ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

More is Less

Όταν δεν βρίσκεις τίποτα να δεις ανάμεσα στις 532 σειρές που προβλήθηκαν πέρυσι.

More is Less

Ο Τόνι Σοπράνο κάθεται απέναντι από την ψυχοθεραπεύτριά του και αναρωτιέται τι απέγινε με τον Γκάρι Κούπερ, τον σκληρό και σιωπηλό τύπο, το είδος εκείνο του Αμερικανού που ήξερε να μην αφήνει τα συναισθήματά του να τον αγγίζουν. Εκείνη τη στιγμή, τα περίπου τρία εκατομμύρια που παρακολουθούσαν το πιλοτικό επεισόδιο των «Sopranos» μέσω του συνδρομητικού καναλιού του ΗΒΟ γίνονταν μάρτυρες μιας ιστορικής στιγμής, η οποία δύο δεκαετίες αργότερα θα οριζόταν ως η αφετηρία της νέας χρυσής εποχής της τηλεόρασης. Αυτό θεωρείται λίγο ή πολύ δεδομένο. Το ερώτημα είναι άλλο: ζούμε ακόμα σε αυτή τη χρυσή εποχή; Ή μήπως έχει τελειώσει και δεν προλαβαίνουμε να το καταλάβουμε, γιατί το επόμενο επεισόδιο στο Netflix ξεκινά αυτόματα σε πέντε δευτερόλεπτα; 

Η αλήθεια είναι ότι η διείσδυση των τηλεοπτικών σειρών στην καθημερινότητα του δυτικού, τουλάχιστον, κόσμου είναι σήμερα μεγαλύτερη από ποτέ. Η τηλεόραση επαναπροσδιορίστηκε και βρήκε με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών εκ νέου τη θέση της ως κυρίαρχος παράγοντας ψυχαγωγίας. Αρκεί αυτό για να συνεχίζουμε να μιλάμε για χρυσή εποχή; Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αυτή η περίοδος ολοκληρώθηκε το 2015, με το φινάλε του «Mad Men», της τελευταίας πολυετούς σειράς που είχε τον χαρακτήρα των μεγάλων αφηγήσεων που σημάδεψαν την πρώτη δεκαετία του αιώνα («Sopranos», «Wire», «Six Feet Under» κ.ά.). Σύμφωνα με μια άλλη άποψη, το τέλος αυτής της εποχής πρέπει να οριστεί το 2013, με την πρεμιέρα του «House of Cards» και το πέρασμα της τηλεόρασης στην εποχή του streaming. Όλα τα παραπάνω ακούγονται λογικά, αλλά πιθανόν, αν πρέπει να βρούμε ένα τέλος, να χρειάζεται να το εντοπίσουμε πολύ νωρίτερα και συγκεκριμένα το 2006, όταν το ΗΒΟ ανακοίνωσε ότι δεν θα ανανεωθεί για τέταρτη σεζόν το «Deadwood». Θυμάται κανείς σήμερα το «Deadwood»;

Παρά τις διθυραμβικές κριτικές που απέσπασε όσο παιζόταν αυτό το θεατρικού χαρακτήρα και ακραίου κυνισμού γουέστερν, τα νούμερα της τηλεθέασης δεν ήταν ποτέ όσο ψηλά χρειαζόταν για να δικαιολογηθεί το κόστος του. Η ιστορία του «Deadwood» έμεινε στη μέση και η απόφαση της διακοπής του ήταν εν μέρει μια πράξη συνθηκολόγησης εκ μέρους του ΗΒΟ με τις συμβάσεις που ορίζουν και πάντα θα ορίζουν ένα τηλεοπτικό προϊόν. Το ότι το «Deadwood» ήταν μία από τις δέκα πιο ποιοτικές σειρές που προβλήθηκαν ποτέ δεν μπορούσε να σημαίνει πολλά από τη στιγμή που δεν μπορούσε να προσελκύσει νέους συνδρομητές. Ήταν μια απόλυτα λογική απόφαση, αλλά ήταν και ένα μήνυμα: καλή τηλεόραση μπορεί να γίνεται μόνο αν είναι κερδοφόρα. Πειράματα όπως αυτό του «Wire» που προσέθετε κύρος, αλλά βάραινε τα ταμεία (το «Wire» υπέφερε, αφού παιζόταν «απέναντι» από τις «Νοικοκυρές σε απόγνωση»), δεν μπορούσαν να επαναληφθούν. Και δεν επαναλήφθηκαν. 

