FLASHBACK

Τζον Λε Καρέ (1931-2020): Ένας κατάσκοπος στις Σπέτσες

Τζον Λε Καρέ (1931-2020): Ένας κατάσκοπος στις Σπέτσες

Ένας τέλειος κατάσκοπος στις Σπέτσες. 

Αν το 1963 έλεγε κάποιος στον Τζον Λε Καρέ ότι έναν χρόνο αργότερα θα μπορούσε να μαζέψει τις σημειώσεις του και να περάσει το φθινόπωρο σε ένα ηλιόλουστο δωμάτιο ξενοδοχείου στις Σπέτσες, γράφοντας και κάνοντας διακοπές (φωτογραφία), ο πρώτος που θα έβαζε τα γέλια θα ήταν ο ίδιος ο συγγραφέας. Όμως το 1963 ήταν μια υπέροχη και συγχρόνως φρικτή χρονιά για τον Λε Καρέ. Υπέροχη γιατί το τρίτο του μυθιστόρημα, το περίφημο «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο», έγινε παγκόσμιο μπεστ σέλερ και του εξασφάλισε μια καριέρα στον χώρο της γραφής. Αλλά ήταν και φρικτή, γιατί ολοκληρώθηκε με τον χειρότερο τρόπο η άλλη του καριέρα, αυτή του μυστικού πράκτορα της ΜΙ6 – ήταν η χρονιά που ο Κιμ Φίλμπι διέφυγε στη Μόσχα. Αποδείχτηκε, δηλαδή, ότι ένας Βρετανός αριστοκρατικής καταγωγής, υψηλόβαθμος πράκτορας και διπλωμάτης αποτελούσε στην πραγματικότητα επί δεκαετίες τον βασικό πληροφοριοδότη των Σοβιετικών για κάθε κίνηση της Δύσης. Ήταν η πιο τραυματική στιγμή των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, αλλά εκτός από το ότι επλήγη το γόητρό τους φανερώθηκαν επίσης τα ονόματα πολλών πρακτόρων. Ένα από αυτά ήταν του Τζον Λε Καρέ. Δηλαδή του Ντέιβιντ Τζον Μουρ Κόρνγουελ, όπως λεγόταν κανονικά – το «Λε Καρέ» υιοθετήθηκε αναγκαστικά επειδή, όταν ξεκίνησε να γράφει, ήταν ακόμα μέλος της ΜΙ6. 

Αν αντί για κατάσκοπος είχε δουλέψει στη θάλασσα, όπως είπε ο ίδιος κάποτε σε μια συνέντευξή του στο Paris Review, θα είχε γράψει ιστορίες για τη θάλασσα. Αν είχε εργαστεί στη διαφήμιση ή στο χρηματιστήριο, θα έγραφε γι’ αυτά. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα έγραφε. Αυτό το είχε καταλάβει από μικρός σχετικά, όταν ανακάλυψε την αγάπη του για τη λογοτεχνία. Το ότι έγραψε κατασκοπικές ιστορίες, λοιπόν, ήταν απλώς θέμα τύχης. Όμως αυτές οι ιστορίες υπερέβησαν το είδος τους και μέσω αυτών αποτυπώθηκε η λεπτή γραμμή ισορροπίας που όρισε την ατμόσφαιρα της ψυχροπολεμικής εποχής. Οι δεκαετίες της υποψίας και του φόβου, του Τείχους, των ανθρώπων με τις καμπαρντίνες και τα χαμηλωμένα βλέμματα απέκτησαν υπόσταση μέσα από τις σελίδες του, ερμηνεύτηκαν και αποκωδικοποιήθηκαν, αποθηκεύτηκαν στη συνείδησή μας φιλτραρισμένες μέσα από τη δική του ματιά.  

tzon-le-kare-1931-2020-enas-kataskopos-stis-spetses0
 © JC SAUER/ Paris Match via Getty Images/ Ideal Image

 

Το έργο του χωρίζεται κυρίως σε δύο βασικές ενότητες. Η πρώτη αποτελείται από τα κλασικά ψυχροπολεμικά, κατασκοπικά μυθιστορήματα, στα οποία συνήθως πρωταγωνιστεί ο υπέροχος Τζορτζ Σμάιλι, ένας εγκεφαλικός πράκτορας, το ακριβώς αντίθετο του Τζέιμς Μποντ, ηττοπαθής και συναισθηματικά κατεστραμμένος, αλλά πάντα αξιοπρεπής. Η δεύτερη ενότητα αποτελείται από τα βιβλία που έγραψε μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, προσαρμοζόμενος στη νέα πραγματικότητα – πολλά από αυτά είναι γνωστά κυρίως χάρη στο σινεμά («Ο επίμονος κηπουρός», «Ο ράφτης του Παναμά» κ.ά.). 

Περίπου ενδιάμεσα χρονολογικά, γραμμένο το 1986, βρίσκεται ένα βιβλίο διαφορετικό από τα άλλα, που συνοδεύεται από το περίφημο κομπλιμέντο του Φίλιπ Ροθ ότι πρόκειται για το καλύτερο αγγλικό μυθιστόρημα που γράφτηκε μετά τον Πόλεμο. Στο «Ένας τέλειος κατάσκοπος» ο Λε Καρέ συμπλέκει την παράνοια της εποχής που γέννησε έναν μανιχαϊστικό τρόπο αντίληψης του κόσμου με μια ιστορία πατέρα και γιου, εμπνευσμένη από τη σχέση του με τον δικό του πατέρα. Δεν ξέρω αν είχε δίκιο ο Ροθ, αλλά ξέρω ότι το συγκεκριμένο βιβλίο μού έκανε κάποτε πολύτιμη παρέα σε ένα μεγάλο ταξίδι και ότι μέσα από τις σελίδες του πέρασαν οι ώρες και οι μέρες, και ξέρω ότι μέσα από την απόγνωση του Μάγκνους Πιμ κατάλαβα πώς χτίζεται μια ζωή και πώς γκρεμίζεται. Η είδηση του θανάτου του Τζον Λε Καρέ το περασμένο Σάββατο, σε ηλικία 89 ετών, μου θύμισε ότι ακόμα και ένας τέλειος κατάσκοπος κάποια στιγμή τελικά θα εξαπατηθεί.  ■