ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Dizi dalgasi*

Πώς η Τουρκία έγινε ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας τηλεοπτικού προϊόντος στον κόσμο μετά τις ΗΠΑ, χρησιμοποιώντας τις σειρές ως όργανο ήπιας ισχύος και πολιτισμικού ιμπεριαλισμού.

Dizi dalgasi*

Άλλαξαν ριζικά το τηλεοπτικό τοπίο από τη Χιλή έως το Ιράν και τη Νότια Κορέα. Προκάλεσαν μαζικό τουριστικό ρεύμα προς την Τουρκία. Ξύπνησαν μια σαγήνη προς καθετί οθωμανικό. Στις αραβικές χώρες κατηγορήθηκαν για καταιγισμό διαζυγίων. Ανήσυχες, κυβερνήσεις προχώρησαν στην απαγόρευση μετάδοσής τους. Χωρίς αμφιβολία, οι τουρκικές σειρές είναι από τα πιο πολυσυζητημένα φαινόμενα της ποπ κουλτούρας σήμερα.

Η διάδοσή τους υπήρξε τόσο γρήγορη και θεαματική, ώστε αποτέλεσε αντικείμενο ντοκιμαντέρ (το «Κισμέτ» της Νίνας-Μαρίας Πασχαλίδου προβλήθηκε στο Aljazeera) και διατριβών εντός και εκτός Τουρκίας. Ποιος θα πίστευε, δεκαπέντε χρόνια πριν, πως η Τουρκία θα γινόταν τηλεοπτική υπερδύναμη; Πως θα ξεπερνούσε τη Βραζιλία και το Μεξικό για να γίνει δεύτερη μεγαλύτερη –μετά τις ΗΠΑ– εξαγωγέας σειρών, με τα ετήσια έσοδα του τομέα να πλησιάζουν το μισό δισεκατομμύριο δολάρια; Όσο για τη συνεισφορά των σειρών στη διαφήμιση της χώρας, αυτή είναι ανεκτίμητη.

Οι τουρκικές σειρές αποτυπώνουν το εκάστοτε πολιτικό κλίμα στην Τουρκία. Οι ιστορικής θεματολογίας σειρές που προωθούνται προς εξαγωγή, ειδικότερα, αποτυπώνουν το εθνικό αφήγημα που θέλει η χώρα να προωθήσει. Την προώθησή του κατέστησε πολύ ευκολότερη η δυνατότητα διανομής τους στο Netflix ή και παραγωγής τους απευθείας για την εν λόγω πλατφόρμα.

Οι απαρχές του θριάμβου: Μέση Ανατολή και Βαλκάνια 

Έως τις αρχές της δεκαετίας του 2000, ξένες σειρές –αμερικανικές, βραζιλιάνικες, μεξικανικές– κυριαρχούσαν στην τουρκική τηλεθέαση. Η λειτουργία ιδιωτικών καναλιών, από τη δεκαετία του 1990, έδωσε ώθηση στην παραγωγή εγχώριων σειρών. Στήθηκε έτσι μια βιομηχανία που γνώμονα είχε το κέρδος, όχι κάποιο σχέδιο εξαγωγής σειρών ή προβολής, μέσω αυτών, πολιτικών μηνυμάτων. 

dizi-dalgasi0
Η ηθοποιός Gaye Turgut Evin αστειεύεται με συναδέλφους της κατά τη διάρκεια του μακιγιάζ στο σετ του τουρκικού τηλεοπτικού δράματος «Savasci» (Warrior), που παράγεται για το κανάλι Fox.

