές) και στη νουβέλα «Η βλάβη» (1956), που επανακυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αντίποδες, μαζί με τα διηγήματα «Το τούνελ» και «Ο σκύλος». 

Η ιστορία της «Βλάβης»: Ο Αλφρέδος Τραπς, ένας κοινωνικά και οικονομικά ανερχόμενος έμπορος υφασμάτων, επιστρέφει στην πόλη του, όταν ξαφνικά το αυτοκίνητό του χαλάει. Αποφασίζει να διανυκτερεύσει στην εξοχή και φιλοξενείται σε μια έπαυλη όπου ζει ένας ηλικιωμένος πρώην δικαστής, που εκείνο το βράδυ έχει καλεσμένους κάποιους επίσης ηλικιωμένους φίλους, μεταξύ των οποίων έναν πρώην εισαγγελέα και έναν πρώην δικηγόρο. Κατά τη διάρκεια του δείπνου, του προτείνουν να συμμετάσχει στο παιχνίδι τους: οι συμπαθείς συνταξιούχοι φίλοι αναλαμβάνουν κάποια βράδια τους παλιούς τους ρόλους, παίζουν «δικαστήριο», με τον εκάστοτε επισκέπτη να παίρνει τον ρόλο του κατηγορουμένου. Ο δικηγόρος εξηγεί στον Τραπς: «Πότε καθίζουμε στο εδώλιο γυρολόγους, πότε τουρίστες, ενώ πριν από δύο μήνες είχαμε μάλιστα την τύχη να καταδικάσουμε σε είκοσι χρόνια φυλακή έναν Γερμανό στρατηγό που περνούσε από τα μέρη μας, μαζί με τη γυναίκα του. Αν γλίτωσε την κρεμάλα, το χρωστά αποκλειστικά και μόνο στη δικανική τέχνη μου». (Παρεμπιπτόντως, το παραπάνω απόσπασμα είναι το μότο που επέλεξε ο Μπολάνιο στην αρχή του «Τρίτου Ράιχ».) Ο Τραπς απολαμβάνει το παιχνίδι, αλλά, όπως δηλώνει, δεν έχει υποπέσει σε κάποιο έγκλημα στη ζωή του, άρα δεν μπορεί να κατηγορηθεί για κάτι. Η ανάκριση που ακολουθεί αποδεικνύει πόσο επιπόλαιη είναι η σιγουριά της αθωότητας. Το κείμενο αρχίζει ως φάρσα και εξελίσσεται μεθοδικά σε ένα ευφυές σχόλιο για τη λειτουργία του κόσμου. Λέει κάποια στιγμή ο πρώην εισαγγελέας: «Όλοι εμείς σ’ αυτό το τραπέζι έχουμε αποβάλει προ πολλού την προκατάληψη να αντιμετωπίζουμε το έγκλημα ως κάτι άσχημο και τρομερό, να θεωρούμε πως η ομορφιά είναι αποκλειστικό προνόμιο της δικαιοσύνης […]. Απεναντίας, αναγνωρίζουμε και στο έγκλημα την ομορφιά ως την απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρξει δικαιοσύνη». 

ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ

Νεότερη από τον Ντίρενματ, γεννημένη στη Ζυρίχη το 1940, η Φλερ Γιέγκι ακολούθησε μια διαφορετική πορεία, περνώντας όλη την ενήλικη ζωή της στην Ιταλία (παντρεύτηκε τον συγγραφέα και εκδότη Ρομπέρτο Καλάσο), ενώ το έργο της είναι γραμμένο στα ιταλικά. Ορισμένα βιβλία της είχαν μεταφραστεί παλιότερα από τις εκδόσεις Χατζηνικολή και ευτυχέστατα επανήλθε στην εκδοτική μας επικαιρότητα, χάρη στην κυκλοφορία της πιο πρόσφατης συλλογής της διηγημάτων από τις εκδόσεις Άγρα, «Είμαι ο αδελφός της ΧΧ». Το ομώνυμο και εναρκτήριο διήγημα, μια απόκοσμη εξομολόγηση που κινείται στα όρια του πραγματικού, δίνει τον τόνο για τις επόμενες είκοσι ιστορίες, η πλοκή των οποίων στηρίζεται κυρίως σε συναισθηματικά ίχνη, περισσότερο από ό,τι σε γεγονότα. Ο λόγος της είναι κοφτός, το φόντο σκοτεινό, η αίσθηση τρομακτική, η γεύση που μένει μελαγχολική, ως ώφειλε. Ανάμεσα στους χαρακτήρες εμφανίζονται και ορισμένα αληθινά πρόσωπα, όπως η φίλη της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, δύο φορές μάλιστα, στις κατά τη γνώμη μου πιο όμορφες στιγμές αυτής της σημαντικής συλλογής. ■