ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Η τηλεόραση κι εγώ

Τέσσερις διαφορετικές ματιές στη σχέση που δημιουργούμε με τη μικρή οθόνη.

Η τηλεόραση κι εγώ

Γιατί δεν βλέπω «σειρές»

Ένας φανατικός αρνητής του Netflix απαντά στην ερώτηση που σοκάρει.

Του Αλέξη Μόραλη* 

Η πιο συχνή ερώτηση που μου κάνουν είναι: «Είδες αυτή τη σειρά στο Netflix;». Έρχομαι σε δύσκολη θέση. Ξέρω τι θα επακολουθήσει. Απαντώ «Δεν έχω Netflix», με την ελπίδα να σταματήσει η συζήτηση εκεί. 

Αμέσως το επίκεντρο του ενδιαφέροντος μεταφέρεται από την περίφημη «σειρά» που θα έπρεπε να βλέπω σε εμένα τον ίδιο, που δεν βλέπω καμία σειρά. Όλοι γουρλώνουν τα μάτια. Ξαφνικά μοιάζω τόσο ιδιόρρυθμος, απλώς και μόνο επειδή δεν βλέπω «σειρές», που η συζήτηση για τη «σειρά» σταματάει προτού καν αρχίσει, για να ξεκινήσει αμέσως μια άλλη συζήτηση με στόχο να αποκαλυφθούν τα μυστηριώδη αίτια της αδιαφορίας μου για τις «σειρές». 

«Γιατί δεν βλέπεις; Τι συμβαίνει; Το Netflix είναι πάμφθηνο. Πρέπει οπωσδήποτε να το βάλεις». Δεν λείπει και η διακριτικότητα, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του λαού μας: «Τι κάνεις δηλαδή τα βράδια στο σπίτι, αφού δεν βλέπεις σειρές;». Η εικόνα μου ως ατόμου απομακρυσμένου από το Netflix μοιάζει με την εικόνα κάποιου απροσάρμοστου μεσήλικα από «σειρά» του Netflix που όλοι θέλουν να μάθουν τι σκαρώνει τα βράδια, την ώρα που οι άλλοι βλέπουν Netflix. Είναι σαν να μου λένε: «Αφού είναι τόσο τέλειο αυτό που κάνεις ώστε να σνομπάρεις τις “σειρές”, πες μας τι κάνεις, για να το κάνουμε κι εμείς». 

Υπομένω αυτή τη δοκιμασία εδώ και δύο χρόνια, από τότε που έγινε μόδα το Netflix, αλλά μετά την εκδήλωση της πανδημίας είμαι αναγκασμένος δύο τρεις φορές την εβδομάδα να μπαίνω σε έναν τέτοιο διάλογο. Παρά το γεγονός ότι έχω ελάχιστες κοινωνικές και φιλικές επαφές, ακόμα και αυτές που έχω κάθε βράδυ παρακολουθούν «σειρές» στο Netflix (το οποίο επίτηδες προφέρω «Νετφλίξ», για να εκνευρίζω τους φίλους που με κατηγορούν ότι μοιάζω με τους ηλικιωμένους που αποκαλούν το Internet «ιντερνέτ»). 

Η ερώτηση «Πώς είναι να ζεις χωρίς σειρές;» έφτασε να γίνει θέμα στο περιοδικό «Κ». Αποφάσισα όμως να υπογράψω το κείμενο αυτό με ψευδώνυμο, διότι δεν έχω καμία διάθεση να γίνω ακόμα περισσότερο στόχος κοινωνικής κριτικής επειδή δεν βλέπω «σειρές».
 
