ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

«Το τραύμα των συνόρων δεν έχει όνομα»

 © Gary Doak/Alamy/visualhellas.gr

Πόσοι ανατολικοευρωπαίοι χάθηκαν στον Ψυχρό Πόλεμο στα δάση της Στράντζας; Ποιο είναι το μυστικό της μακροζωίας; Τι ακριβώς χωρίζει ένα συρματόπλεγμα; Και, επίσης, υπάρχουν δράκοι; Μια συζήτηση με τη συγγραφέα Κάπκα Κασάμποβα με αφορμή το βιβλίο της «Σύνορα» και τα ταξίδια της στο Τριεθνές.

Υπάρχει ένα μικρό χωριό στις πλαγιές της Στράντζας, πίσω από τα βουλγαρικά σύνορα, ξεχασμένο από τον χρόνο και βουτηγμένο στους μύθους. Οι ντόπιοι λένε ότι κάθε χρόνο, «μετά το ξόρκι της άπνοιας», εμφανίζεται στον ουρανό του χωριού μια πύρινη μπάλα, κάποιοι ισχυρίζονται ότι είναι δράκος και κάποιοι το πιστεύουν, κάποιοι άλλοι απλώς γελάνε, το πιο λογικό ίσως, αλλά όταν η συγγραφέας Κάπκα Κασάμποβα βρέθηκε στο χωριό αυτό πριν από κάποια χρόνια, την εποχή που διασχίζει τον ουρανό η πύρινη μπάλα, είδε μέσα στη νύχτα μια λάμψη και κατάλαβε ότι δεν υπήρχε κανένας τρόπος να εξηγήσει τι πραγματικά ήταν αυτό που είχε δει. Ένας ντόπιος, ο κύριος Ν., της είπε το εξής: «Το βουνό αυτό έχει πνευματικές δυνάμεις. Δεν μπορείς να εξηγήσεις κάποια πράγματα, και ίσως να ’ναι καλύτερα έτσι».

Η συγγραφέας είχε να επισκεφτεί τη χώρα της από το 1992, αλλά στο διάστημα 2014-2015 έκανε τρία μαζεμένα ταξίδια στην ευρύτερη περιοχή των συνόρων της Βουλγαρίας, Ελλάδας και Τουρκίας. Έμεινε σε εγκαταλελειμμένα χωριά, διέσχισε δύσβατους δρόμους, είδε πώς τελούνται ακόμη έθιμα αιώνων, ανάσανε με την ομορφιά της φύσης και κυρίως άκουσε αμέτρητες ιστορίες ανθρώπων που συνάντησε και στις τρεις χώρες, ιστορίες για πύρινες μπάλες, ιστορίες για χαμένες ψυχές, ιστορίες για την Ιστορία, αλλά και ιστορίες για το παρόν, για τις ανησυχίες, για τη ζωή. Όλα αυτά τα κατέγραψε σε ένα πολύ σπάνιο βιβλίο, προσθέτοντας τις αναμνήσεις της από τα παιδικά της χρόνια στην κομμουνιστική Βουλγαρία, προσθέτοντας επίσης στοιχεία από την ιστορία του τόπου, τη μυθολογία, τις παραδόσεις και τη γλώσσα, αλλά και τις σκέψεις της γύρω από τη βαριά σκιά που απλώνεται σε μια περιοχή που τη χωρίζουν σύνορα. Τα «Σύνορα», λοιπόν, όπως λέγεται το βιβλίο, έπειτα από μια αξιοσημείωτη πορεία στο εξωτερικό, μόλις κυκλοφόρησαν και στη γλώσσα μας από τις εκδόσεις Οξύ. 

