ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Σατιρίζοντας την ύπαρξη

Στην πολυσυζητημένη αυτοβιογραφία του, «Σχετικά με το Τίποτα», ο Γούντι Άλεν γράφει για όλα και για... τίποτα, για έναν κόφτη λαχανικών και το #MeToo, για τις ταινίες του που δεν του αρέσουν, για τους γονείς του, το μπέιζμπολ, τον Χέμινγουεϊ και τις δασκάλες του στο σχολείο. 

Σατιρίζοντας την ύπαρξη

Πριν από πολλά χρόνια, ο Γούντι Άλεν βρέθηκε στη Ρώμη για την προώθηση μιας ταινίας του και κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Το σήκωσε η γραμματέας του και τον ενημέρωσε ότι στη γραμμή ήταν κάποιος Φελίνι. Ο Άλεν τής ζήτησε να τον ξεφορτωθεί, πιστεύοντας ότι πρόκειται για φάρσα. Λίγο πριν αποχωρήσει από την Ιταλία, διασταύρωσε μέσω ενός κοινού γνωστού ότι ήταν πράγματι ο Φεντερίκο Φελίνι που τον είχε αναζητήσει, και έτσι τον πήρε αμέσως τηλέφωνο. Και τον ξύπνησε: «Είχαμε μια παρατεταμένη συνδιάλεξη. Του άρεσαν οι ταινίες μου (ή προσποιούνταν καλά για άνθρωπος που είχε μόλις ανοίξει τα μάτια του) και είπαμε ότι είχαμε πολλά κοινά στην καταγωγή και στα παιδικά μας χρόνια. Όταν κλείσαμε, του ορκίστηκα ότι θα πάω να τον δω την επόμενη φορά που θα ερχόμουν στη Ρώμη, αλλά μετά πέθανε, ίσως γιατί αισθάνθηκε ότι σοβαρολογώ». 

Κάτι τέτοια περιστατικά κανείς δεν μπορεί να τα διηγηθεί καλύτερα από τον Γούντι Άλεν και υπάρχουν αμέτρητα όπως το παραπάνω στην πολυαναμενόμενη αυτοβιογραφία του, «Σχετικά με το Τίποτα». Όποιος έχει εξοικείωση με τις ταινίες του θα διαβάσει το βιβλίο ακούγοντας τη φωνή του, στον ρυθμό που αφηγείται συνήθως σε voice-over. Αναμνήσεις, αυτοσαρκασμός και ποπ κουλτούρα, μικρές εκρήξεις υπαρξιακής αγωνίας και ερωτικές παραδοξότητες – αυτό είναι το σύμπαν του Άλεν, αυτή είναι η ζωή του.  

ΕΝΑΣ ΚΑΚΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ

Η αφήγηση ξεκινάει από την αρχή. Πριν από την αρχή, για την ακρίβεια. Ξεκινάει από τους λόγους για τους οποίους παραλίγο να μην είχε γεννηθεί. Ο πατέρας του, για παράδειγμα, θα μπορούσε κάλλιστα να έχει σκοτωθεί κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου, όταν το σκάφος όπου επέβαινε χτυπήθηκε από μια οβίδα. Βρέθηκε να κολυμπάει στα νερά του Ατλαντικού, αλλά επέζησε. Μετά γνώρισε τη μητέρα του. Ο αρραβώνας τους, όμως, παραλίγο να διαλυθεί όταν σε ένα οικογενειακό τραπέζι ο πατέρας του έκλεψε το διαμαντένιο δαχτυλίδι μιας ξαδέρφης της μαμάς, προκαλώντας ένα μίνι σκάνδαλο. Αλλά το ξεπέρασαν. Και την 1η Δεκεμβρίου του 1935 γεννήθηκε τελικά στη Νέα Υόρκη ο –όπως είναι το πραγματικό του όνομα– Άλαν Κόνιγκσμπεργκ. Για τους γονείς του σχολιάζει ότι έμειναν μαζί για εβδομήντα χρόνια παρά το ότι ήταν εντελώς αταίριαστοι και «διαφωνούσαν για τα πάντα εκτός από τον Χίτλερ και τους ελέγχους μου στο σχολείο». 