Κάποιοι δίνουν την εντύπωση ότι θα ήθελαν να τοποθετηθεί η αδιαφορία για τις «σειρές» στο εγχειρίδιο ψυχικών παθήσεων της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (American Psychiatric Association), το περίφημο DSM-5, που είναι σημείο αναφοράς για την επιστήμη της ψυχιατρικής. Δυσκολεύονται να δεχτούν ότι γεννήθηκα με αυτό το χαρακτηριστικό –την αδιαφορία για τις «σειρές»–, το οποίο είναι απολύτως φυσιολογικό και δεν επηρεάζει τη λειτουργικότητά μου. Θα πρέπει, βέβαια, να εξομολογηθώ ότι κατά καιρούς έχω υποκύψει σε κάποιες «σειρές». Μου άρεσε η «Δυναστεία» και έχω κολλήσει μια φωτογραφία της Τζόαν Κόλινς στην πόρτα του ψυγείου. Πριν από είκοσι χρόνια, πέρασα μια «φάση» όπου έπαιρνα από το videoclub (κατάστημα ημερήσιας ενοικίασης βιντεοκασετών και DVD στην αρχαία Αθήνα) όλα τα επεισόδια από το «Sex and the City» μαζί με κάποιες… «σειρές» με ένδειξη «άνω των 18». Από τότε όμως δεν μπήκα στον πειρασμό των «σειρών». Το πάθος με κάποιες «σειρές» ήταν απλώς μια νεανική τρέλα χωρίς συνέχεια. 

Οι «σειρές» με βγάζουν από τη «σειρά» μου

Η πιο απλή απάντηση στο ερώτημα «Πώς ζεις χωρίς σειρές;» είναι ότι δεν μου αρέσει να ζω με «σειρές». Οι «σειρές» με βγάζουν από τη «σειρά» μου. Η ζωή είναι μια «σειρά» που είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα όταν δεν γεμίζει από «σειρές». Οι «σειρές» είναι το fast food της ψυχαγωγίας. Είναι εθιστικές, αλλά έχουν ελάχιστη θρεπτική αξία. Στο τέλος δεν σου μένει τίποτα. Αν διαβάσεις λίγη θεωρία του κινηματογράφου, διακρίνεις αμέσως τα αφηγηματικά τερτίπια ακόμα και στην καλύτερη σειρά και μετά από δύο τρία επεισόδια υποχωρεί ο ενθουσιασμός και ενισχύεται η πλήξη. Κάτι άλλο που με προβληματίζει είναι ότι έχει στηθεί γύρω μας ένα δίκτυο attention economy («οικονομία της προσοχής»). Η προσοχή και ο χρόνος μας είναι ένα ανεκτίμητο κεφάλαιο. Πολλές εταιρείες –από το Twitter έως το Netflix– κάνουν τα πάντα για να το υφαρπάξουν, χωρίς να προσφέρουν κάποιο αγαθό ανάλογης αξίας. 

Το διαδίκτυο προσφέρει ένα ολόκληρο σύμπαν πολύτιμων επιλογών πέρα από τις «σειρές». Τα μεγαλύτερα μυστικά της γαλλικής μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής βρίσκονται στο διαδίκτυο. Μέχρι πριν από δέκα χρόνια θα έπρεπε να τρυπώσεις στην κουζίνα του Στέλιου Παρλιάρου και του Χριστόφορου Πέσκια για να τα μάθεις. Για να ακούσεις ιστορικές ηχογραφήσεις έργων του Μπετόβεν, θα έπρεπε να επενδύσεις μια περιουσία στα ειδικευμένα δισκοπωλεία της Στοάς της (παλαιάς) Λυρικής Σκηνής στην Αθήνα (Ακαδημίας). Σήμερα, αρκεί ένα Σαββατοκύριακο στο YouTube. Για να διαβάσεις τα άρθρα και τα ρεπορτάζ των New York Times, έπρεπε να ζητήσεις από τον κολλητό σου που ήταν πιλότος της Ολυμπιακής στη γραμμή Αθήνα-Νέα Υόρκη να κουβαλήσει στην Αθήνα ένα αντίτυπο της «γκρίζας κυρίας» του αμερικανικού Τύπου. Σήμερα, με 11 δολάρια τον μήνα έχεις κάθε μέρα στο κινητό σου τη μεγαλύτερη εφημερίδα του κόσμου. Υπάρχει λοιπόν μια «σειρά» από πειρασμούς που μπορεί να γεμίσει ατελείωτες ελεύθερες ώρες με πολύ πιο απολαυστικό τρόπο από τις καταραμένες «σειρές». Μπορεί να φανεί σνομπίστικο, αλλά θέλω να επιλέγω μόνος μου τα «υλικά» για να φτιάχνω κάθε βράδυ τη δική μου «σειρά» και όχι να παραγγέλνω delivery έτοιμες «σειρές» από το Netflix. Άλλωστε, όλη την περίοδο του lockdown δεν παρήγγειλα ποτέ delivery. Μήπως πρέπει να απολογηθώ και γι’ αυτό; 