Έψαξα αρκετά τις κριτικές στον αγγλόφωνο Τύπο πριν επικοινωνήσω μαζί της, προσπαθώντας να καταλάβω πώς αντέδρασαν οι δυτικοί αναγνώστες διαβάζοντας για τις πολύπλοκες ιστορίες της γειτονιάς μας και κυρίως τους μυστηριώδεις θρύλους, όπως αυτόν της πύρινης μπάλας, που κατοικούν ακόμη σε κάποιες ορεινές περιοχές. «Πολλοί αναγνώρισαν την οικουμενικότητα κάποιων παραδόσεων όπως οι αναστενάρηδες», μου λέει η κ. Κασάμποβα, «άλλοι σχολίασαν τον ρόλο της μυθολογίας στους θρύλους με τους δράκους, τις πύρινες μπάλες ή το uroki (σ.σ. το κακό μάτι στα βουλγαρικά), όμως αυτό που είχε περισσότερο ενδιαφέρον για τους δυτικούς αναγνώστες ήταν ότι αυτές οι πεποιθήσεις και πρακτικές είναι ακόμα μέρος της ζωής της περιοχής». Τη ρωτάω πώς το εξηγεί. «Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το μεταφυσικό, το μυστικιστικό και γενικά το απόκοσμο στοιχείο για να θεραπεύσουν το τραύμα των συνόρων που δεν έχει όνομα, αλλά είναι πανταχού παρόν». 

ΑΝΤΙΘΕΤΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

Αντιγράφω μερικές γραμμές από τον πρόλογο της συγγραφέως για την ελληνική έκδοση του βιβλίου: «Στα σύνορα τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Αντί για μηχανισμός που απλώς χωρίζει στα δύο, τα σύνορα γίνονται ένας λαβύρινθος, κόσμοι μέσα σε άλλους κόσμους. Άνθρωποι, σχέδια και ιδεολογίες εξαφανίζονται σαν να πέφτουν σε μια μαύρη τρύπα, για να επανεμφανιστούν με περίεργους τρόπους και άψογο συγχρονισμό μία ή δύο γενιές αργότερα». Στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, τα νότια σύνορα της Βουλγαρίας ταυτίζονταν με τα σύνορα του Ανατολικού Μπλοκ, εκεί που ένας φράχτης μέσα στο δάσος ανέκοπτε την πορεία όσων είχαν την παράτολμη ιδέα να αναζητήσουν μια ζωή στην Ελλάδα, στην Τουρκία ή οπουδήποτε άλλου – οι ιστορίες αυτών των ανθρώπων που τους «κατάπιε» το βουνό διατρέχουν ένα σημαντικό μέρος του βιβλίου, καθώς τα ίχνη τους είναι ακόμη ορατά μέσα από τις αναμνήσεις των ντόπιων. Η κ. Κασάμποβα θυμάται που, όταν ήταν μικρή, ρωτούσε τους γονείς της γιατί δεν μπορούσαν να πάνε προς εκείνο το μέρος του βουνού, με τον πατέρα της να απαντάει ότι «δεν έχουμε καμία δουλειά εκεί πέρα» και τη μητέρα της να προσθέτει ότι «το δάσος είναι γεμάτο στρατιώτες». 

to-trayma-ton-synoron-den-echei-onoma0
 Ίχνη από το Σιδηρούν Παραπέτασμα: το συρματόπλεγμα στα βουλγαρικά σύνορα βρίσκεται ακόμη στη θέση του, τρεις δεκαετίες μετά.  © Anthony Georgieff

 

Έπρεπε να περάσουν πάνω από δύο δεκαετίες για να μπορέσει να πάει τελικά στο βουνό και να δει τι υπήρχε στο δάσος – ο φράχτης, για παράδειγμα, ήταν ακόμη όρθιος σε κάποια σημεία και υπήρχαν ακόμη άνθρωποι που προσπαθούσαν να τον περάσουν, μόνο που πλέον έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση: τα ταξίδια της στα σύνορα συνέπεσαν με την κορύφωση της προσφυγικής κρίσης. Κάποια στιγμή συνάντησε τρία κορίτσια κουρδικής καταγωγής και είδε στα πρόσωπά τους την «αίσθηση πως είσαι αόρατος, ανεπιθύμητος, βουβός, μια διαμελισμένη ψυχή που περιμένει σ’ έναν κρύο διάδρομο της ιστορίας». 

Αυτή τη στιγμή έχουν υψωθεί νέα συρματοπλέγματα στα σύνορα των χωρών – όπως μου λέει, σήμερα υπάρχουν πάνω από εξήντα συνοριακά τείχη στον κόσμο, τρεις φορές περισσότερα από τον καιρό του Ψυχρού Πολέμου. «Ο φόβος των προσφύγων που έχει παραλύσει πολλούς Ευρωπαίους είναι ο φόβος του αύριο. Ο φόβος των εαυτών τους. Επειδή αύριο, οποιοσδήποτε μπορεί να βρεθεί στη λάθος μεριά κάποιων συνόρων. Ίσως γίνουν οι ίδιοι πρόσφυγες, στο έλεος κάποιων άλλων, μπορεί να γίνουν πρόσφυγες εξαιτίας κάποιας πλημμύρας, μιας πυρκαγιάς, ενός κτιρίου που κατέρρευσε ή κάποιας δεσποτικής κυβέρνησης που πίστεψαν ότι θα τους προστατεύσει. Είμαστε όλοι εν δυνάμει πρόσφυγες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο». 

