ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Να πάρω σκύλο στην καραντίνα;

Να πάρω σκύλο στην καραντίνα;

Τα δύσκολα διλήμματα της απομόνωσης.

Ένας θεός μόνο ξέρει –ο θεός των μικρών πραγμάτων ή των ανυπεράσπιστων ζώων, που μπορεί να είναι και το ίδιο πρόσωπο– με πόσο κόπο συγκρατούμαι, αυτές τις ατέλειωτες μέρες του λοκντάουν, για να μην πάρω σκύλο. 

Είναι που μου αρέσει και να βασανίζομαι. Κάθε πρωί, ξυπνάω, φτιάχνω καφέ, ανοίγω τον υπολογιστή και για κάνα τέταρτο χαζεύω βίντεο με σκύλους στο YouTube. Ο παρορμητικός εαυτός μου παίρνει φωτιά: «Πού ξέρεις πόσο θα κρατήσει αυτή η ιστορία; Και μετά; Δεν λένε όλοι ότι η τηλεργασία είναι η νέα πραγματικότητα; Αν δουλεύουμε όλοι από το σπίτι, ο σκύλος σου θα έχει παρέα και εσύ θα έχεις –επιτέλους!– πάλι σκύλο». 

Μόνος σύμμαχος στην αποφυγή του απονενοημένου είναι οι αριθμοί. Χωρίς να διαθέτω οτιδήποτε που να πλησιάζει καν την έννοια του μαθηματικού μυαλού, πάντοτε εμπιστευόμουν τους αριθμούς. Και οι αριθμοί λένε ότι αυτή η περίοδος είναι η χειρότερη για να πάρεις μια τόσο σημαντική απόφαση.

Στατιστικά, οι αποφάσεις που λαμβάνονται υπό συνθήκες ψυχολογικής πίεσης –ειδικά εκείνες που έχουν μακροχρόνιες επιπτώσεις στη ζωή μας– είναι κατά το μείζον παρορμητικές. Η λογική μαζεύεται σε μια γωνιά και παρακολουθεί αμίλητη τους ανθρώπους να αγοράζουν σαβούρες που δεν χρειάζονται και να αλλάζουν τις συνθήκες της καθημερινότητάς τους, προβάλλοντας το εφήμερο στο διαρκές. 

Στατιστικά, οι άνθρωποι που απέκτησαν ένα κατοικίδιο από παρόρμηση (ένα δώρο τα Χριστούγεννα που δεν μπόρεσαν να αρνηθούν, μια απαίτηση των παιδιών τους που ήξεραν από την αρχή ότι δεν θα καταφέρουν να διαχειριστούν) το ξεφορτώθηκαν μέσα στο πρώτο τετράμηνο. Στις χώρες όπου η νομοθεσία είναι λειτουργική, τα ζώα αυτά καταλήγουν στα καταφύγια – και μετά στην ευθανασία. Στην Ελλάδα, καταλήγουν στον δρόμο.

Όλα αυτά τα γνωρίζουν οι επαγγελματίες φιλόζωοι. Όμως, λες και έχουν έναν ποσοστιαίο στόχο να πιάσουν για να μη μείνουν χωρίς δουλειά, στοχεύουν τον ευαίσθητο ψυχισμό των ανθρώπων που αγαπούν τα ζώα και τους πασάρουν σκυλιά και γάτες, χωρίς να πολυκόβονται για το «μετά». Κάτι σαν τις τράπεζες, τις εποχές που σέρναμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα, οι οποίες σε κυνηγούσαν για διακοποδάνεια και δάνεια πρώτης –υπέρογκης– κατοικίας, σαν να μην υπήρχε αύριο.

Όμως το αύριο θα έρθει. Εγώ θα επιστρέψω στη δουλειά μου, εσείς θα πάψετε να βρίσκεστε 23 ώρες την ημέρα στο σπίτι και το ζώο που πήρατε για να καλύψει ένα μικρό κομμάτι από τη μοναξιά σας (ή την ανάγκη σας να βγαίνετε έξω τρεις φορές την ημέρα) θα γίνει μια απαιτητική πολυτέλεια. Στην καλύτερη περίπτωση. Και στη χειρότερη, ένα ακόμα αδέσποτο.

Εκτός κι αν το αύριο είναι διαφορετικό από το χθες. Σε αυτό ποντάρω και λέω στον εαυτό μου ότι μετά την πανδημία, αν αυτή είναι η νέα πραγματικότητα, θα ξαναπάρω επιτέλους σκύλο. Τώρα που το σκέφτομαι, σχεδόν το εύχομαι να είναι.■

K9