ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

70 xρόνια τηλεοπτικής ιστορίας

Θεωρούμε ότι όλα συμβαίνουν σήμερα. Φυσικά και δεν είναι έτσι.

70 xρόνια τηλεοπτικής ιστορίας

Από τις αρχές του 21ου αιώνα υπάρχει μια πλούσια δημόσια συζήτηση που αφορά την τηλεοπτική ψυχαγωγία. Κατά πόσο η τηλεόραση που προκύπτει διεθνώς και διαδικτυακά τα τελευταία χρόνια διαμορφώνει μια νέα κουλτούρα διασκέδασης ή αποτελεί συνέχεια αυτής που γνωρίζαμε από παλιά; Κατά πόσο κατ’ αρχάς η αμερικανική τηλεόραση, αλλά και όλο το διεθνές φάσμα της τηλεοπτικής παραγωγής, έχει μεταλλαχθεί προς ποιοτικότερα και απαιτητικότερα ψυχαγωγικά προϊόντα; Κατά πόσο το να παρακολουθεί σήμερα κανείς αμερικανικές σειρές του HBO ή σειρές από διαφορετικές χώρες παραγωγής στο Netflix τον καθιστά κάτι διαφορετικό από τον παραδοσιακό τηλεθεατή που «σκότωνε την ώρα του» μπροστά σε έναν τηλεοπτικό δέκτη;

Στον επιστημονικό χώρο, η πιο ενδιαφέρουσα απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα έχει επιχειρηθεί να δοθεί μέσα από μια ιστορική περιοδολόγηση της τηλεοπτικής ψυχαγωγίας. Με επίκεντρο την τηλεοπτική Μέκκα, τις ΗΠΑ, η σχετική βιβλιογραφία μελετά την ύπαρξη συγκεκριμένων φάσεων. Οι τηλεοπτικές περίοδοι που επισημαίνονται δεν καταργούν η καθεμία απολύτως την προηγούμενη, αντίθετα συνυπάρχουν σε όρους παραγωγής, διανομής και κοινού και δημιουργούν ένα παγκόσμιο διαφοροποιημένο τηλεοπτικό πεδίο.

Τα άγουρα χρόνια

Η πρώτη περίοδος ανάπτυξης της τηλεοπτικής διασκέδασης τοποθετείται μεταξύ 1948 και 1975. Εδώ καθοριστική είναι η ύπαρξη του ολιγοπωλίου των τριών αμερικανικών εθνικών δικτύων (ABC, CBS, NBC), που είχαν ως βασικό στόχο να προσελκύσουν ένα ετερογενές μαζικό κοινό. Η κάθε τηλεοπτική σειρά που παράγεται σε αυτές τις πρώτες δεκαετίες ζωής της τηλεόρασης δεν απαιτεί υψηλό βαθμό εξοικείωσης και εμπλοκής του τηλεθεατή, ενώ το περιεχόμενό της (πλην σημαντικών εξαιρέσεων) τείνει σε μια αφηγηματική απλότητα και έναν εύπεπτο ιδεαλισμό. Οι παλαιότεροι ας φέρουμε στο μυαλό μας το παράδειγμα των σειρών «Μπονάτσα» ή «Το μικρό σπίτι στο λιβάδι» για να καταλάβουμε σε τι αναφερόμαστε. 

Η δεύτερη φάση της αμερικανικής τηλεόρασης αναπτύσσεται μεταξύ των δεκαετιών του 1970 και του 1990. Σε αυτή την περίοδο σημειώνεται πολλαπλασιασμός και διαφοροποίηση των τηλεοπτικών σταθμών, που πλέον αναζητούν τα ποιοτικά δημογραφικά στοιχεία του τηλεοπτικού ακροατηρίου και στοχεύουν σε συγκεκριμένα κοινά και υποομάδες μέσα από διαφορετικά είδη, υποείδη ή υβρίδια ειδών. Ο ρόλος της διαφήμισης εδώ είναι κομβικός. Αυτή την περίοδο έχουμε τη μεγάλη εποχή της σαπουνόπερας (από το «Ντάλας» μέχρι τα «Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χιλς») αλλά και πολύ πιο ρεαλιστικές απεικονίσεις της σύγχρονης Αμερικής (από το νεανικό «Fame» μέχρι το σχεδόν νεορεαλιστικό «Hill Street Blues»). Στα χρόνια αυτά, επιπροσθέτως γεννιέται η καθοριστική μέχρι τις μέρες μας κουλτούρα των φαν (των πιστών θεατών σε σειρές) και σταδιακά δημιουργείται το περιβόητο cult («X Files», «Twin Peaks», «Galactica»), δηλαδή το φαινόμενο υποτιμημένων αρχικά σειρών που όμως μένουν στην ιστορία λόγω του φανατικού κοινού που εκτιμά την πραγματική ή φανταστική ποιότητά τους. 