*Ο Αλέξης Μόραλης είναι δημοσιογράφος.


«Όταν η τηλεόραση έσωσε τη ζωή μου»

Ανακαλύπτοντας το «χαζοκούτι» στα 80.

Tου Δημήτρη Ρηγόπουλου 

i-tileorasi-ki-ego0
Εικονογράφηση: Δημήτρης Τσουμπλέκας



«Δεν θα το πιστέψεις, αγόρι μου. Έβαλα Netflix!»
Αν δεν ξέρετε τη θεία μου την Έμυ, θα δυσκολευτείτε να αναγνωρίσετε τη βαρύτητα μιας τέτοιας δήλωσης. Κι αυτό γιατί οι δύο βασικές ιδιότητες της αγαπημένης θείας είναι οι παρακάτω: εξακολουθεί να καπνίζει με την ίδια μανία που κάπνιζε σε όλη της τη ζωή και είναι ο μοναδικός άνθρωπος που ξέρω σε ολόκληρο τον κόσμο ο οποίος δεν έβλεπε τηλεόραση. Ποτέ. Δεν το έκανε με την υπεροπτική αλαζονεία που το κάνουν σήμερα κάποιοι επαγγελματίες τεχνοφοβικοί· είχε παντελή άγνοια της εκκεντρικότητάς της. Τα παλιά «καλά χρόνια» που κάθε επεισόδιο του «Ντάλας» ή της «Δυναστείας» ή της «Εξαφάνισης του Τζων Αυλακιώτη» ήταν κοινωνικό «γεγονός» για τα περισσότερα ελληνικά σπίτια, για τη θεία Έμυ δεν υπήρξαν ποτέ. 

Η αλήθεια είναι ότι ο κόσμος τότε δεν συζητούσε τόσο πολύ για τηλεόραση και σειρές· τουλάχιστον όχι με τον απενοχοποιημένο τρόπο που το κάνει σήμερα. Δεν ήταν πολύ στα υπέρ σου να δηλώσεις σε ένα τραπέζι ότι δεν χάνεις επεισόδιο της «Δυναστείας». Ήταν μια ένοχη απόλαυση που μοιραζόσουν με ελάχιστους «έμπιστους» ή αποκλειστικά με τον εαυτό σου. Ναι, μιλάμε για την εποχή που η τηλεόραση ήταν το «χαζοκούτι» και συνώνυμο της αποβλάκωσης.

Κάπως έτσι το «χούι» της θείας έμεινε κρυφό στην πορεία των χρόνων. Μέχρι που είδα με τα μάτια μου τη Μεγάλη Ανατροπή: ένα απόγευμα είχα επισκεφθεί τους γονείς μου στο πατρικό μας και είχε περάσει η  Έμυ να τους δει. Η ΕΡΤ 2 έπαιζε μια καθημερινή ισπανική σειρά εποχής: τις «Έξι αδελφές». Πρώτη φορά έβλεπα τη θεία μου τόσο προσηλωμένη μπροστά σε τηλεοπτική συσκευή. Την είχα πιάσει στα πράσα. Λίγο αργότερα «ομολόγησε»: Τώρα που ζούσε μόνη της στο σπίτι, με μοναδική συντροφιά έναν τεράστιο αλλά ευπροσάρμοστο σκύλο, δεν είχε πολλές επιλογές. Δεν είχε να μαγειρέψει για την οικογένειά της, κάποιοι από τους φίλους και τις φίλες της είχαν, δυστυχώς, φύγει από τη ζωή κι επιπλέον ένα ατύχημα την είχε καθηλώσει στο σπίτι. Τι να κάνει; 