Την πρώιμη αυτή περίοδο διαμορφώθηκαν χαρακτηριστικά που διακρίνουν και σήμερα τις τουρκικές σειρές. Ένα είναι η επιλογή πολύ εμφανίσιμων πρωταγωνιστών – συχνά μοντέλων ή αθλητών. Ως αποτέλεσμα, σημαντικό μέρος του κοινού τις παρακολουθεί από έλξη προς τους ηθοποιούς και μόνο. Δεύτερο χαρακτηριστικό, ο μεγάλος αριθμός και ιδίως η μακρότατη διάρκεια των επεισοδίων – γύρω στα 140 λεπτά το καθένα. Η μακρά διάρκεια ρίχνει σημαντικά το κόστος για το κανάλι: επιτρέπει πολύ περισσότερες διαφημίσεις, καθώς η διάρκεια του σχετικού διαλείμματος συναρτάται από εκείνη της εκπομπής. Ο αγώνας, όμως, να ολοκληρωθεί ένα επεισόδιο δυόμισι ωρών κάθε εβδομάδα οδήγησε σε άθλιο εργασιακό περιβάλλον για το τεχνικό ιδίως προσωπικό, με καθημερινές δεκαεξάωρες βάρδιες. 

Από τις πρώτες σειρές που εξήχθησαν ήταν το «Yabanci Damat» («Ο ξένος γαμπρός», 2004), που προβλήθηκε από το 2005 στην Ελλάδα ως «Τα σύνορα της αγάπης». Με θέμα τον έρωτα ενός Έλληνα με μια Τούρκισσα και τις δυσκολίες ενός τέτοιου γάμου, είχε μεγάλη επιτυχία στις δύο χώρες ακριβώς λόγω της θεματικής της. Αργότερα προβλήθηκε στη Βουλγαρία και σε αραβικές χώρες. Ήταν όμως το «Γκιουμούς», που προβλήθηκε στην Τουρκία το 2005-2007 χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία (στην Ελλάδα ήρθε με τον τίτλο «Ασημένια φεγγάρια») που καθιέρωσε την Τουρκία στο διεθνές τηλεοπτικό στερέωμα. Το σαουδαραβικών συμφερόντων ιδιωτικό κανάλι MBC, με έδρα το Ντουμπάι, αγόρασε τα δικαιώματα για την αραβική γλώσσα. Προβλήθηκε ως «Νουρ» το 2008, προκαλώντας άνευ προηγουμένου πάταγο στις αραβικές χώρες: 85.000.000 θεατές παρακολούθησαν το τελευταίο επεισόδιο, από το Μαρόκο μέχρι τα Εμιράτα. 

dizi-dalgasi1
Η τουρκική σειρά «Kadin» γυρίστηκε για το κανάλι Fox και βασίστηκε σε γιαπωνέζικο δράμα.

Η επιτυχία μιας τουρκικής σειράς στον αραβικό κόσμο μοιάζει εύλογη, δεδομένων των κοινών θρησκευτικών και ιστορικών αναφορών. Η προβολή του «Νουρ», όμως, υπογράμμισε πόσο βαθιές είναι οι διαφορές στα ήθη, που στην Τουρκία –ιδίως στις μεγάλες πόλεις και στην αστική τάξη– είναι ασύγκριτα φιλικότερα προς τις γυναίκες. Οι γυναίκες των αραβικών χωρών αντίκρισαν μια μουσουλμανική κοινωνία όπου γυναίκες εργάζονται, φλερτάρουν, έχουν προγαμιαίες σχέσεις, επιλέγουν ή χωρίζουν εκείνες τον σύζυγό τους. Η σύγκριση άφησε έκθετη την πατριαρχία και την κοινωνική καθυστέρηση των κοινωνιών τους. 

Έχοντας προκαλέσει πολιτισμικό σεισμό, το «Νουρ» κατηγορήθηκε από το ισλαμικό ιερατείο ως «ανήθικο». Η λατρεία που εξέφρασαν πολλές γυναίκες για τον ξανθό πρωταγωνιστή Κιβάντς Τατλιτούγ, που έγινε εν μια νυκτί διασημότητα στον αραβικό κόσμο, τρόμαξε τους συζύγους. Σημειώθηκαν αμέτρητα περιστατικά ενδοσυζυγικής βίας και διαζυγίων. Η Κωνσταντινούπολη κατακλύστηκε από Άραβες τουρίστες: η «Nooromania» περιλάμβανε ειδικά τουρ με επισκέψεις στα σημεία όπου γυρίστηκε η σειρά και μια βιομηχανία αξεσουάρ εμπνευσμένων από αυτήν. 