satirizontas-tin-yparxi0
Σε ηλικία 25 ετών, εργαζόμενος στην τηλεόραση, λίγα χρόνια πριν τον κερδίσει ο κινηματογράφος. © The LIFE Picture Collection/ Getty Images/ Ideal Image

Το σχολείο το σιχαινόταν, όπως και τις «πανηλίθιες, προκατειλημμένες, οπισθοδρομικές δασκάλες», και ανυπομονούσε να αρρωστήσει και να μείνει στο κρεβάτι με «ραδιόφωνο, κόμικς και κοτόσουπα». Του άρεσαν τα κορίτσια και το μπέιζμπολ. «Αυτή είναι μια άλλη παρανόηση για μένα, πέρα από εκείνη ότι είμαι διανοούμενος», γράφει. «Πιστεύουν ότι, επειδή είμαι μικρόσωμος και γυαλάκιας, δεν σκαμπάζω πολλά από αθλητισμό. Αλλά κάνουν λάθος». 

Η εικόνα που μας δίνει για τον ανήλικο εαυτό του είναι ενός κάπως ενοχλητικού μικρομέγαλου που δημιουργούσε προβλήματα και δεν βολευόταν πουθενά, ενός αντιδραστικού εφήβου που μεγάλωσε μέσα στις εβραϊκές παραδόσεις, ενός αυθάδους εξυπνάκια που τελικά βρήκε διέξοδο στην κωμωδία. Πώς; Ένας θείος του τον συμβούλευσε να γράψει μερικά «καλαμπούρια» και να τα στείλει στις εφημερίδες και λίγο καιρό αργότερα η «Ντέιλι Μίρορ» δημοσίευσε ένα από αυτά που, όπως λέει, «δόξα τω Θεώ, δεν το θυμάμαι πια». Ήταν δεκαέξι χρονών και, αφού τελείωσε το σχολείο, ενσωματώθηκε στο Πρόγραμμα Εξέλιξης Συγγραφέων του NBC και όλα πήραν τον δρόμο τους. 

ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΣΤΟ ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ

Κάνει ένα σχόλιο για σχεδόν όλες του τις ταινίες, αλλά το κάνει με έναν επιφανειακό, ευκαιριακό τρόπο. Κυρίως τις αναφέρει ως μέρος μιας διαδικασίας, σαν να γυρίστηκαν επειδή βρέθηκαν στο πρόγραμμα. Και παρά το ότι υπάρχει ένας διάχυτος ναρκισσισμός στη γραφή του (και γενικά στην περσόνα του), δεν μοιάζει να θεωρεί ότι κάποια από τις δημιουργίες του ήταν κάτι το πολύ εξαιρετικό. Στο τέλος μάλιστα εξομολογείται ότι η μεγαλύτερη στενοχώρια του είναι ότι «μου δόθηκαν εκατομμύρια για να κάνω ταινίες, απόλυτος καλλιτεχνικός έλεγχος, και ποτέ δεν έκανα ένα σπουδαίο φιλμ». Υποθέτω ότι δεν θα πέσει ποτέ στα χέρια του αυτό το κείμενο, όμως, κύριε Άλεν, κάνετε λάθος. Ο «Νευρικός εραστής» είναι μια σπουδαία ταινία, το «Μανχάταν» επίσης, το ίδιο και η «Χάνα και οι αδερφές της», όπως και το «Match Point», ακόμα και το «Ζέλινγκ» ή το «Απιστίες και αμαρτίες». Και πολλές ακόμα, δεκάδες, που ίσως στην κινηματογραφική ιστορία να μην καταγραφούν ως σπουδαίες, αλλά έχουν μια πολύ συγκεκριμένη θέση στον κινηματογραφικό κανόνα χάρη στην πολύ ιδιαίτερη γουντιαλενική τους ταυτότητα. Δεν υπάρχει χώρος για καμία στενοχώρια εδώ.
 