Αρχικά αντιμετώπιζε το νέο της χόμπι με εσωτερική λογοκρισία και συγκατάβαση: «Χαζομάρες, για να περνάει η ώρα…». Γρήγορα όμως οργανώθηκε και άρχισε να βλέπει σειρές που της θύμιζαν την πρώτη της αγάπη: οικογενειακά μελοδράματα, σειρές εποχής, βασιλικά έπη, κ.λπ. Όταν δε η κρατική τηλεόραση πρόβαλε τον «Πύργο του Ντάουντον» (Downton Abbey), εκεί παραδόθηκε. «Συνειδητοποίησα κι εγώ αυτό που μου έλεγαν φίλες μου και δεν μπορούσα να τις καταλάβω: είδα την τηλεόραση σαν παρέα. Έβλεπα, για παράδειγμα, τον “Παράδεισο των κυριών” (σ.σ. ιταλική σειρά εποχής) και δενόμουν με χαρακτήρες, ανυπομονούσα για το επόμενο επεισόδιο». 

Η πανδημία ήταν το κερασάκι στην τούρτα. Πλήρως αποκλεισμένη λόγω ηλικίας (είναι 83 ετών), βρήκε στην τηλεόραση μια διέξοδο που δεν θα μπορούσε να διανοηθεί πέντε χρόνια πριν. «Είχα πείσει τον εαυτό μου ότι η τηλεόραση είναι “μπούρδες” κι αυτό ήταν με έναν τρόπο κομμάτι της ταυτότητάς μου. Μεγαλώνοντας και ξεμένοντας από παρέες και συντροφιά, κατάλαβα ότι η μεγαλύτερη μπούρδα ήταν ότι είχα αποκλείσει τον εαυτό μου από μια συναρπαστική μορφή ψυχαγωγίας», λέει σήμερα. Το Netflix πώς προέκυψε; «Μου το έκαναν δώρο τα παιδιά μου στις γιορτές. Σαστίζω με την υπερπροσφορά τίτλων». Τι βλέπει τώρα; Το «The Crown» αυτή την περίοδο, και, σωστά μαντέψατε, «δεν έχει λόγια», είναι ενθουσιασμένη. Ή μάλλον έχει, για να προσθέσει κάτι ακόμα: «Θέλω να πω ένα μεγάλο “ευχαριστώ” στην κρατική τηλεόραση. Εγώ εκεί βρήκα καταφύγιο στα …πρώτα μου βήματα: υπέροχα σίριαλ που μου κράτησαν συντροφιά σε δύσκολες στιγμές, κυρίως στο πρώτο πολύ σκοτεινό λοκντάουν της περασμένης άνοιξης». Θα συνεχίσει να βλέπει σειρές όταν κοπάσει λίγο η επέλαση του κορωνοϊού; «Νομίζω ότι δεν θα κάνω τίποτε άλλο. Έχω να καλύψω μπόλικο χαμένο έδαφος».■


Εγώ, ένας παλαίμαχος του binge watching 

Κολλημένος με τις σειρές πολύ πριν γίνουν της μόδας

Του Πάνου Κοκκίνη

i-tileorasi-ki-ego1
Εικονογράφηση: Δημήτρης Τσουμπλέκας

 

Ποτέ δεν ξεχνάς την πρώτη σειρά που κάθισες και είδες μονοκοπανιά. Αυτό είναι ένα απαράβατο αξίωμα για όσους αγαπούν πραγματικά τις καλές τηλεοπτικές σειρές. Για μένα η πρώτη μου φορά ήταν με τα «Friends», τις βιντεοκασέτες/DVD με τις σεζόν των οποίων (που έρχονταν απευθείας από το εξωτερικό, αρκετούς μήνες πριν κυκλοφορήσουν επίσημα στην Ελλάδα) έπρεπε να νοικιάσω «λαθραία» από το γνωστό video club στον πρώτο όροφο εμπορικού κέντρου στα νότια προάστια, από την αξιαγάπητη φιλόζωο κυρία που το είχε. 