Στον αστερισμό του HBO

Η τρίτη φάση έρχεται με την κυριαρχία της συνδρομητικής τηλεόρασης από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και ύστερα. Εδώ σημειώνεται η σημαίνουσα εξαγγελία διάκρισης από την προγενέστερη τηλεόραση. Είμαστε πια στην εποχή του HBO (που αυτοδιαφημίζεται «It’s not TV») και του Showtime, που στοχεύουν στην πρωτοτυπία του περιεχομένου, αδιαφορούν για τις διαφημίσεις και τα κελεύσματά τους (σε αντίθεση με τις πρώτες δύο φάσεις), προωθούν την πολυδαίδαλη συνέχεια της αφήγησης (και όχι τα μεμονωμένα επεισόδια) και προάγουν κινηματογραφικές αισθητικές με αντισυμβατικούς ήρωες που προσελκύουν απαιτητικούς θεατές. Οι ιστορίες των σειρών όπως του «True Detective» ή του «Game of Thrones» απευθύνονται πια σε αφιερωμένους και εξοικειωμένους θεατές, αλλά ταυτόχρονα επιφέρουν μια σημαντική απόκλιση του τηλεοπτικού κοινού, αφού υψώνουν οικονομικές, ηλικιακές και αισθητικές διακρίσεις στο άλλοτε μαζικό αυτό ακροατήριο. Η συμβατική και η αντισυμβατική τηλεόραση χωρίζουν τους δρόμους και τις οθόνες τους. 

Η «κουλτούρα Netflix»

Η τέταρτη περίοδος, στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, είναι αυτή που θα λέγαμε «κουλτούρα Netflix» και η οποία ξεκινά μαζί του από το 2007. Για πολλούς είναι μια απλή συνέχεια της τρίτης περιόδου. Για άλλους έχει σημαντικές διαφορές. Η βασικότερη αλλαγή που τη χαρακτηρίζει είναι το ίδιο το μέσο, αφού πλέον μιλάμε για τηλεοπτικές πλατφόρμες ή διαδικτυακές εφαρμογές που μπορούν να προβληθούν σε όλες τις οθόνες και όχι μόνο στην τηλεοπτική. Επίσης το περιεχόμενό τους δεν έχει να κάνει με την ενημέρωση, αλλά σχεδόν αποκλειστικά με την ψυχαγωγία. Οι νέες τηλεοπτικές πλατφόρμες και ειδικότερα αυτή του Netflix επιχειρούν μια άρση της διάκρισης μεταξύ της «μαζικής τηλεόρασης» (φάση 1 και 2) και της «εκλεκτικής τηλεόρασης» (φάση 3). Ακριβέστερα, επιτρέπουν τον μερικό συγκερασμό τους. Η σημερινή διαδικτυακή τηλεόραση φέρνει το μαζικό κοινό και το ποιοτικό κοινό ξανά σε μια σύγκλιση. Ειδικά την περίοδο της πανδημίας αυτή η συνάντηση έγινε ακόμη πιο αισθητή. 