Η διεθνής επιτυχία και τα έσοδα από τα δικαιώματα του «Γκιουμούς» άνοιξαν νέο κεφάλαιο: τουρκικές σειρές άρχισαν να παράγονται με προοπτική την εξαγωγή. Η «Binbir Gece» («Χίλιες και μία νύχτες»), η διεθνής διανομή της οποίας ξεκίνησε το 2010, έγινε ανάρπαστη σε μια ευρύτατη γεωγραφία. Επιστράτευσε όλα τα στοιχεία εντυπωσιασμού: τις ομορφιές της Πόλης, τα υπερπολυτελή σκηνικά, τον εξωτισμό της Ανατολής, την τουρκική κουζίνα και λαϊκό πολιτισμό. Άνοιξε την αγορά των Βαλκανίων, ενώ έκανε θραύση στη Χιλή, απ’ όπου διαδόθηκε στις ισπανόφωνες αγορές. Για τις ξένες αγορές, καθένα από τα δυομισάωρα επεισόδια διαιρείται σε τρία των σαράντα πέντε λεπτών. 

Κατακτώντας (και) τη Λατινική Αμερική 

«Σαν φωτιά στα σπαρτά» πέρασαν οι τουρκικές σειρές από τη Λατινική Αμερική, απειλώντας τη δεσπόζουσα θέση των μεξικανικών και βραζιλιάνικων. Για την Ντενίζ Τιουζιούν, υπεύθυνη πωλήσεων της εταιρείας διανομής Global Agency, το μυστικό της διεθνούς επιτυχίας είναι «η μείξη στοιχείων εντοπιότητας και παγκοσμιότητας». Η πρώτη συνίσταται στην προβολή ηθών και παραδόσεων, αλλά και των τοπίων και του υλικού πολιτισμού μιας χώρας. Όλα δίνουν έναν αέρα «εξωτισμού», που διεγείρει το ενδιαφέρον του διεθνούς κοινού. 

Η δεύτερη έγκειται στην υπόθεση: για να κρατήσει το ενδιαφέρον, πρέπει να θίγει ζητήματα κοινά στην απανταχού ανθρώπινη εμπειρία. Απαριθμεί κάποια: «η ανισότητα πλουσίων και φτωχών, τα ερωτικά τρίγωνα και κάθε είδους εμπόδια στον έρωτα, η κακοποίηση των γυναικών και οτιδήποτε διεγείρει την αίσθηση της αδικίας, η μοναξιά του σύγχρονου τρόπου ζωής». Αναφέρει τη διεθνή επιτυχία της «Fatmagül’ün Suçu Ne?» («Η Φατμαγκιούλ τι έφταιγε;», στην Ελλάδα απλώς «Φατμαγκιούλ»), που περιστρέφεται γύρω από έναν βιασμό. 

«Ο εξωτισμός πουλά όταν είναι περιτύλιγμα για ζητήματα σύγχρονα και οικεία», λέει η Χιλιανή σεναριογράφος Αδέλα Μπολτάνσκι. Αποδίδει τον θρίαμβο των τουρκικών σειρών στη Λατινική Αμερική στην «επιστροφή στον παλαιομοδίτικο ρομαντισμό» που σηματοδοτούν. «Τον είχαν εκτοπίσει οι narco-novelas και οι σειρές με άφθονο σεξ. Το κύριο κοινό των σειρών, όμως, αποτελούν γυναίκες μέσης ηλικίας. Εκείνες αποζητούσαν τον ρομαντισμό παλαιάς σχολής, ενώ αγαπούν το μελόδραμα. Παράλληλα, αγγίζει η αναφορά στην κοινωνική ανισότητα, τόσο έντονη και στις κοινωνίες μας. Τέλος, η εικόνα μιας κοινωνίας που μετεωρίζεται μεταξύ παράδοσης και νεωτερικότητας, θρησκείας και ορθολογισμού μάς είναι πολύ οικεία». 