«Ανταγωνιζόμενος» συχνά πυκνά για το πολυπόθητο και δυσεύρετο εμπόρευμα με συνταξιούχους καπετάνιους, γνωστούς ποπ τραγουδιστές με αμερικανική παιδεία και νοικοκυρές που έρχονταν ακριβώς μετά τις πρωινές pilates (με τη Φιλιππινέζα να περιμένει υπομονετικά απέξω).

Αν και εκείνη η σειρά που ήταν πραγματικά κομμένη και ραμμένη για binge watching (λόγω του real time concept της) δεν ήταν άλλη από το «24» του Jack Bauer, πίσω στο 2001, την οποία έβλεπα non stop ολόκληρο το Σαββατοκύριακο μαζί με την τότε κοπέλα μου και νυν σύζυγο και μητέρα της 10χρονης κόρης μου. Εννοείται χωρίς διαλείμματα, παρά μόνο για τα άκρως απαραίτητα. Όπως εννοείται πως, αν δεν μοιραζόμασταν το ίδιο πάθος, η σχέση δεν θα είχε εξελιχθεί όπως τελικά εξελίχθηκε.

Από τότε τα χρόνια πέρασαν, τα DVD με τις σεζόν των αμερικανικών τηλεοπτικών σειρών άρχισαν να εμφανίζονται σχεδόν ταυτόχρονα με τις ΗΠΑ στα dvd clubs της επικράτειας και εγώ έκανα το χόμπι μου περίπου επάγγελμα, αφού γράφω, μεταξύ άλλων, σταθερά κριτικές για τηλεοπτικές σειρές. 

Και, κάπως έτσι, φτάσαμε στο σήμερα. Όπου, εξαιτίας του streaming, το binge watching, από χόμπι των λίγων και φανατικών, έχει γίνει κάτι mainstream και δεδομένο. Ειδικά το 2021 όπου, μετά το έτος παγκόσμιου εγκλεισμού που προηγήθηκε, ακόμα και οι πιο «παλαιομοδίτες» τηλεθεατές (που επιμένουν να βλέπουν τηλεόραση με τον κλασικό τρόπο) έχουν μια συνδρομή τύπου Netflix και τη χρησιμοποιούν. 

Χαίρομαι που μπορώ πλέον να μοιράζομαι το πάθος μου με όλους τους φίλους, τους συναδέλφους και τους γνωστούς μου. Εκνευρίζομαι, χωρίς να το δείχνω, για να μην παρεξηγηθώ, που ο καθένας έχει το δικαίωμα να έχει γνώμη και να το παίζει ειδικός. Και, πάνω από όλα, προβληματίζομαι για το αν το γεγονός ότι πλέον «είμαστε πολλοί» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το χόμπι μας έχει κάποια ιδιαίτερη (μικρή ή μεγάλη, δεν έχει σημασία) προστιθέμενη πολιτιστική αξία ή αν απλώς η τεχνολογία έχει επιτρέψει η πλύση εγκεφάλου που νομοτελειακά προκαλεί ο τηλεοπτικός εθισμός (γιατί αυτό είναι ουσιαστικά το binge watching) να είναι απείρως πιο αποτελεσματική, και μάλιστα σε πλανητικό επίπεδο. 

Το μόνο σίγουρο είναι ότι αυτό το τσουνάμι από περιεχόμενο και από τρόπους για να το καταναλώσεις καθιστά περισσότερο αναγκαίο από ποτέ το να υπάρχει κάποιος που μπορεί να σου γλιτώσει χρόνο διαχωρίζοντας το ουσιώδες από το ανυπόστατο. Και εδώ είναι που, ίσως, θα κριθεί τελικά όλο το παιχνίδι. ■


«Το Νησί»: ήμουν κι εγώ εκεί!

Η προσωπική εμπειρία από τα γυρίσματα ενός πραγματικού success story της ελληνικής τηλεόρασης.