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ

Οι ιστορίες του βιβλίου ξεκινούν άλλοτε με την αφορμή μιας λέξης, μιας γκρεμισμένης εκκλησίας, ενός μύθου ή μιας ανάμνησης, όλες όμως καταλήγουν στα σύνορα και στους ανθρώπους τους. Η συγγραφέας γνώρισε κάθε λογής στα ταξίδια της: δασοφύλακες και κυνηγούς θησαυρών, αγρότες και δασκάλους, ερημίτες από άποψη ή από ανάγκη. Στην πλειονότητά τους όλοι υπήρξαν πρόθυμοι να ανοίξουν τα σπίτια τους και να μοιραστούν μαζί της τις εμπειρίες της ζωής τους. Ήταν πράγματι έτσι; «Ναι, απολύτως», μου λέει και μου εξηγεί ότι αυτό οφείλεται κατ’ αρχάς στην «κουλτούρα και στο συναίσθημα», καθώς οι άνθρωποι στις περιοχές αυτές είναι από τη φύση τους ανοιχτοί και φιλόξενοι, τους αρέσει η παρέα και θέλουν να μοιράζονται κουβέντες, φαγητό, εμπειρίες. 

to-trayma-ton-synoron-den-echei-onoma1

Υπάρχει και ένας δεύτερος λόγος, όμως, τον οποίο χαρακτηρίζει «ψυχολογικο-ιστορικό». «Το ότι ένας άγνωστος ξαφνικά ενδιαφέρεται για σένα και μπορεί πραγματικά να σε ακούσει είναι ένα είδος θεραπείας. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ακούν ποτέ. Ειδικά στα Βαλκάνια προτιμάμε να μιλάμε, να εξηγούμε, να διακόπτουμε,“θα σου πω εγώ πώς έχουν τα πράγματα”», μου λέει. «Οι άνθρωποι των συνόρων κουβαλούν ένα βαρύ ψυχολογικό φορτίο, επειδή η ιστορία έχει υπάρξει σκληρή μαζί τους, αλλά και επειδή έτσι είναι τα Βαλκάνια. Τα σύνορα είναι ένα είδος κρυστάλλινου πρίσματος, μέσα από το οποίο αχνοφαίνονται πολλές αλήθειες σχετικά με την αληθινή φύση της περιοχής. Έχουμε αποτύχει να αντιμετωπίσουμε την εθνική μας ιστορία με θάρρος, προτιμώντας την άρνηση και το κουκούλωμα των αμαρτιών μας και την κατηγορία των γειτόνων μας. Αυτή η παιδική συμπεριφορά που συνεχίζεται ακόμη έχει δημιουργήσει περίεργες μορφές μιας συλλογικής σχιζοφρένειας. Οι άνθρωποι ζουν γεμάτοι με μια ανεπεξέργαστη θλίψη, ενοχή και με έντονη ανάγκη να βρουν έναν τρόπο να ανακουφιστούν». 

to-trayma-ton-synoron-den-echei-onoma2
Οι άνθρωποι των συνόρων: απόγονοι προσφύγων που πέρασαν τα σύνορα και έμειναν στην περιοχή έναν αιώνα νωρίτερα. © Nedret Benzet

 