Οι σειρές έγιναν το κύριο μέσο διεθνούς προβολής της Τουρκίας, δίνοντάς της φωνή και παρουσία στα πέρατα της Γης. Πούλησαν την εικόνα μιας κοινωνίας μουσουλμανικής αλλά εκσυγχρονισμένης, που συνομιλεί ως ισάξια με τη Δύση. Η χώρα διαφημίστηκε θετικά εκεί όπου δεν υπήρχε γνώση ή ενδιαφέρον γι’ αυτήν. 

«Μεγαλοπρεπής αιώνας»: Η σαγήνη του Νεο-οθωμανισμού

Συγκρίνοντας δύο ιστορικές σειρές που σάρωσαν στο εσωτερικό αλλά και διεθνώς, με διαφορά λίγων ετών, διαπιστώνει κανείς πώς άλλαξε απότομα το κλίμα στην Τουρκία. Η «Muhteşem Yüzyıl» (στην Ελλάδα ως «Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής») γυρίστηκε από ιδιωτικό κανάλι το 2010-2013 και προβλήθηκε στην Τουρκία το 2011-2014. Τότε η χώρα ζούσε στον απόηχο της εποχής των «παχιών αγελάδων» (2002-2011), περιόδου αλματώδους ανάπτυξης και άνευ προηγουμένου ευμάρειας. Ως το 2013 η εικόνα του Ερντογάν παρέμενε θετική, σε γενικές γραμμές, στη Δύση. 

Κυριαρχούσε ως αφήγημα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής ένας φιλόδοξος και –λόγοις– φιλειρηνικός νεο-οθωμανισμός. Γνωστό το σύνθημα «μηδέν πρόβλημα με τους γείτονες» του Αχμέτ Νταούτογλου, υπουργού τότε των Εξωτερικών. Ο νεο-οθωμανισμός εκείνος ευαγγελιζόταν το άνοιγμα της χώρας προς την άλλοτε οθωμανική επικράτεια (Βαλκάνια – Μέση Ανατολή), ενώ παρέμενε συμβατός –υποτίθεται– με τον δυτικόστροφο προσανατολισμό και τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της. 

dizi-dalgasi2
Ο πρωταγωνιστής του «Payitaht Abdulhamid», Bulent Inal, στις πρόβες. 

Προϊόν αυτού του κλίματος, η σειρά αυτή είναι μια υπερπαραγωγή αφιερωμένη στη βασιλεία του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, απόγειο της οθωμανικής ισχύος. Εντυπωσιάζει με τα σκηνικά και τις πιο «ανθρώπινες» και «κουτσομπολίστικες» πλευρές της ιστορίας – την αδυναμία του Σουλεϊμάν στη Χιουρέμ, τις μηχανορραφίες του χαρεμιού. Η σειρά καθήλωσε το κοινό στις βαλκανικές και αραβικές χώρες. Πέτυχε να παρουσιάσει ως γοητευτικό το οθωμανικό παρελθόν: μεγάλη νίκη «ήπιας ισχύος», καθώς τόσο μεταξύ των Βαλκάνιων χριστιανών όσο και μεταξύ των Αράβων αυτό έχει καταγραφεί ως εποχή καταπίεσης και πολιτικής και πολιτισμικής οπισθοδρόμησης. 

Ο «Μεγαλοπρεπής αιώνας», όπως ήταν η πιστή μετάφραση, έγινε τηλεοπτικό φαινόμενο, αποκτώντας διακόσια και πλέον εκατομμύρια θεατές σε πάνω από πενήντα χώρες. Εξέπληξε, έτσι, η ξαφνική επίθεση του Ερντογάν κατά της σειράς, που ζήτησε το 2012 από τη Δικαιοσύνη να απαγορεύσει τα γυρίσματά της. Τον ενοχλούσε πως ο Σουλεϊμάν εικονιζόταν να πίνει, αλλά και η έμφαση στις δυναμικές γυναίκες του χαρεμιού και στις συνωμοσίες τους. Πράγματα ιστορικά εξακριβωμένα, αλλά «ενοχλητικά» για τον Ερντογάν, που προωθεί τον περιορισμό της κατανάλωσης αλκοόλ, την προώθηση της «ισλαμικής ηθικής» και των παραδοσιακών ρόλων των φύλων. Ο Ερντογάν στράφηκε σε μια επιθετικότερη μορφή νεο-οθωμανισμού, που παρουσιάζει την ιστορία ως συνεχή αγώνα των μουσουλμάνων κατά της «σταυροφορικής» Δύσης. 