Της Μαρίας Κωβαίου*

i-tileorasi-ki-ego2
Εικονογράφηση Δημήτρης Τσουμπλέκας

Έχουν περάσει δέκα χρόνια από τότε που δώσαμε «wrap», όπως λέμε στον κινηματογράφο, στη σειρά «Το Νησί» – από τότε, δηλαδή, που τελειώσαμε τα γυρίσματα. Μετά από δεκατρείς μήνες διαμονής στην Ελούντα (ένα από τα μέρη όπου ζούσαμε συνεργείο και ηθοποιοί), θυμάμαι ότι ήθελα πώς και πώς να γυρίσω στην Αθήνα. Την ίδια στιγμή, μου ήταν αδύνατον να κάνω βήμα. Είχα πάθει ιδρυματισμό, σαν αυτόν που παθαίνουν οι τρόφιμοι και οι φυλακισμένοι. Είχα συνηθίσει τόσο πολύ τον τόπο, τους ανθρώπους και την ιδιαίτερη συνθήκη μέσα στην οποία ζούσαμε, που σχεδόν δεν ήξερα πώς να υπάρξω στον «κανονικό» κόσμο.

Πριν από κάποιους μήνες, η σειρά προβλήθηκε στην τηλεόραση σε επανάληψη. Είχα να τη δω από τότε. Με κάθε επεισόδιο που έβλεπα, με κάθε σκηνή, άρχισαν να έρχονται σαν χείμαρρος οι αναμνήσεις από κάθε γύρισμα, μαζί με μια νοσταλγία (έναν πραγματικό νόστο του άλγους) για τα όσα είχαμε περάσει, αλλά και περηφάνια για τα όσα είχαμε καταφέρει.

Δεν ήταν εύκολη δουλειά το «Νησί». Το κάθε ένα από τα 26 επεισόδια γυριζόταν σαν να επρόκειτο για ταινία μεσαίου μήκους (και μάλιστα στο ένα τρίτο του χρόνου που χρειάζεται μια τέτοια ταινία) και το κάθε τμήμα (παραγωγή, σκηνοθετικό, φωτογραφικό, ηχοληπτικό, σκηνογραφικό, ενδυματολογικό, make-up) είχε τις δικές του δυσκολίες να αντιμετωπίσει. Απαιτητικές σκηνές (γλέντια, γάμοι, αποχωρισμοί) με δεκάδες βασικούς ηθοποιούς και εκατοντάδες βοηθητικούς, που έπρεπε να ντυθούν, να μακιγιαριστούν, να χτενιστούν, δύσκολα εφέ (οι λέπρες και μόνο), απαιτητικούς χώρους (εγκαταλελειμμένα σπίτια, οικισμοί, η ίδια η Σπιναλόνγκα) που έπρεπε να μεταμορφωθούν από το σκηνογραφικό – και όλα αυτά στο πλαίσιο μιας συνθήκης που ήθελε ένα μεγάλο μέρος του συνεργείου να έχει ξεσπιτωθεί και να ζει σε έναν τόπο ξένο, και δη επαρχιακό, με τους ίδιους ανθρώπους από το πρωί μέχρι το βράδυ.

Για όσο ζήσαμε στο Λασίθι της Κρήτης, το «Νησί» δεν ήταν απλώς η δουλειά μας. Ήταν ολόκληρη η ζωή μας. Και αν συνεργείο και ηθοποιοί δεν είχαμε καταφέρει να συνυπάρξουμε, και αν οι ντόπιοι δεν μας είχαν συμπεριλάβει στις ζωές τους με τον εγκάρδιο τρόπο που το έκαναν, και αν ο τόπος δεν ήταν τόσο όμορφος, εγώ προσωπικά δεν ξέρω αν θα είχα επιβιώσει.

«Μην τρέμετε, δεν κρυώνουμε, είναι Αύγουστος!»