Η κουλτούρα Netflix ενδιαφέρεται τόσο για τους πολύ πιστούς τηλεθεατές όσο και να καλλιεργήσει ένα ευρύτερο πλαίσιο κατανάλωσης των προϊόντων του. Αν και Netflix, Amazon, Hulu έχουν υιοθετήσει το πρότυπο της συνδρομητικής τηλεόρασης (αλλά με χαμηλό αντίτιμο), δεν στηρίζονται σε ένα κοινό με αναγκαστικά υψηλό «prestige». Οι σύγχρονες τηλεοπτικές πλατφόρμες αποτελούν μάλλον μεγαλύτερες ή μικρότερες ψηφιακές «αποθήκες» που αποσκοπούν στην απόλυτη εξατομίκευση του κοινού, δηλαδή στην ειδίκευση του προγράμματος πάνω στον κάθε χρήστη με τη συστηματική καταγραφή των τηλεοπτικών του προτιμήσεων και συνηθειών και την πρόβλεψη των μελλοντικών του επιλογών. Μιλάμε για μια πολύπλοκη και ενδιαφέρουσα στρατηγική «αλγοριθμοποίησης του γούστου» του κάθε τηλεθεατή σε όρους μάρκετινγκ, η οποία καθιστά εφικτή τόσο τη μαζική όσο και την ειδική ή απαιτητική τηλεοπτική ψυχαγωγία. 

Το μεταλλαγμένο μέσο

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και ύστερα, βρισκόμαστε σίγουρα μπροστά σε ένα μεταλλαγμένο μέσο. Η βασική λογική της παραδοσιακής τηλεόρασης, ο γραμμικός προγραμματισμός, που συνίσταται στη συνεχή ροή προγράμματος με την προσδοκία εβδομαδιαίων επεισοδίων, ανατρέπεται όλο και περισσότερο. Ειδικότερα η διαδικτυακή τηλεόραση, όπως λέει η Amanda Lotz, εισάγει μια νέα μορφή διανομής τηλεοπτικού προϊόντος, που μοιάζει πιο πολύ με ένα κατάστημα δίσκων, ένα βιβλιοπωλείο, μια βιβλιοθήκη. Επιτρέπει πρακτικές όπως ευελιξία στον χρόνο, ατομική επιλογή, à la carte πρόσβαση και κατανάλωση τηλεοπτικού θεάματος.

Βέβαια όλα αυτά δεν γεννήθηκαν εν μια νυκτί. Η τεχνολογία των video games, η εισαγωγή καλωδιακών και δορυφορικών συστημάτων, η χρήση του βίντεο και του DVD, ακόμη και η κουλτούρα του πατροπαράδοτου ζάπινγκ, αποτέλεσαν σημαντικούς προάγγελους της σημερινής συνθήκης. Όλες αυτές οι ψυχαγωγικές πρακτικές συνέβαλαν στο παρελθόν στον πολλαπλασιασμό του περιεχομένου, στον έλεγχο της τηλεοπτικής ροής, στην εισαγωγή της ψυχαγωγικής διαδραστικότητας, με άλλα λόγια στην τηλεοπτική εξατομίκευση, που σήμερα κορυφώνεται. 

70-xronia-tileoptikis-istorias0
© Donald Iain Smith/ Getty Images/ Ideal Image


Η εκδίκηση της μικρής οθόνης

Θα λέγαμε μάλιστα ότι η στιγματισμένη στο παρελθόν τηλεόραση ως το απαύγασμα της παθητικής μαζικοποίησης και χειραγώγησης παίρνει μια γλυκιά εκδίκηση. Γίνεται το μέσο που ουσιαστικά απορροφά και χρησιμοποιεί όλες τις «εναλλακτικές» ψηφιακές δυνατότητες, ενώ αποκτά και την κινηματογραφική αίγλη που του έλειπε στο παρελθόν. Άλλωστε το περιβόητο binge watching (μαραθώνια παρακολούθηση) ίσως να μην αποτελεί τίποτε άλλο παρά την απενοχοποιημένη παραλλαγή της παλιάς «αποβλάκωσης» μπροστά στον τηλεοπτικό δέκτη. 