Ένας από τους ανθρώπους που γνώρισε στην ελληνική πλευρά ήταν ο Ζίκο, ένας τετραπέρατος τύπος μεγάλης ηλικίας και με μυστηριώδες παρελθόν, ο οποίος υπήρξε για ένα διάστημα ο οδηγός της στις πλαγιές της Ροδόπης. Κάποια στιγμή τής είπε ότι το μυστικό της μακροζωίας είναι πως πρέπει να έχεις τρεις καρδιές. Μία για να αγαπάς τους άλλους, μία για να αγαπάς τον εαυτό σου και μία για να αγαπάς τα βουνά. Εξ αφορμής αυτής της ενδιαφέρουσας θεωρίας, της ζητάω την άποψή της για το πόσο μας έχει βλάψει η αποσύνδεσή μας από τη φύση. «Σε βουνά όπως η Στράντζα και η Ροδόπη», μου εξηγεί η συγγραφέας, «βρίσκεται βαθιά αποτυπωμένο το παρελθόν μας και η εικόνα ενός αγροτικού τρόπου ζωής. Τα βουνά αποτελούν επίσης μια μεγάλη ευκαιρία για ένα βιώσιμο μέλλον, αν φερθούμε αρκετά έξυπνα ώστε να τα προστατεύσουμε και να τα χρησιμοποιήσουμε σωστά αντί να τα καταστρέφουμε για να πάρουμε μάρμαρο, χρυσό και ξύλα».  

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

Μέσα από την αφήγηση της κ. Κασάμποβα εμφανίζεται συχνά η διάκριση ανάμεσα στην επίσημη ιστορία και την προφορική, και στις περιοχές των συνόρων οι άνθρωποι μοιάζουν να πιστεύουν περισσότερο στην προσωπική τους αλήθεια. Αυτό εξηγείται, όπως μου λέει η συγγραφέας, από το γεγονός ότι «οι επίσημες εθνικές εκδοχές, ειδικά στα Βαλκάνια, μας προσφέρουν μια αποστειρωμένη, καθαρή, συχνά ανέντιμη και επικίνδυνη αφήγηση σχετικά με τη συλλογική μας ταυτότητα. Η ιστορία που έμαθα στο σχολείο δεν έλεγε τίποτα για τις θηριωδίες κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής στη βόρεια Ελλάδα ή για την εκδίωξη των Πομάκων στην Τουρκία. Ακόμα και όταν παρακολουθούσαμε από τις τηλεοράσεις μας τον διωγμό των Τούρκων της Βουλγαρίας το 1989, περίπου 350.000 ανθρώπους, ακούγαμε ψέματα ότι ήταν τρομοκράτες, ότι ήθελαν να αποσπάσουν ένα μέρος της χώρας, και πολλοί τα πίστευαν». 

to-trayma-ton-synoron-den-echei-onoma3
Ένα από τα τελευταία σπίτια πριν από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.

 

Η πικρία της δεν κρύβεται. Η Βουλγαρία των παιδικών της χρόνων ήταν ένας τόπος αφιλόξενος, αντιαισθητικός, απωθητικός. Η οικογένειά της επέλεξε να φύγει μετά την πτώση του κομμουνισμού, μετακόμισαν στη Νέα Ζηλανδία, η ίδια πλέον είναι μόνιμα εγκατεστημένη στη Σκωτία. Η Βουλγαρία που συνάντησε στα ταξίδια της δεν ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από εκείνη που θυμόταν. Διαφορετική, αλλά όχι πιο ελκυστική. Υπάρχουν σημεία στο κείμενό της που μοιάζει να διστάζει για τον ρόλο της στον συγκεκριμένο τόπο. Πόσο ανήκει εκεί; Τι βαρύτητα έχει η καταγωγή της; Τη ρωτάω αν ενστερνίζεται αυτό που λέγεται συχνά, ότι η πατρίδα του συγγραφέα είναι η γλώσσα του. «Ναι», μου λέει. «Η γλώσσα είναι μια πατρίδα. Αλλά μπορούμε να πούμε και ότι είναι απλώς ένα εργαλείο. Έχουμε ανάγκη να συνδεόμαστε με κάτι περισσότερο από το παρόν και από τους εαυτούς μας. Τελικά ανήκουμε εκεί που αγαπάμε. Αυτή είναι η αληθινή μας πατρίδα. Πρέπει να θυμόμαστε τι είναι αυτό που αγαπάμε, ακόμα και αν μας προκαλεί πόνο – τότε ίσως θα νιώσουμε περισσότεροι οικεία. Και ίσως γι’ αυτό επέστρεψα με αυτά τα ταξίδια στο επίπονο σύνορο της παιδικής μου ηλικίας».  ■

to-trayma-ton-synoron-den-echei-onoma4
Info «Σύνορα», της Κάπκα Κασάμποβα
Μτφρ: Γιάννης Καστανάρας, σελ. 400, εκδόσεις Οξύ