«Έρτουγρουλ»: Η «ιστορία» στην υπηρεσία του παρόντος 

Η περίοδος 2011-2017 έφερε ριζικές αλλαγές στο πολιτικό κλίμα, στις διεθνείς σχέσεις και στην εικόνα της Τουρκίας στο εξωτερικό. Μόλις ξέσπασαν οι εξεγέρσεις της «Αραβικής άνοιξης», ο Ερντογάν αποφάσισε να παρέμβει δυναμικά, στηρίζοντας τις κατά τόπους οργανώσεις των «Αδελφών Μουσουλμάνων». Στη Συρία και στη Λιβύη προχώρησε σε ένοπλη επέμβαση. Η φιλοδοξία του να ηγηθεί του σουνιτικού Ισλάμ έγινε πλέον ξεκάθαρη και για πολλά αραβικά καθεστώτα η Τουρκία έγινε «κόκκινο πανί». 

Ακόμα δραματικότερες ήταν οι αλλαγές στο εσωτερικό. Το 2013 εξεγέρθηκε σημαντικό τμήμα της νεολαίας ενάντια στον κλιμακούμενο αυταρχισμό του Ερντογάν. Η εξέγερση του Γκεζί κατεστάλη, λίγους μήνες αργότερα όμως ο Ερντογάν «τα ’σπασε» με τον πρώην σύμμαχό του, τον αυτοεξόριστο ιεροκήρυκα Φετουλάχ Γκιουλέν. Το 2015 έχασε την πλειοψηφία στην εθνοσυνέλευση και αποφάσισε να συμμαχήσει με την ακροδεξιά, για να την επαναποκτήσει. Το 2016 σημειώθηκε μια γεμάτη ερωτηματικά απόπειρα πραξικοπήματος, που του παρέσχε το πρόσχημα για μαζικές εκκαθαρίσεις του κρατικού μηχανισμού και του Τύπου. Η κυβέρνηση έγινε καθεστώς. Με τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, διενεργήθηκε δημοψήφισμα που άλλαξε το πολίτευμα, καθιερώνοντας ιδιότυπο προεδρικό σύστημα με ενισχυμένες εξουσίες. 

Το « Έρτουγρουλ», που προβλήθηκε από το 2014 έως το 2019 (όχι στην Ελλάδα, υπάρχει όμως στο Netflix), μοιάζει να γυρίστηκε ακριβώς για να περάσει τα μηνύματά του. Παραγωγός ήταν η κρατική TRT και πολλοί ισχυρίζονται πως την «παρήγγειλε» ο Ερντογάν. Ο ήρωας είναι ένας Τούρκος πολέμαρχος της προ-οθωμανικής περιόδου και πατέρας του Οσμάν, ιδρυτή της οθωμανικής δυναστείας. Ελάχιστα είναι γνωστά για τον βίο του Έρτουγρουλ. Πρόκειται για «εφεύρεση ιστορίας», με στόχο να προσδώσει ιστορική «νομιμοποίηση» στη μονοκρατορία του Ερντογάν. 