Κατά τα άλλα, ο Άλεν παρασύρεται σε έναν καταιγισμό πληροφοριών για ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκε ή έτυχε να γνωρίσει, για περιστατικά κωμικά, απρόοπτα, για ερωτικές επιθυμίες και απογοητεύσεις. Πάντα με το γνωστό του ύφος, με έναν τρόπο κουλτουριάρικου κουτσομπολιού ή σκανταλιάς. Γράφει για την αγαπημένη του φίλη Νταϊάν Κίτον που, όταν τη γνώρισε, εντυπωσιάστηκε από το πόσο πολύ έτρωγε: «Ποτέ δεν είχα δει άνθρωπο πέρα από βαρβάτους ξυλοκόπους να χλαπακιάζει έτσι». Για τη Σκάρλετ Γιόχανσον, που τη συνάντησε όταν ήταν 19 χρονών στα γυρίσματα του «Match Point»: «Συναρπαστική ηθοποιός, από κούνια σταρ του κινηματογράφου, πραγματικά νοήμων, σβέλτη και διασκεδαστική, και όταν τη συναντούσες έπρεπε να παλέψεις με τις φερομόνες». Θυμάται πώς κάποια στιγμή ψυχράνθηκε με την Έμα Στόουν έπειτα από μια κουβέντα για το πώς ο καθένας προτιμάει να τρώει τα αυγά του και θυμάται τη «σέξι σύζυγο» του Ρομάν Πολάνσκι που υποδέχτηκε αυτόν και τη Σουν Γι σε ένα σπίτι στη νότια Γαλλία – όπως αποδείχτηκε λίγο αργότερα, δεν ήταν η σύζυγος του Πολάνσκι, γιατί αυτός ο Ρομάν που τους είχε καλέσει ήταν τελικά ο Αμπράμοβιτς. 

satirizontas-tin-yparxi1
Με τη Σουν Γι σε εκδήλωση το 2017. Ο Άλεν γράφει ότι καταλαβαίνει ότι η σχέση τους αρχικά φάνηκε περίεργη, όμως ο γάμος τους υπήρξε πολύ επιτυχημένος. ©Rebecca Smeyne/The New York Times
 

Θυμάται, επίσης, το βράδυ που αυτοκτόνησε ο Χέμινγουεϊ, που το πέρασε πίνοντας μαζί με την τότε σύντροφό του Λουίζ Λάσερ, συζητώντας για τον ιδανικό τρόπο αυτοχειρίας. «Η προτίμησή της ήταν να το κάνει με πιστόλι. Η δική μου, να χώσω το κεφάλι μου στο πλυντήριο πιάτων και να πιέσω το Πλήρης Πλύση». Γράφει για το βράδυ που ο «Νευρικός εραστής» κέρδισε τέσσερα Όσκαρ, αλλά ο ίδιος, αδιαφορώντας πλήρως, έπαιζε κλαρινέτο σε ένα κλαμπ. Γράφει για τη φορά που συνάντησε τον Μπέργκμαν και τον Αντονιόνι, για τον Ζακ Τατί που του συνέστησε να προσέχει μην καταλήξει σε κάποιο γηροκομείο για ηθοποιούς, για τη συνομιλία του με τον Άρθουρ Μίλερ: «Του έκανα ένα εκατομμύριο ερωτήσεις, και θυμάμαι πολύ ζωντανά πως μου επιβεβαίωσε ότι η ζωή είναι πράγματι ένας παραλογισμός, κάτι χωρίς νόημα».   

Ίσως δεν χρειάζεται να το αναφέρω, αλλά τόση ώρα είναι σαν να αγνοούμε τον ελέφαντα στο δωμάτιο: γράφει πολλά και για τη Μία Φάροου. 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΓΝΩΣΤΟ ΘΕΜΑ