Το αν βρισκόμαστε σε συνέχεια ή ασυνέχεια της τηλεοπτικής κουλτούρας είναι τελικά θέμα οπτικής και του κατά πόσο κανείς είχε εκτιμήσει εξαρχής τις δυνατότητες εξέλιξης εκείνου του «χαζόκουτου» που καθυστερημένα και μέσα σε πολλά συνωμοσιολογικά στερεότυπα ήρθε στη χώρα μας επί χούντας. Η κρίσιμη διαφορά της σημερινής τηλεοπτικής εποχής, της κουλτούρας της σύγκλισης των μέσων, είναι ότι το κοινό έχει γίνει η πολύ κρίσιμη παράμετρος. Όχι το μαζικό κοινό ούτε το εξειδικευμένο κοινό όπως στο παρελθόν, αλλά μια μάζα από διαφορετικά άτομα-χρήστες. 

Σε αυτή την εξέλιξη οι τηλεοπτικές υποκουλτούρες του παρελθόντος, το τηλεοπτικό φάντομ που ξεκινά από το «Star Trek» και φτάνει στις μέρες μας στην κορεατική τηλεοπτική μυθοπλασία, έχουν παίξει πολύ σημαντικό ρόλο. Η εκτίμηση του νέου και παλιού τηλεοπτικού κόσμου ποτέ δεν θα είχε συμβεί χωρίς τη δική τους συμβολή. Γιατί οι ειδικευμένοι διαμεσολαβητές της κοινής γνώμης (δημοσιογράφοι, τηλεκριτικοί) συνήθως αντιμετώπιζαν τα τηλεοπτικά προϊόντα ως υποδεέστερα των άλλων θεαμάτων. Αυτό συνέβη κατά κόρον στη χώρα μας, με σημείο αλλαγής τα μέσα της δεκαετίας του 2000, οπότε τα τηλεοπτικά προϊόντα άρχισαν να γίνονται σημάδια υψηλού πολιτισμικού κεφαλαίου και εναλλακτικής διασκέδασης μέσα από την προώθησή τους από πειρατικές και άλλες διαδικτυακές κοινότητες. 

Άλλωστε το Netflix δεν έκανε τίποτε άλλο από το να αναδομήσει όλη αυτή τη σφαίρα διαμοιράσματος αρχείων που λειτουργούσε στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα σε μια γκρίζα περιοχή μεταξύ πειρατείας και νόμιμων καναλιών πληροφορίας, χρησιμοποιώντας λίγο-πολύ τις ίδιες εμπορικές και τεχνολογικές τακτικές με αυτά τα ημιπαράνομα δίκτυα. Η σύγκλιση κινηματογράφου, διαδικτύου και τηλεόρασης, η σύγκλιση εκλεκτικού και μαζικού γούστου, η σύγκλιση παράνομων και εμπορικά νόμιμων πρακτικών παρήγαγε μια καθ’ όλα αποδεκτή και επιτυχημένη ψυχαγωγική κουλτούρα. Μια νέα κουλτούρα που έκανε ακόμη περισσότερο αισθητή την παγκοσμιοποίηση της αμερικανικής κινηματογραφικής και τηλεοπτικής βιομηχανίας και ταυτόχρονα έφερε για πρώτη φορά το αμερικανικό κοινό σε επαφή με διεθνές αντίστοιχο περιεχόμενο. Διότι η σύγκλιση του εθνικού με το υπερ-εθνικό είναι το μεγάλο στοίχημα της νέας τηλεοπτικής εποχής, το οποίο φαίνεται σταδιακά να κερδίζεται, αφού με βάση το παράδειγμα του Netflix η τηλεοπτική αγορά επανατοποθετείται σε νέες γεωγραφικές διαστάσεις, με νέα συστήματα παραγωγής και διανομής. 

Η τηλεοπτική ψυχαγωγία σε όλες της τις εκφάνσεις, σε όλες τις οθόνες ψηφιακής πια προβολής της, παραμένει ο πυρήνας της δημοφιλούς κουλτούρας. Παραμένει ο καταλύτης για το αν αυτή θα λειτουργεί με όρους ψυχαγωγικής συμπερίληψης ή διάκρισης. Με άλλα λόγια, η τηλεόραση συνεχίζει να κρίνει το αν η δημοφιλής κουλτούρα θα είναι μια κουλτούρα δημοκρατίας ή αποκλεισμού.

* Ο Βασίλης Βαμβακάς είναι αναπληρωτής καθηγητής στο ΑΠΘ, με αντικείμενο την Κοινωνιολογία της Επικοινωνίας.