ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Το ΠΑΣΟΚ που δεν έζησα

to-pasok-poy-den-ezisa0

Αναμνήσεις από την πλευρά ενός millennial στην επέτειο των 39 χρόνων από τον εκλογικό θρίαμβο του 1981.

Για κάποιον που γεννήθηκε τη δεκαετία του ’90, το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν ακριβώς πολιτικό κόμμα. Έμοιαζε περισσότερο με μια υπαρξιακή συνθήκη, ένα γενικό πλαίσιο που περιβάλλει τη ζωή με τέτοια βεβαιότητα, που δεν σου επιτρέπει να τη φανταστείς χωρίς αυτό. Η δυσκολία μου να επιλέξω τον κατάλληλο χρόνο για να μιλήσω για το ΠΑΣΟΚ είναι ενδεικτική τού πώς το αντιλαμβάνομαι ακόμα. Απλωμένο ασαφώς στις δεκαετίες, ριζωμένο, αλλά και λίγο σάπιο. Και ο ενεστώτας, αλλά και οι παρελθοντικοί χρόνοι μού φαίνονται εξίσου δόκιμοι στην περίπτωσή του. 

Έχοντας μεγαλώσει σε ένα σπίτι μετριοπαθές, μακριά από ακραίες πολιτικές απόψεις και ιδιαίτερες κομματικές αγάπες, θυμάμαι το ΠΑΣΟΚ ως ένα διαρκές φόντο μετριότητας που ενέπνεε ασφάλεια. Δεν του τρέφαμε κάποια ξεχωριστή συμπάθεια ούτε το αντιπαθούσαμε. Το αντιμετωπίζαμε μάλλον ως δεδομένο, χωρίς να αναλογιζόμαστε στα σοβαρά ότι κάποιο άλλο κόμμα θα μπορούσε να βρίσκεται στη θέση του. Λες και επρόκειτο για βασιλική οικογένεια. Τα επαναλαμβανόμενα ρεπορτάζ για την υγεία του Ανδρέα Παπανδρέου λίγο πριν πεθάνει βρίσκονται στη μνήμη μου σε διπλανό κουτάκι με αυτά του δυστυχήματος της πριγκίπισσας Νταϊάνα. Ήταν ένα είδος αντιδημοκρατικού εφησυχασμού αυτή η άνευ όρων αποδοχή, ανάμεικτου με μια αραχνιασμένη αίσθηση ευγνωμοσύνης. Στο κάτω κάτω, το ΠΑΣΟΚ είχε δώσει λεφτά στον κόσμο, είχε άρει ανισότητες, είχε εισαγάγει καινοτομίες, κι όλα αυτά έμοιαζαν να αρκούν για τότε και για πάντα. Εν πάση περιπτώσει, ήταν καλές δικαιολογίες για να μη χρειάζεται να σκεφτόμαστε.

Το ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ

Δεν ξέρω αν ήταν όντως έτσι τα πράγματα ή αν εγώ έχω επιλέξει να τα θυμάμαι μεροληπτικά, αλλά το ΠΑΣΟΚ των ’90s είναι εγγεγραμμένο μέσα μου με μια καθεστωτική απολυτότητα. Δεν θυμάμαι να έχω επίγνωση της αντιπολίτευσης, τουλάχιστον όχι με εναργή τρόπο. Θυμάμαι τη μητέρα μου να μου εξηγεί γιατί δεν μπορούσε να καλέσει στο σπίτι ταυτόχρονα όλους τους κουμπάρους της. Ο λόγος ήταν ότι οι μεν ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ και οι δε κάτι άλλο, ασυμβίβαστο· το αντι-ΠΑΣΟΚ δηλαδή. Αυτό το άλλο, όμως, δεν το συζητούσαμε πολύ. Μπορεί κάπως έτσι, σιωπηρά, να είχαμε επιλέξει ένα στρατόπεδο.

Διατηρώ, πάντως, πολύ έντονη την ανάμνηση της Μαλβίνας να λέει τα δικά της στην τηλεόραση εναντίον του Κώστα Σημίτη, διανθισμένα με περίτεχνες προσβολές που τότε ηχούσαν έξυπνες και χαριτωμένες. Μας έκανε να γελάμε, μάλλον επειδή ήταν ό,τι πιο κοντινό υπήρχε σε αντιπολιτευτικό λόγο με αιχμή. Φύτευε τους σπόρους της θυμωμένης καχυποψίας ακόμη και στους απαθείς, δηλαδή, σφυροκοπώντας αργά αργά κι αιρετικά την ατσάλινη επιφάνεια της δημοτικότητας του ΠΑΣΟΚ. Άσχετα αν στην πραγματικότητα έκανε απλώς το λαϊκίστικο κέφι της. Αυτό το κατάλαβα εκ των υστέρων. Την ίδια πάνω κάτω περίοδο, η Δήμητρα Λιάνη-Παπανδρέου άνοιγε στα κανάλια το σπίτι όπου έζησε με τον Ανδρέα και δειγμάτιζε στους δημοσιογράφους τα αγαπημένα του αντικείμενα. «Κι εδώ… [κρατούσε ένα φιαλίδιο που, νομίζω, είχε ξεκρεμάσει από έναν τοίχο του γραφείου του εκλιπόντος] …λίγο νερό από την αγαπημένη του θάλασσα, το Αιγαίο». Αυτή η ανάμνηση για κάποιον λόγο νομιμοποιεί κι επικυρώνει την ιστορική χρησιμότητα της Μαλβίνας.