Ο Έρτουγρουλ παρουσιάζεται να μάχεται συνεχώς κατά των χριστιανών (Βυζαντινών και Σταυροφόρων) στη Μικρά Ασία, αλλά και κατά των Αράβων και των Μογγόλων. Εικονίζεται ως γενναίος πολέμαρχος και δίκαιος άρχων. Συγγενείς του, «εξαγορασμένοι» από ξένες δυνάμεις, προσπαθούν να τον υποσκάψουν. Το μήνυμα σαφές: οι Τούρκοι, διαχρονικά, κλήθηκαν να αγωνιστούν κατά πάντων. Τους εξωτερικούς εχθρούς ανέκαθεν υπηρέτησαν προδότες. Μόνο ο ισχυρός ηγέτης εξασφαλίζει ισχυρό κράτος, ασφάλεια, δικαιοσύνη και ευημερία, ώστε να επιβιώσει το έθνος. Πηγαίνει κάπου το μυαλό σας;

«Διπλωματία των σειρών» και τουρκική επιρροή 

Ο όρος «διπλωματία των σειρών» άρχισε να χρησιμοποιείται στα μέσα της περασμένης δεκαετίας. Οι τουρκικές σειρές αναγνωρίσθηκαν ως πολύτιμο όπλο «ήπιας ισχύος».

Το 2012, οι αρχές στη Βόρεια Μακεδονία απαγόρευσαν τη μετάδοσή τους σε ώρα αιχμής, προκειμένου να περιορίσουν «την επιρροή της Τουρκίας στη μακεδονική κοινωνία». Το «Έρτουγρουλ» έγινε cult φαινόμενο απ’ άκρη σ’ άκρη του μουσουλμανικού κόσμου. Απευθύνεται στο αίσθημα μειονεξίας των απανταχού μουσουλμάνων έναντι της Δύσης και την εμμονή πολλών πως ένας ισχυρός ηγέτης μπορεί να αποκαταστήσει «την τιμή του Ισλάμ». Παράλληλα, υπήρξε η πρώτη ιστορική τουρκική σειρά που διενεμήθη στο Netflix, όπου προβάλλεται σε… 450 (!) σαραντάλεπτα επεισόδια. Δεν προβάλλει μόνο τον καίριο ρόλο του Ισλάμ στην τουρκική ταυτότητα, αλλά και τον καθοριστικό ρόλο των Τούρκων στις κατακτήσεις και στη διάδοσή του.

Αραβικές κυβερνήσεις διέγνωσαν το μήνυμα: «υπό τουρκική ηγεσία, ο ισλαμικός κόσμος θα επανέλθει στην πρότερη δόξα του». Πολλοί μίλησαν για «ιμπεριαλισμό των τουρκικών σειρών», που συμπληρώνουν την επιθετική εξωτερική πολιτική. Θρησκευτικές αρχές εξέδωσαν απαγορεύσεις («φάτουα») εναντίον τους. Σαουδική Αραβία και Αίγυπτος απαγόρευσαν την προβολή τους, με ρητό στόχο τον περιορισμό της τουρκικής «ήπιας ισχύος». Η πρώτη ανάγκασε και το παναραβικής εμβέλειας MBC, που πρωτομετέδωσε τουρκικές σειρές, να τις αφαιρέσει από το πρόγραμμά του το 2018.

dizi-dalgasi3
Η ηθοποιός Gokce Eyuboglu στο σετ του «Kadin», που άρχισε το 2017 και ολοκληρώθηκε σε 81 επεισόδια. 

Το «φαινόμενο Netflix», όμως, άνοιξε νέους δρόμους για τη διάδοση του τουρκικού αφηγήματος. Πολύ σημαντική, από αυτή την άποψη, υπήρξε η μίνι σειρά «Rise of Empires – Ottoman», μείξη σειράς και ντοκιμαντέρ. Πρώτη τουρκική παραγωγή του Netflix με ιστορικό περιεχόμενο, αναφέρεται στην Άλωση, που οι περισσότεροι Τούρκοι θεωρούν ύψιστο επίτευγμα της ιστορίας τους. Γυρίστηκε απευθείας στην αγγλική, κάτι που προδίδει τον στόχο της να περάσει συγκεκριμένο αφήγημα σε διεθνές κοινό.