Επιβίωσα, όμως, και τώρα, κάθε φορά που βρίσκομαι με τους φίλους που έκανα εκεί, αναπολούμε τα παλιά και γελάμε. Γιατί είναι στην ανθρώπινη φύση να ξεχνάμε τις δυσκολίες και τις αναποδιές και να μένουμε στις χαρές. Θυμόμαστε, για παράδειγμα, το γύρισμα της «εξόδου» από τη Σπιναλόγκα των θεραπευμένων κατοίκων της, το οποίο πραγματοποιήθηκε μέσα στο καταχείμωνο, αν και ιστορικά έγινε κατακαλόκαιρο (έπρεπε να τελειώσουμε τα γυρίσματα των σκηνών της Σπιναλόγκας πριν από την άνοιξη, οπότε το νησί ανοίγει ως μουσείο). Φανταστείτε τώρα τους δεκάδες ηθοποιούς και τους βοηθητικούς (όλοι ντόπιοι) ντυμένους με τα καλοκαιρινά τους να τουρτουρίζουν πάνω στις βάρκες και τη βοηθό σκηνοθέτη να τους φωνάζει, έχοντας βέβαια πλήρη επίγνωση του σουρεαλισμού: «Μην τρέμετε, δεν κρυώνουμε, είναι Αύγουστος!». Ή τη σκηνή του πολέμου, που γυρίστηκε στο δάσος του Κρούστα, ένα απαιτητικό μονοπλάνο δράσης, με κάμερα στο χέρι, εφέ και μια δεκαριά βοηθητικούς να τρέχουν, να πέφτουν κάτω από σφαίρες και τη βοηθό σκηνοθέτη να προσπαθεί να τους βάλει στο κλίμα φωνάζοντάς τους την ώρα της λήψης: «Άνθρωποι πέφτουν δίπλα μας, πανικός, έχουμε πόλεμοοοο».

Όσο βέβαια και αν γελάμε στην ανάμνηση τέτοιων καταστάσεων, η ίδια η διαδικασία του γυρίσματος μόνο αστεία δεν ήταν. Για τις περισσότερες ειδικότητες, τα γυρίσματα της σειράς απαιτούσαν πολύ κόπο (που συνοδευόταν συχνά από υπερωρίες), μεγάλη εγρήγορση και προσήλωση, ενώ ενίοτε επικρατούσαν πανικός και εκνευρισμός, γιατί ο χρόνος πάντα έτρεχε, το φως πάντα έφευγε και ο καιρός δεν ήταν πάντα με το μέρος μας. Η βροχή είχε σταματήσει αρκετά γυρίσματα, η φουρτουνιασμένη θάλασσα συχνά δεν «έδενε» οπτικά (δεν είχε «ρακόρ») με σκηνές της ίδιας σεναριακής ημέρας που είχαμε ήδη γυρίσει και στις οποίες φαινόταν ήρεμη, ενώ μέχρι και η αφρικανική σκόνη μάς είχε αναγκάσει κάποια φορά να ανατρέψουμε εντελώς το πρόγραμμα της ημέρας. Και βέβαια δεν έλειπαν και οι πάσης φύσεως αναποδιές, από ακυρώσεις πτήσεων ηθοποιών από Αθήνα και καθυστερήσεις στην προσέλευσή τους στο γύρισμα μέχρι αδιαθεσίες μελών του συνεργείου και τραυματισμούς.

Βλέποντας, ωστόσο, το τελικό αποτέλεσμα στην τηλεόραση, και μάλιστα με την αποστασιοποίηση που σου επιτρέπει το πέρασμα του χρόνου, ξεχνάς την ταλαιπωρία και το μόνο που σου μένει είναι η βαθιά ικανοποίηση και ευγνωμοσύνη για την ευκαιρία που σου είχε δοθεί να είσαι και εσύ μέρος μιας τόσο αξιόλογης παραγωγής και μιας τόσο καλής στιγμής, κατά κοινή ομολογία, της ελληνικής τηλεόρασης.■

* Η Μαρία Κωβαίου, δημοσιογράφος της «Καθημερινής», εργάστηκε στη σειρά «Το Νησί» (Mega) ως σκριπτ (continuity).