to-pasok-poy-den-ezisa0
© Pierre PERRIN/ Getty Images/ Ideal Image

Πέρα από τη Μαλβίνα όμως, έχω συγκρατήσει κι ένα άλλο ατομικό ορόσημο που δηλητηρίασε τον τρόπο που προσλάμβανα το ΠΑΣΟΚ ως παιδί. Κι αυτό είχε να κάνει με την ηθική του. Η ηθική είναι ένα πονηρό γνώρισμα, γιατί δεν μένει με τίποτα κρυφή. Είτε πρόκειται για την καλύτερη είτε για τη χειρότερη, κουβαλάει άθελά της ένα μεγάφωνο που μαρτυρά την ποιότητά της ακόμα και στους πιο απομακρυσμένους από την αλήθεια. Κατάλαβα λοιπόν, καθώς τα χρόνια περνούσαν, ότι η ισχύς του ΠΑΣΟΚ βασιζόταν, μεταξύ άλλων, σε ένα τεράστιο δίκτυο παρατρεχάμενων, που διαμόρφωναν μια κουλτούρα διαφθοράς, για την οποία επικρατούσε ομερτά. Το δίκαιο των προσωπικών σχέσεων και της εγγύτητας στις πηγές εξουσίας καθόριζε με παράλογα αποφασιστικό τρόπο την ποιότητα της ζωής σου. Ήταν πολύ τρομακτική κατάσταση και εξίσου τρομακτική ήταν η ευκολία με την οποία ο κόσμος την εκλογίκευε. Πρώτο δείγμα αυτής της ηθικής, για μένα, ήταν η δυσμενής μετάθεση του στρατιωτικού πατέρα μου από τον Πειραιά στους Παξούς (!), με την (ανεπίσημη και προφανώς ψευδή) αιτιολογία που διακινούνταν από δω κι από κει, ότι επρόκειτο «περί ακροδεξιού στοιχείου με έντονη δράση». Αυτή ήταν η ακριβής διατύπωση. Στην πραγματικότητα, όλη κι όλη η δράση του συνίστατο σε μία παράλειψη: δεν ήταν αρκετά ΠΑΣΟΚ. Και την πιο κρίσιμη στιγμή, δεν εξυπηρέτησε κατάλληλα το άτομο που έπρεπε. Σήμερα ο πατέρας μου μου διηγείται την καφκική ιστορία γελώντας.

Ή ΠΑΣΟΚ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ

Στις οριακές εκλογές του 2000, δηλαδή στην ηλικία των εννέα, για πρώτη φορά συνέλαβα τη θέση της Νέας Δημοκρατίας ως αντίπαλου δέους. Λίγο πριν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα, οι γειτόνισσές μας, όλες περήφανες κομμουνίστριες με εμβληματική αντιφασιστική δράση, περιφέρονταν στους διαδρόμους της πολυκατοικίας ανάβοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και επαναλαμβάνοντας έξαλλες τη φράση «Πάει και τελείωσε, αν βγει ο άλλος [εννοούσαν τον Καραμανλή], θα μας γυρίσει εκατό χρόνια πίσω». Η αγχωμένη έκφραση, οι νευρικές κινήσεις, η απειλητική ατμόσφαιρα και ο καπνός ανάμεσα στα διαμερίσματα ήταν ένας μνημειώδης συμβολισμός του διακυβεύματος. Ή ΠΑΣΟΚ ή θάνατος. Αυτή η διάζευξη κατέλυε κάθε επιμέρους προτίμηση. Το ΠΑΣΟΚ αντιπροσώπευε τη μοναδική εκδοχή βιώσιμης ζωής που ξέραμε.

Την απώλεια της εξουσίας το 2004 ακολούθησαν διακριτικές παραινέσεις καθηγητών στο σχολείο «να μη γίνουμε δεξιοί» με κάθε πρόσφορη αφορμή, και ειδικά με αφορμές που γεννούσαν συγκρίσεις μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και του αδικημένου, μα τόσο επωφελούς κοινωνικά ΠΑΣΟΚ. Θυμάμαι ότι το απόφθεγμα «Ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό» πυροδότησε τις πιο φορτισμένες επικλήσεις της φιλολόγου κυρίας Β. στην πράσινη ανωτερότητα. Ήταν πάντα ελαφρώς συγκινημένη όταν τις έκανε, ενώ μας κοιτούσε στα μάτια με νόημα, σαν να ήμασταν όλοι ΠΑΣΟΚ κατά βάθος, αλλά διστάζαμε να της το ομολογήσουμε.

Έπειτα, τα χρόνια των μνημονίων επέφεραν την απομυθοποίηση και την άτακτη, μαζική πολιτικοποίηση της αγανάκτησης. Ξαφνικά όλοι μάθαμε ότι κάτι δεν πάει καλά στη χώρα και ήμασταν σίγουροι ότι ξέραμε τι ήταν. Τι πιο βολικό από το να πέσει ο κλήρος στο ΠΑΣΟΚ; Οι μεγαλύτεροι ξέπλυναν τις αμαρτίες τους μέσω της αποποίησης των ευθυνών τους, οι μικρότεροι αποκήρυξαν το παρελθόν, ποντάροντας σε ένα μέλλον που του έμοιαζε επικίνδυνα. Αυτή είναι, δυστυχώς, και η πιο ζωντανή κληρονομιά του ΠΑΣΟΚ: τάισε στομάχια, αλλά άφησε νηστικά μυαλά. Και τα μυαλά τού το ξεπλήρωσαν, ξεχνώντας το. Γι’ αυτό και η πιο ταιριαστή λέξη για το ΠΑΣΟΚ σήμερα είναι η λέξη «ανάμνηση». Η φυσική συνέπεια της έλλειψης παρόντος.■