Το «Σχετικά με το Τίποτα» παραλίγο να μην εκδοθεί. Έπειτα από παρέμβαση του γιου του, Ρόναν Φάροου, ο εκδοτικός οίκος Hachette ακύρωσε την κυκλοφορία του βιβλίου. Η ιστορία της κόντρας του Άλεν και της οικογένειας Φάροου είναι γνωστή και η επανάληψή της έχει καταντήσει κουραστική, ωστόσο επειδή συγχρόνως είναι μια πολύ μπερδεμένη υπόθεση, θα θυμίσω επί τροχάδην ότι το 1992 ο Γούντι Άλεν συνδέθηκε ερωτικά με τη Σουν Γι, θετή κόρη της τότε συντρόφου του, Μία Φάροου. Κατόπιν η Φάροου κατηγόρησε τον Άλεν ότι παρενόχλησε σεξουαλικά την επτάχρονη θετή τους κόρη Ντίλαν. Από τη δικαστική έρευνα δεν προέκυψαν ενοχοποιητικά στοιχεία και η ιστορία ξεχάστηκε. Πέρασαν περισσότερα από 25 χρόνια και στον πυρετό του κινήματος του #MeToo, κυρίως με πρωτοβουλία του Ρόναν Φάροου, η υπόθεση επέστρεψε στην επικαιρότητα και ο Γούντι Άλεν καταδικάστηκε από την κοινή γνώμη ως ένας αποκρουστικός παιδόφιλος ή γενικώς και αορίστως διαταραγμένος. 

Όλα αυτά είναι κάπως υποκριτικά. Από το 1992 η Ακαδημία έχει προτείνει τις ταινίες του για 21 Όσκαρ (κέρδισε τα πέντε), του απονεμήθηκε μία Χρυσή Σφαίρα για το σύνολο του έργου του, τα μεγάλα περιοδικά τον φιλοξενούσαν στις σελίδες τους και ξαφνικά, χωρίς να έχει προκύψει κάποιο καινούργιο στοιχείο, το σύστημα τον απέρριψε. Το «Σχετικά με το Τίποτα» βρήκε τελικά στέγη στον οίκο Arcade Publishing, όμως η πλειονότητα των κριτικών στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν εχθρικές και στα όρια της εμπάθειας.  

satirizontas-tin-yparxi2
Άλεν και Φάροου στο εστιατόριο La Grenoville στη Νέα Υόρκη στην αρχή της σχέσης τους, το 1981. © Michael Ochs Archives/ Getty Images/ Ideal Image

Σε μια υπόθεση που οι δύο πλευρές δεδομένα θα υποστηρίζουν εσαεί τις θέσεις τους, το να επαναλαμβάνει ο καθένας τις δικές του δεν προσφέρει τίποτα. Αυτό ισχύει και για την πλευρά Φάροου, αλλά προφανώς ισχύει και για τον Άλεν, που θα μπορούσε να αποφύγει εν προκειμένω να αφιερώσει ένα μέρος της αυτοβιογραφίας του προσπαθώντας να εξηγήσει τι σήμαινε γι’ αυτόν η Σουν Γι, πώς βρήκε η Φάροου τις γυμνές φωτογραφίες, πώς στράφηκε εναντίον του, πώς αποφάσισε να τον καταστρέψει επινοώντας την ιστορία της παρενόχλησης και πάει λέγοντας. Η Φάροου παρουσιάζεται ως ένα τέρας, μια εμμονική και επικίνδυνη γυναίκα. Αυτά όλα είναι όσο αλήθεια είναι και ότι το παρενόχλησε την Ντίλαν. Δηλαδή απολύτως ή καθόλου. Δεν θα μάθουμε ποτέ. 

Σε ένα βιβλίο που είναι τόσο πολύ «Γούντι Άλεν» θα ήταν καλύτερο να κρατούσαμε όσα μας έκαναν να τον αγαπήσουμε και όχι όσα μας έβαλαν σε αυτή την άβολη θέση να σκεφτόμαστε αν κάνουμε καλά και βλέπουμε ακόμη τις ταινίες του. Να κρατήσουμε, για παράδειγμα, τον άνθρωπο αυτόν που, όταν αναρωτιέται τι θα έκανε διαφορετικά αν ξανάρχιζε τη ζωή του, έχει να δώσει ως απάντηση αυτό: «Δεν θα αγόραζα εκείνον τον μαγικό κόφτη λαχανικών που διαφήμιζε ένας τύπος στην τηλεόραση».

satirizontas-tin-yparxi3