Η «Ottoman» αποκλίνει από τις τουρκικές ταινίες με θέμα την Άλωση: δεν εξαντλείται στην εξύμνηση τουρκικών ηρωισμών στο πεδίο της μάχης. Επικεντρώνεται στην προσωπικότητα του Πορθητή, ενώ δείχνει ενσυναίσθηση για το δράμα των πολιορκημένων. Παπαγαλίζει, ωστόσο, το τουρκικό αφήγημα που αποσιωπά τη σφαγή, τη λεηλασία και τον εξανδραποδισμό των ηττημένων. Η σειρά εικονίζει τον Πορθητή να μπαίνει στην Κωνσταντινούπολη διασχίζοντας ένα πλήθος ικετών που τον προσκυνούν γονυπετείς και… αφήνονται ανενόχλητοι! Το κίβδηλο αφήγημα της αναίμακτης κατάληψης της Πόλης αποτελεί σταθερά στα τουρκικά σχολικά εγχειρίδια και ταινίες. Η διάδοσή του στο Netflix αποτελεί σημαντική νίκη της τουρκικής «διπλωματίας των σειρών». Εύλογο ερώτημα ποιο θα είναι το επόμενο ιστορικό αφήγημα προς εξαγωγή. ■


H περίπτωση «ethos» 

dizi-dalgasi4

Η πρόσφατη «Bir Başkadır» («Κάτι ξεχωριστό», 2020) παρήχθη για το Netflix και διενεμήθη διεθνώς ως «Ethos». Δικαιολογεί το τουρκικό της όνομα: αποτελεί περίπτωση μοναδική στο στερέωμα των τουρκικών παραγωγών. Δεν θα βρεις εδώ κανένα από τα τεχνάσματα εύκολου εντυπωσιασμού, ενώ το μελόδραμα δίνει θέση σε καθημερινές ιστορίες. Η σειρά μοιάζει με ταινία σε οκτώ συνέχειες· ενθουσίασαν η εξαιρετική φωτογραφία και οι ερμηνείες. Πρόκειται για ένα κέντημα χαρακτήρων, κάτι σαν οπτική λογοτεχνία. Αποτυπώνει την πόλωση της τουρκικής κοινωνίας γύρω από το χάσμα στην κοσμοθεωρία θρήσκων και κοσμικών. Η παρουσίαση της πόλωσης και της κρίσης συλλογικής ταυτότητας που προκαλεί δεν είναι, όπως υπέθεσαν ξένοι θεατές, πρωτότυπη στην τουρκική παραγωγή. Πρωτοτυπία για τουρκική σειρά, ωστόσο, είναι πως μία από τις κύριες ηρωίδες φέρει μαντίλα. 

Η υπόθεση, ιδιαίτερα ευρηματική, είναι ταυτόχρονα και υπέρμετρα φιλόδοξη: επιχειρεί να θίξει μεμιάς όλα τα ζητήματα της τουρκικής καθημερινότητας, από την καταπίεση της πατριαρχίας και των θρησκευτικών κανόνων μέχρι το Κουρδικό, τη μοναξιά και τη σεξουαλική ετερότητα. Αναπόφευκτα, κάποια θίγονται επιφανειακά και άλλα με υπεκφυγές – ιδίως η λεσβιακή έλξη υπονοείται μονάχα. Η ατολμία αυτή δεν είναι άσχετη με τη λογοκρισία του καθεστώτος, που παρενέβη και απαγόρευσε τα γυρίσματα τουρκικής παραγωγής για το Netflix, επειδή περιείχε έναν γκέι χαρακτήρα. Άλλη αδυναμία της σειράς είναι πως φαίνεται σκανδαλωδώς επιεικής με τους θρήσκους, ενώ καλεί τους κοσμικούς σε αυτομαστίγωμα.
 
Είναι πολύ νωρίς ακόμη για να αποφανθούμε αν το «Ethos» θα εγκαινιάσει μια στροφή των τουρκικών παραγωγών για το Netflix προς ποιοτικότερες σειρές, ελεύθερες από πολιτική προπαγάνδα και ψευδή ιστορικά αφηγήματα. Το «Ethos» κατέδειξε πως η ποιοτική παραγωγή είναι εφικτή και η υποδοχή του ότι το κοινό της πλατφόρμας την αναζητά.

*Το κύμα των σειρών