Ακόμα και οι σειρές που ακολούθησαν το πρώτο κύμα, όπως τα «Breaking Bad» και «Mad Men» του AMC, δηλαδή πολύ καλές σειρές και με σημαντική θέση στην τηλεοπτική ιστορία, βρίσκονταν ένα σκαλοπάτι παρακάτω από τα αριστουργήματα των αρχών του αιώνα και ενίοτε υπέκυπταν σε σεναριακές και σκηνοθετικές συμβάσεις από εκείνες που δίνουν ζωή σε μια τηλεοπτική ιστορία. Εν τω μεταξύ, η φήμη που κέρδισαν οι αμερικανικές κυρίως σειρές και δευτερευόντως οι βρετανικές ανανέωσε το ενδιαφέρον ενός νεανικού και δυναμικού κοινού και γέννησε την ανάγκη για μια παγκόσμια τηλεόραση, που έτσι κι αλλιώς λειτουργούσε ήδη στη σκιά μέσω της πειρατείας. 

BINGE-WATCHING ΣΤΑ ΙΝΔΙΚΑ

Στην αυγή της δεκαετίας του 2010 προβάλλονταν ετησίως περισσότερες από 200 νέες σειρές, αλλά κανείς δεν προσπαθούσε να γυρίσει τους νέους «Sopranos»· ο στόχος ήταν το νέο «Lost» ή έστω το νέο «Dexter» ή το νέο «Walking Dead». Δηλαδή σειρές με ένα σαφώς άνω του μετρίου περιεχόμενο, ακριβές παραγωγές επίσης, που παράλληλα θα τηρούν τα απαραίτητα εμπορικά κριτήρια και μέσω της δυναμικής των σόσιαλ μίντια θα μπορούν να δημιουργήσουν ένα παγκόσμιο κοινό. Η χρυσή συνταγή του Netflix δηλαδή, το οποίο, αξιοποιώντας έναν μαγικό αλγόριθμο που «μάντευε» τι θα αρέσει στον κόσμο, ξεκίνησε το 2013 να δημιουργεί πρωτότυπο περιεχόμενο με τους δικούς του όρους, διαθέτοντας για αρχή όλα μαζί τα επεισόδια του πρώτου κύκλου του «House of Cards». Το binge-watching γεννήθηκε μέσα σε μία νύχτα. Όσο για την ίδια τη σειρά, έπειτα από μια εξαιρετική πρώτη σεζόν γινόταν κάθε χρόνο και χειρότερη. Μια συνήθης ασθένεια, που οφείλεται σε κάτι προφανές: η αφήγηση μιας ιστορίας δεν μπορεί να τελειώνει όταν βαρεθεί ο τελευταίος τηλεθεατής. Η δεκαετία του 2010 είναι σημαδεμένη από ξεχειλωμένα σενάρια. 

more-is-less0
© Emrah Turudu/ Getty Images/ Ideal Image

Η επανάσταση που έφερε το Netflix συνέπεσε με την επανάσταση του «Game of Thrones». Παρά τις αρκετές σπουδαίες στιγμές της, η σειρά μπορεί εκ των υστέρων να κριθεί πρωτίστως ως κοινωνικό φαινόμενο που προϊόντος του χρόνου έγινε μια ανούσια παρωδία του εαυτού της. Οι δύο αυτοί παράγοντες, δηλαδή το Netflix (και σταδιακά οι αντίστοιχες πλατφόρμες που άρχισαν να εμφανίζονται) και το «Game of Thrones», υπήρξαν καθοριστικοί. Σήμερα όλοι βλέπουν μια σειρά και ως εκ τούτου τα ποσά που επενδύονται πλέον είναι μυθικά. 

Το Netflix ξοδεύει κάθε χρόνο πάνω από 10 δισ. δολάρια για μερικές εκατοντάδες νέες σειρές. Η μεταφορά του «Άρχοντα των δαχτυλιδιών» κόστισε στο Amazon Prime 250 εκατ. δολάρια μόνο για τα δικαιώματα. Το μπάτζετ του «Mandalorian» (spin-off του «Star Wars») της πλατφόρμας Disney+ υπολογίζεται ότι ξεπέρασε τα 100 εκατ. δολάρια. Κάθε επεισόδιο της μετα-αποκαλυπτικής σειράς «See» του Apple TV+ κόστισε 25 εκατ. δολάρια – υποθέτω ότι κάποιοι δεν την έχετε ξανακούσει. Αυτό που συμβαίνει σήμερα μοιάζει περισσότερο με μια μάχη επικράτησης ανάμεσα στις streaming υπηρεσίες. Από τη στιγμή που πλέον κανείς δεν μετράει την τηλεθέαση, η μάχη δίνεται για τους συνδρομητές. Όταν πριν από τρία χρόνια άνοιξε η αγορά της Ινδίας, το Netflix και το Amazon Prime αντέδρασαν αστραπιαία, δημιουργώντας σε χρόνο-ρεκόρ δεκαπέντε και είκοσι σειρές πρωτότυπου περιεχομένου αντίστοιχα. Κάποιες από αυτές πιθανόν να τις έχετε προσέξει. 

Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΛΙΓΟΥ

Η τηλεόραση ποτέ δεν ήταν ένα μέσο συνώνυμο της ποιότητας. Έγινε, όμως, για ένα διάστημα στα πρώτα χρόνια του αιώνα, χάρη σε πολύ λίγες και πολύ συγκεκριμένες σειρές, και έκτοτε επιλέξαμε να ζήσουμε με την ψευδαίσθηση ότι κάτι άλλαξε, πιθανόν για να νιώθουμε λιγότερες ενοχές για τις ατέλειωτες ώρες που αφιερώνουμε βλέποντας το ένα επεισόδιο μετά το άλλο. Πάντα είχε καλές στιγμές η τηλεόραση, πάντα είχε και κακές. Όπως τη δεκαετία του 1990 υπήρξε, για παράδειγμα, το «Twin Peaks» ή το «Oz», έτσι και τώρα, για κάθε πενήντα αδιάφορες παραγωγές, βουτηγμένες στα κλισέ, με αδούλευτους χαρακτήρες και διαλόγους, υπάρχει μία σειρά προσεγμένη που αξίζει την προσοχή μας, όπως το «Τhe Crown» ή το «Succession», το «Fleabag» ή το «Handmaid’s Tale». Υπάρχουν ενδιαφέρουσες σειρές και ιδέες που υλοποιούνται λιγότερο ή περισσότερο επιτυχημένα, υπάρχει και ατελείωτη σαβούρα.  

Και υπάρχουν και οι φορές, κάθε τόσο, που εμφανίζεται κάποιο διαμάντι. Το περσινό «Chernobyl» ήταν ένα τέτοιο, όπως και το «When they see us», το «Wolf Hall» και το «Show me a hero» λίγο παλαιότερα, το «Mildred Pierce». Τι κοινό έχουν αυτοί οι τίτλοι; Πρόκειται για μίνι σειρές λίγων επεισοδίων, μια φόρμα στην οποία η τηλεόραση σταθερά αριστεύει, με αφετηρία το «Band of Brothers» του μακρινού 2001. Πολύ υψηλού επιπέδου, μεσαίας διάρκειας αφηγήσεις, με σφιχτή δομή και έντονη καλλιτεχνική σφραγίδα, που εκ φύσεως δεν εγκλωβίζονται στις αδιέξοδες τηλεοπτικές συμβάσεις και τρόπον τινά σέβονται τον χρόνο των τηλεθεατών, χωρίς να τους δεσμεύουν με χειριστικά cliffhunger.
  
Αυτή τη στιγμή προβάλλονται ετησίως περισσότερες από 500 σειρές – για την ακρίβεια 532, σύμφωνα με τις μετρήσεις του 2019. Μέσα σε δέκα χρόνια ο αριθμός υπερδιπλασιάστηκε. Θα διαλέξεις μία για να δεις, αλλά μέχρι να την αρχίσεις κάποιος θα σου μιλήσει για μια άλλη, θα την ξεκινήσεις, αλλά ένα σχόλιο στα σόσιαλ μίντια θα στρέψει την προσοχή σου αλλού. Τελικά θα δεις κάτι και θα πεις ότι ήταν εντάξει, ότι πέρασε η ώρα ευχάριστα. Πράγματι περνάει ευχάριστα η ώρα με το «Stranger Things» ή το «Sex Education» ή το «Queen’s Gambit». Κατ’ αυτή την έννοια, ζούμε πράγματι σε μια χρυσή εποχή· της ποικιλίας, της εύκολης πρόσβασης, της ποσότητας. Στη χρυσή εποχή του άνω του μετρίου. ■